Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

"Εβίτα" περιωπής στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά

τα μέσα του 20ού αιώνα ολοκληρώθηκε μια ιστορική περίοδος αιώνων. Η περισσότερο ή λιγότερο «υψηλή» αισθητική των ελίτ της κάθε εποχής από την Αναγέννηση και μετά

Στα μέσα του 20ού αιώνα ολοκληρώθηκε μια ιστορική περίοδος αιώνων. Η περισσότερο ή λιγότερο «υψηλή» αισθητική των ελίτ της κάθε εποχής από την Αναγέννηση και μετά παραχώρησε τη θέση της στην πλειοψηφική απλοϊκότητα που ορίζεται ως pop culture. Με αυτή συνδιαλέγεται κατ’ ανάγκην και το είδος του μουσικού θεάτρου που αποκαλούμε συλλήβδην μιούζικαλ. Στις πιο φιλόδοξες στιγμές του, το είδος αυτό επιχείρησε την ιδιοποίηση στοιχείων της λυρικής φόρμας, όπως τη συνεχή σύνθεση ή τη δεξιοτεχνική φωνητική γραφή, πιστοποιώντας έτσι την καταγωγή του από το μελοδραμάτιο, όπως ελληνιστί αποδίδεται ο όρος οπερέτα. Μουσικά, ωστόσο, ελάχιστα από τα έργα του δραματολογίου αυτού (“West Side Story”!) συναγωνίζονται σε επίπεδο την «αργυρά» ή «χρυσή» οπερέτα (Σουπέ, Όφενμπαχ, Γ. Στράους, Λέχαρ, Κάλμαν, Ντόσταλ, Άμπραχαμ ή Στολτς), ακόμη και δημιουργίες -κυρίως- Ευρωπαίων εμιγκρέ στις μεσοπολεμικές ΗΠΑ και επέκεινα (Ρόμπεργκ, Φριμλ, Κερν, Ρότζερς, Φρ. Λόοου). Στη δική μας εποχή, η μουσική είναι συνήθως περιορισμένης έμπνευσης και η παρουσίαση συνοδεύεται από ομοβροντία στερεότυπων δημοσιογραφικών διθυράμβων που συνήθως διαψεύδονται από το αποτέλεσμα. Μια διαπίστωση ιδιαίτερα σημαντική για τα καθ’ ημάς, αφού το μιούζικαλ εμφανίζει εσχάτως συχνότητα παρουσίας στα αθηναϊκά δρώμενα τόσο διογκωμένη, ώστε να καθίσταται ανησυχητική, επειδή συχνά επιλέγεται ως καλλιτεχνικός ελλιμενισμός ευκολίας σε καιρούς κρίσης.

Ο βαρόνος Andrew Lloyd-Webber (*1948), πολυβραβευμένος παράγοντας του μουσικού θεάτρου και βουλευτής των Τόρις στη Βουλή των Λόρδων, συνέθεσε μεν και παρουσίασε με εξαιρετική εμπορική επιτυχία μια σειρά από μιούζικαλ (ή σόου, όπως αυτά επίσης χαρακτηριστικά αναφέρονται), αλλά κατά την άποψή μας ουδέποτε διάβηκε πειστικά το κατώφλι που προάγει τον τραγουδοποιό σε συνθέτη. Αν και αποτυχών πάντως στη Eurovision, αναδείχθηκε σε εμβληματικό songwriter με hits όπως το «Memory» από τις «Cats» ή το «Don’t cry for me Argentina» από την «Evita». Την τελευταία, ως μουσικοθεατρική σύνθεση πτυχών από την πολυτάραχη ζωή της Εύα Περόν (1919 - 1952), συζύγου του στρατηγού, τρις νυμφευμένου και τρις Προέδρου της Αργεντινής Χουάν Περόν (1895 - 1974), είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε σε μια κυριολεκτικά πρότυπη παράσταση στο ανακαινισμένο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς. Μια παράσταση τόσο καλοστημένη και σχολαστικά προετοιμασμένη, ώστε αντιστικτικά να αποκαλύπτει ότι το καθαρά μουσικό ενδιαφέρον της «Εβίτα» περιορίζεται σε ελάχιστα τραγούδια, που επανέρχονται επεξεργασμένα στη διαδρομή της, ενώ τα συνδετικά μουσικά μέρη παρουσιάζουν σταθερά ισχνή και αμήχανη έμπνευση.

