Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Φοίβος Δεληβοριάς: "Όλοι διψάνε για το λαϊκό αίσθημα που σπάει πληκτρολόγια"

Στο καινούργιο του στέκι δεν αναζητά απλώς την Αθήνα των παιδικών του χρόνων. Βάλθηκε να φέρει ξανά στις ζωές μας "τη λαϊκή τέχνη που δημιουργείται μπροστά στους ανθρώπους", το φρόνημα των δημιουργών για το οποίο "διψούν όλοι σήμερα", το λαϊκό αίσθημα "που σπάει πληκτρολόγια".

Την ώρα που φυτεύει νυχτολούλουδα και αγγελικούλες στον αναξιοποίητο χώρο της Ιεράς Οδού 13-15 στο Γκάζι, για να "φανταστούμε τον Αττίκ, τον Τσαρούχη, το Γκριν Παρκ, την ‘Οδό ονείρων’...", οι φίλοι του τον αποκαλούν κοροϊδευτικά "Φωτόπουλο των δημιουργών". Στην περίπτωσή του όμως, η "κατάδυση" στα άδυτα της ΑΕΠΙ δεν είναι συνδικαλιστικό καθήκον. "Είναι ζήτημα τιμής για μένα και για την πλειονότητα των συναδέλφων μου" ομολογεί ο Φοίβος Δεληβοριάς και δέχεται ευχαρίστως να μας ξεναγήσει στην "Ταράτσα" του.

Στο καινούργιο του στέκι δεν αναζητά απλώς την Αθήνα των παιδικών του χρόνων. Βάλθηκε να φέρει ξανά στις ζωές μας "τη λαϊκή τέχνη που δημιουργείται μπροστά στους ανθρώπους", το φρόνημα των δημιουργών για το οποίο "διψούν όλοι σήμερα", το λαϊκό αίσθημα "που σπάει πληκτρολόγια".

 

* Η "Ταράτσα" λες ότι αγκαλιάζει κάτι από την παιδική σου ηλικία, δίνει σάρκα και οστά σε ένα παιδικό σου όνειρο. Πώς αυτό το παιδικό φαντασιακό μεταφέρεται στην Αθήνα της κρίσης;

Η Αθήνα που θυμάμαι ως παιδί δεν είχε λεφτά. Η μέση οικογένεια δυσκολευόταν πολύ στο τέλος του μήνα. Οι εφημερίδες είχαν μελάνι που ξέβαφε και η τηλεόραση ήταν ασπρόμαυρη και βαρετή, κάτι απομεινάρια της χούντας έκαναν εκπομπές σαβουάρ βιβρ. Μιλάμε για 1979-1980, στα 6 μου. Κι όμως, υπήρχε ενιαίο φρόνημα ανάμεσα στους λαϊκούς ανθρώπους, το οποίο γινόταν θέαμα, υπήρχε παντού γύρω. Επιθεωρήσεις, Καραγκιόζης, θερινά σινεμά που έπαιζαν ελληνικές ταινίες, λαϊκά αναψυκτήρια, ντράιβ-ιν, αληθινά, όχι λαμέ μπουζουκομάγαζα. Θεωρώ πως είμαστε άοπλοι χωρίς όλα αυτά. Τα είπα και στον «Μπάσταρδο γιο» πέρσι. Η Αθήνα πρέπει να ξαναφτιάξει τα δικά της δημιουργικά στέκια. Που να μην παραπέμπουν μόνο σε κατανάλωση, ούτε απαραιτήτως σε κάτι το «ψαγμένο». Να έχουν μια λαϊκότητα, όχι καπελωμένη, αλλά ουσιαστική. Είναι μεγάλο όπλο απέναντι στην κρίση, φτιάχνει ματιά, ενιαία, αυστηρή και αγαπητική.

