Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μια αξιομνημόνευτη βραδιά στο Μέγαρο Μουσικής

Ο Γερμανός πιανίστας Ούβε Μάτσκε

Ούβε Μάτσκε με Σούμπερτ και Μπραμς

Είμαστε σαφώς οι λιγότεροι ανάμεσα σε όσους διέθεταν την επίγνωση, ήδη πριν από την κρίση, της σημασίας που ανέκαθεν είχε η παρουσία ξένων καλλιτεχνών στην Ελλάδα. Ξένων με την αρχική σημασία -κι ας μας συγχωρηθεί η ηθελημένη λεκτική ταυτολογία- των «φιλοξενούμενων φίλων» της αρχαιότητας.

Η σημασία τους τεράστια σε μια χώρα στερούμενη τακτικού εμβολιασμού με την επικαιρότητα της μεγάλης ευρωπαϊκής τέχνης, και ιδιαίτερα της μουσικής, του κεφαλαίου δηλαδή για το οποίο ο «δυτικός» μας προσανατολισμός αμφισβητείται με την πιο αστόχαστη ένταση. Έχοντας στο παρελθόν αποδείξει, με λόγια και με έργα, πόσο κοντά τους αισθανόμαστε για το πιο οικείο μας κεφάλαιο του λυρικού θεάτρου, σήμερα έχουμε την ευκαιρία να επιβεβαιώσουμε την προσοχή μας και στον τομέα της ενόργανης ερμηνείας.

Στο πλαίσιο αυτό ο Γερμανός πιανίστας Ούβε Μάτσκε (Uwe Matschke) δεν αποτελεί χθεσινή πρόσκτηση των περιφερειακών γεωγραφικών συντεταγμένων μας, αλλά εισφέρει από μακρού στην εγχώρια μουσική ζωή, μέσα και από τη συμμετοχή του σε θεσμούς όπως η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης ή ο Διεθνής Διαγωνισμός Πιάνου «Γιώργος Θυμής» της συμπρωτεύουσας.

Με μουσικές σπουδές και καλλιτεχνική παρουσία στον «Λιστικό» άξονα Βαϊμάρης - Βουδαπέστης, ο έμπειρος δεξιοτέχνης επιβεβαίωσε την επιμέλεια που πιστώνεται στους συμπατριώτες του και σε σχέση με τη δόμηση του προγράμματος της συναυλίας που έδωσε στις 21 Μαρτίου 2017 στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.

Η βραδιά κατανεμήθηκε ισομερώς ανάμεσα σε δύο κομβικούς συνθέτες του γερμανικού πρώιμου και του προχωρημένου Ρομαντισμού, τον Φραντς Σούμπερτ και τον Γιοχάνες Μπραμς. Αλλά και στην εσωτερική άρθρωσή τους τα δύο μονογραφικά προγραμματικά σκέλη κατέγραψαν αντιστικτική συμμετρία συνδυάζοντας σε κάθε περίπτωση ένα νεανικό και ένα ώριμο έργο του κάθε συνθέτη, έστω κι αν ο χρόνος της ζωής εκατέρου υπαγόρευσε διαφορετικά χρονικά αναπτύγματα ωρίμανσης, με τον Σούμπερτ να περιορίζεται στην πενταετία έναντι του Μπραμς, που απόλαυσε το προνόμιο της τεσσαρακονταετίας και πλέον!

Οι προγραμματικοί υπαινιγμοί επέτειναν σημαντικά την απόλαυση ενός γεγονότος συνολικά μεστού σε μουσική ουσία και ερμηνευτική ωριμότητα. Επιλέγοντας τα υπ’ αρ. 1 και 2 από τον πρώτο κύκλο τεσσάρων Impromptus του Σούμπερτ (έργον 90 ή αρ. καταλόγου Deutsch 899) για την έναρξη της συναυλίας του, ο Μάτσκε πρόσφερε, σε ένα κοινό που αποδείχθηκε αντάξιό της, δύο από τα πλέον σημαντικά αλλά και ελκυστικά ορεκτικά.