Πέραν του κεντρικού «αειθαλούς», πασίγνωστου και από τη Madonna, ισχυρό σημείο του μιούζικαλ παραμένει το λιμπρέτο του σερ Tim Rice (*1944), επειδή αξιοποίησε διορατικά την Εύα Περόν όχι ως ευκαιρία αγιοποίησης μιας ούτως ή άλλως το λιγότερο αμφιλεγόμενης πολιτικής φυσιογνωμίας, αλλά προκειμένου να σχολιάσει την οικοδόμηση της εικόνας και τη δύναμη της προπαγάνδας, με αντικειμενικότητα δε που θα ζήλευε σχολιαστής του BBC. Με σεβασμό στο κείμενο αυτό λοιπόν κινήθηκαν ο σκηνοθέτης Δημήτρης Μαλισσόβας και το επιτελείο του, ο σκηνογράφος Ζήσης Παπαμίχος, η ενδυματολόγος Ηλένια Δουλαδίρη, ο φωτιστής Αλέκος Γιάνναρος και ο χορογράφος Νίκος Μαριανός, που προσάρμοσαν αποτελεσματικά το θέαμα στα δεδομένα του περιορισμένου, αλλά ζεστού χώρου.

Τον επώνυμο ρόλο ενσάρκωσε με ιδεώδες μέτρο η πολυτάλαντη, όπως αποδείχθηκε, Νάντια Μπουλέ. Απήγγειλε, τραγούδησε και κινήθηκε με αφοπλιστική ερμηνευτική ενσυναίσθηση του ιστορικού προσώπου, αποδίδοντας με αληθοφάνεια τον αντιφατικό, ενίοτε κυνικό και αντιπαθή, αλλά σταθερά χαρισματικό σκηνικό χαρακτήρα της συναρπαστικής Γυναίκας. Πρωτεϊκός, αεικίνητος και ευκίνητος, καθολικά άρτιος, στάθηκε πλάι της ο Αιμιλιανός Σταματάκης. Ο νεαρός πρωταγωνιστής κυριολεκτικά εξάντλησε τις δυνατότητες του Τσε Γκεβάρα ως ενός ου προσώπου που ανακαλεί τον -επίσης τενόρο- «ανδρικό χορό» (Male Chorus) στον «Βιασμό της Λουκρητίας» (1946) του Μπέντζαμιν Μπρίτεν και λειτουργεί ως φανταστικός, οιονεί συνειδησιακός συνοδοιπόρος και σκιώδης παραστάτης της Εβίτα. Η συχνά εκκωφαντική και μονόχρωμη μουσική που τού επιφύλαξε ο Λόυντ Γουέμπερ, ακόμη και στη μοναδική λυρική άριά του, δεν επέτρεψε, ωστόσο, να αναδειχθούν πληρέστερα οι πιο «εσωτερικές» φωτοσκιάσεις της ερμηνευτικής ιδιοσυγκρασίας του Σταματάκη, που μας είχαν κυριολεκτικά απογειώσει στις «Καμπάνες του Εντελβάις» του Νίκου Καρβέλα. Ενός έργου που δεν θα κουραστούμε να υποστηρίζουμε ότι αποτελεί κορυφαίο της κατηγορίας του και δη σε διεθνή κλίμακα.

Υψηλό επίπεδο κατέγραψε πάντως το σύνολο των αδόντων υποκριτών (Μιχάλης Ψύρρας - ως όντως βαρύτονος Χουάν Περόν, Ίαν Στρατής - διευθυντής Ιδρύματος Περόν, άλλο ένα εκρηκτικό ταλέντο, Άρης Πλασκασοβίτης - δημοσιογράφος, Μαρία Δελετζέ - ερωμένη), ενώ χορωδία και λοιπό σύνολο πέτυχαν συγχρονισμό αλλοδαπής κοπής σε χορευτικές αναθέσεις τους. Σημειώνουμε ιδιαίτερα το καλόγουστο, με όρους εποχής, τραγούδι του Άλεξ Οικονόμου ως diseur Αγκουστίν Μαγκάλντι, αλλά και τη σοβαρά προετοιμασμένη και ασφαλή μουσική διεύθυνση του Αλεξίου Πρίφτη επικεφαλής της Majestic Symphonic Orchestra (sic) και δεκαμελούς παιδικής χορωδίας. Το διεξοδικό, πλούσιο και εκτυπωτικά πολυτελές πρόγραμμα της παράστασης (επιμέλεια Μαριλένα Παναγιωτοπούλου) θα μας θυμίζει το όλο και σπανιότερο στη χώρα μας όντως επαγγελματικό επίπεδο της παραγωγής.

Δείτε όλα τα σχόλια