 

* Όλα τα είχε αυτή η πόλη, η "Ταράτσα" της έλειπε, θα μπορούσε να πει κανείς. Εσύ ποιο κομμάτι και ποιο χούι της πόλης επιχειρείς να ξαναβάλεις στο παζλ;

Θέλω ανθρώπους κάθε ηλικίας δίπλα - δίπλα να ’χουν απέναντί τους το σεξ, την πολιτική, τη μουσική, τη μαγεία, την Ιστορία της Αθήνας. Όλα συμπυκνωμένα σε λαϊκή τέχνη, που θα δημιουργείται μπροστά τους, μαζί τους.

 

* Έχεις ανάγκη να συνομιλήσεις με το λαϊκό αίσθημα, το λαϊκό συναίσθημα στην "Ταράτσα" σου;

Απολύτως. Όχι όμως το μίζερο, όχι αυτό που ναρκισσεύεται μέσα στη μίρλα του. Το δημιουργικό, το θεότρελο, αυτό που δεν το χωράνε οι τοίχοι, αυτό που σπάει πληκτρολόγια.

 

* Αναρωτιέμαι, διατηρεί συλλογική μνήμη αυτή η πόλη, εμείς, οι κάτοικοί της;

Πώς δεν έχει. Και διψάει να βγει δυνατά προς τα έξω. Οι θάνατοι δύο πολύ διαφορετικών ανθρώπων, με διαφορετικές καταβολές, άλλα όνειρα και άλλο έργο, του Λουκιανού και του Στάθη Ψάλτη, ξύπνησαν κάτι σαν κοινό αίτημα. Όχι για επιστροφή, όχι για νοσταλγία «καλυτέρων ημερών», αλλά γι’ αυτό το φρόνημα που τους στέλνει όλους σαν τρελούς στη Βουλιαγμένη και όλα τα λαϊκά παιδιά στο να φτιάξουν τον δικό τους πειρατικό, ασύντακτο, βωμολόχο, καψούρικο σταθμό. Γι’ αυτό το φρόνημα διψούν όλοι σήμερα.

 

* Στην εποχή του event και των performances, ίσως σε κάποιους ακουστεί ντεμοντέ η ιδέα της "Ταράτσας".

Κοίταξε, οι λίγοι πολύ σοβαροί καλλιτέχνες που ασχολούνται με αυτού του είδους την πρωτοπορία έχουν αληθινή λαϊκότητα: Ο Καραθάνος π.χ. ή η Αργυρώ Χιώτη, ή ο ποιητής Νίκος Παναγιωτόπουλος. Απλώς με αυτούς ισχύει αυτό που έλεγε ο Χατζιδάκις: Παίζουν με την ουσία και όχι με τις συνήθειες των λαϊκών ανθρώπων. Δυστυχώς -ή ίσως και ευτυχώς-, οι άνθρωποι αυτοί αποτελούν εξαιρέσεις. Οι περισσότεροι αυτόκλητοι αβαν γκαρντιστές έχουν ανάγκη το μαύρο - άσπρο για να λειτουργήσουν. Και τα αποτελέσματά τους είναι συχνά αποτελέσματα κατηχητικού, καψιμί, θερμοκηπίου.

 

* Το παρελθόν έρχεται και επανέρχεται συχνά στα τραγούδια σου, τώρα και στην "Ταράτσα". Ως νοσταλγία, ως μνήμη ή απλά ως φυσική συνθήκη σε έναν άνθρωπο που μεγαλώνει; Μήπως καλύπτει και τα οικονομικά σπασμένα της κρίσης;

Δεν είναι απίθανο κι αυτό. Η αλήθεια είναι ότι οι κρίσεις είναι περίοδοι κατά τις οποίες επικρατεί αυτό που λέμε «escapism», η τάση για απόδραση. Μιούζικαλ, βαριετέ κάποτε, σήμερα εκπομπές με σεφ ή τάλεντ σόου ή ημίγυμνοι που παλεύουν σε ερημονήσια. Εγώ σ’ αυτά αντιπαραθέτω όχι τη νοσταλγία, αλλά τη μνήμη. Το να θυμάσαι τι συνέβη, να μην το καλύπτεις, να μην το ξεχάσεις, να θυμάσαι πότε αφέθηκες, πότε έπεσες θύμα επίθεσης, να θυμάσαι όμως και τη δύναμή σου, τις στιγμές που παρήγαγες φως.