Η ατμόσφαιρά τους προαναγγέλλει καταλυτικά το σχεδόν επιθανάτιο «Χειμωνιάτικο ταξίδι» (D.911). Προετοίμασε όμως παράλληλα το έδαφος για το «piato forte» του προγράμματος πριν από το διάλειμμα, τη νεανική «Φαντασία του Οδοιπόρου», σύνθεση που παραπέμπει στην ίδια ρομαντική σαγήνη της απελπισμένης φυγής και περιπλάνησης, όπως και ο μεταγενέστερος κύκλος τραγουδιών.

Η Φαντασία, έργ. 15 υπ’ αρ. κατ. D. 760, σύνθεση του Νοεμβρίου 1822, σε σαφώς υποκρυπτόμενη τετραμερή φόρμα σονάτας, ανατρέχει (τρίτο μέρος) και αποτελεί θεματική επεξεργασία της μελωδίας «Ο οδοιπόρος» του 19χρονου Σούμπερτ (D. 489).

Είναι το τεχνικά πλέον φιλόδοξο έργο του, διόλου τυχαίο λοιπόν ότι όχι μόνο το ερμήνευσε συχνά ο «δαιμονικός» βιρτουόζος Φραντς Λιστ, αλλά και το διασκεύασε για πιάνο και ορχήστρα. Έχοντας μολαταύτα ο ίδιος διέλθει από τη φερώνυμη Ακαδημία της Βουδαπέστης, ο Μάτσκε απέφυγε τον στόμφο και τη δεξιοτεχνική κενότητα. Η δική του μετρημένη και εκ βαθέων ανάγνωση, στωικά εμποτισμένη, ακτινοσκόπησε αποτελεσματικά την ενδιαφέρουσα δομή και ανέδειξε πρωτίστως τις μουσικές αρετές της σύνθεσης.

Με μια νεανική καταχώριση στην εργογραφία του Γιοχάνες Μπραμς, το Σκέρτσο έργ. 4, που συνέθεσε πριν από τα 20 χρόνια του και αξιοποίησε ως επισκεπτήρια κάρτα μιας φερέλπιδος σταδιοδρομίας, εγκαινιάσθηκε το δεύτερο μέρος της συναυλίας. Ήταν μια ρωμαλέα και ευσταθώς δομημένη ανάγνωση, με δυναμική έμφαση στο στοιχείο του ρυθμού, τόσο κρίσιμο για τον Μπραμς όσο και για το ισόβιο ίνδαλμά του, τον Μπετόβεν. Και κυρίως ανέδειξε τις ποιότητες μιας συνθετικής φωνής που αναγνώρισε και το ζεύγος Σούμαν, όταν βρέθηκε αντιμέτωπο με το εννεάλεπτο αυτό διαμαντάκι.

Η συναυλία ολοκληρώθηκε με τα τρία καπρίτσια και τα τέσσερα ιντερμέτζα που ο Μπραμς συγκέντρωσε υπό τον συλλογικό τίτλο 7 Φαντασίες και υπό τον αρ. opus 116. Έργα που δεν σκοπούν πλέον να αποδείξουν το οτιδήποτε, αυτά τα πολύτιμα γεροντικά «αμαρτήματά» του, άλλοτε δυναμικά, όπως το εναρκτήριο Καπρίτσιο, άλλοτε νοσταλγικά, σαν το ιντερμέτζο σε μι ελάσσονα, άλλοτε διακριτικά παιγνιώδη (πρβλ. το αμέσως επόμενό του) βρήκαν στον πιανίστα έναν ερμηνευτή με συγκρότηση που σπάνια απολαμβάνουν στην Ελλάδα, για τον οποίον κατέστη εμφανές ότι η μουσική αυτή σημαίνει πολλά. Μια αξιομνημόνευτη βραδιά!

 

Δείτε όλα τα σχόλια