 

* Πόσο καιρό ετοιμάζεται ο χώρος; Θέλεις να μας ξεναγήσεις σ' αυτόν;

Τον χώρο τον ετοιμάζει με πολλή αγάπη και σαν έτοιμη από καιρό η Έλλη Παπαγεωργακοπούλου. Θα είναι στην ταράτσα με την πιο όμορφη θέα στην Αθήνα, σε έναν χώρο που τον είχε αναξιοποίητο ο Ηλίας Μαροσούλης. Μόλις τον είδα και του είπα την ιδέα μου, συγκινήθηκε. Είχε ξεκινήσει ως ηλεκτρολόγος στα «Ταλέντα» του Οικονομίδη και σε θερινές παραστάσεις του Λογοθετίδη. Μου είπε αμέσως «Πες μου ακριβώς πώς τπ ονειρεύεσαι και έτσι θα γίνει». Θα παίξουμε, λοιπόν, με τον φυσικό χώρο, θα φυτέψουμε νυχτολούλουδα και αγγελικούλες και ύστερα θα φανταστούμε τον Αττίκ, τον Τσαρούχη του 1940, το Γκριν Παρκ, το θέατρο «Μετροπόλιταν», την «Οδό Ονείρων», το στέκι του «Τζίμη του Χοντρού», το Άλσος Παγκρατίου, το «Κύτταρο».

 

Η κατάσταση στην ΑΕΠΙ θύμιζε αιμομεικτικό χωριό

 

* Αυτό το διάστημα έβρισκες τον χρόνο να ασχολείσαι και με το ζήτημα της ΑΕΠΙ.

Ήταν ζήτημα τιμής για μένα και για την πλειονότητα -όπως φάνηκε- των συναδέλφων μου. Η κατάσταση είχε ξεφύγει. Οι ιδιοκτήτες λυμαίνονταν το μοναδικό εργατικό δικαίωμα που έχει απομείνει στους συνθέτες και τους στιχουργούς, και παρ’ όλ’ αυτά, μέχρι να δημοσιοποιηθεί το πόρισμα της Ernst ‘n’ Young, άκουγες μόνο αναστεναγμούς και απλές γκρίνιες. Ήταν κάπως σαν αιμομεικτικό χωριό, κανείς δεν έβγαινε να μιλήσει μην τυχόν και θυμώσει ο «μπαμπάς» και χάσουμε την επόμενη άθλια διανομή. Χαίρομαι τόσο πολύ για τη μαζικότητα που είχε το κάλεσμά μας. Έγινε δε με πολύ συγκινητικό τρόπο. Ο ένας μιλούσε στον άλλο. Φίλοι που είχαν να μιλήσουν χρόνια, σαν να ξύπνησαν και να θυμήθηκαν ο ένας τα μάτια και τη φωνή του άλλου.

 

* Σε ποιο σημείο, αλήθεια, βρίσκεται η υπόθεση σήμερα;

Ακούμε πως η ΑΕΠΙ θα προσφύγει στο ΣτΕ κατά της τοποθέτησης επιτρόπου. Αναμενόμενο. Ακόμα και έπειτα από τέτοιο σκάνδαλο, η ΑΕΠΙ πλασάρει τον εαυτό της ως απλή Α.Ε. και όχι ως αυτό που είναι: μια εταιρεία σαν τράπεζα, σαν ασφαλιστική, που διαχειρίζεται χρήματα τρίτων και που έχει εξαφανίσει πολλά εκατομμύρια από αυτά. Ελέγχεται δε για έξι κακουργήματα από τον εισαγγελέα. Πόσο θράσος μπορεί να έχει για να προσφεύγει στο ΣτΕ; Δεν υπάρχει ωστόσο μέλλον για τη οικογένεια των ιδιοκτητών. Οι μάρτυρες εναντίον της είμαστε πολλοί. Θα γίνουν μαζικές μηνύσεις. Δεν υπάρχει περίπτωση να ξαναδιαχειριστούν την περιουσία μας.

 

* Ήσουν πρόεδρος του "Μέτρον", έχεις ρόλο στο νέο σωματείο των δημιουργών το "Άσμα", έζησες κι εσύ μια διάσπαση. Είδες τον εαυτό σου ως συνδικαλιστή σε όλη αυτή την υπόθεση;

Οι φίλοι μου με αποκαλούν κοροϊδευτικά «Φωτόπουλο των δημιουργών». Και γελάμε πολύ. Δεν φώναξα όμως, ούτε στριμώχτηκα σε διαδρόμους, ούτε καν χρειάστηκε να προπαγανδίσω για τίποτα. Η υπόθεση είναι πεντακάθαρη. Το ελληνικό τραγούδι στοιχήθηκε από μόνο του πίσω από το να φύγει αυτή η οικογένεια. Υπήρξαν και πιο φοβικοί δημιουργοί, υπήρξαν και ενδοτικοί, υπήρξαν και αυτοί που δεν θέλουν να αλλάξει τίποτα. Η μεγάλη πλειονότητα όμως, όπως φάνηκε, είναι έτοιμη για επόμενη σελίδα. Άρα, περισσότερο από τη διάσπαση και από όσους την προκάλεσαν, εγώ είδα την ένωση. Και την είδα να επιτυγχάνεται σε χρόνο ρεκόρ.

 

* Τι εισέπραξες από αυτή την ιστορία;

Είδα ένα ζωντανό φιλμ νουάρ ή ένα θρίλερ στιλ «Οι τρεις μέρες του Κόνδορα». Είδα πως μια φαινομενικά απλή υπόθεση θα μπορούσε να μην έχει ποτέ λύση μόνο και μόνο γιατί στην πορεία της μπλέχτηκαν εξαιρετικά λάθος άνθρωποι. Είδα όμως και πώς λίγοι σωστοί -εν μέσω προπηλακισμών- μπορούν να κάνουν μεγάλη διαφορά. Είδα την αλαζονεία του βρόμικου χρήματος να πιστεύει ότι όλοι έχουν μια τιμή, ότι καθετί μπορεί να παρουσιαστεί ως νόμιμο, ότι οι δημιουργοί είναι φοβικά ζώα που αρκεί να τα διαιρέσεις κι έχεις νικήσει. Εύχομαι να δοθεί ένα γερό μάθημα και από την κυβέρνηση, και από μας σε όλο αυτό το γαϊτανάκι της διαστροφής της αλήθειας και της πραγματικότητας. Εμείς ως “Άσμα” το έχουμε πει, οι επιλογές για την Πολιτεία είναι δύο. Ή μας βοηθάει με θάρρος ώς το τέλος, ή εκτίθεται απολύτως μη βοηθώντας μας. Εμείς πάντως θα τα καταφέρουμε - έτσι ή αλλιώς. Και θα δώσουμε τα εύσημα σ’ αυτούς που πρέπει.

 

* Τι σημαίνει τραγούδι για σένα;

Κάτι ωραίο και ανικανοποίητο σαν όνειρο. Κάτι που τελειώνει και σ’ ενοχλεί που τελειώνει.

 

* Το τραγούδι δεν εμπεριέχει την ηθική; Αναρωτιέμαι, στην εποχή του γρήγορου, του εύπεπτου, του ιδιοτελούς, τι θέση έχει η ηθική στην αισθητική, στην τέχνη γενικότερα.

Ο Ελύτης έλεγε για τη Μαρία Νεφέλη: «Δεν έχει στάλα ηθικής. Είναι όλο ήθος». Έτσι είναι και η τέχνη. Μην ψάχνουμε ηθική στον Φελίνι, τον Μπόρχες, τον Ντίλαν. Κάθε πράξη τους όμως είναι βαθύτατα έντιμη.

 

* Ο Χατζιδάκις έβαλε το χέρι του;

Το έβαλε σε πολλά πράγματα. Ακριβώς ως «αμοραλιστής» ποιητής και έντιμος άνθρωπος. Γι’ αυτό και πέτυχε το πιο λαμπρό παράδειγμα πολιτιστικής πολιτικής στην Ελλάδα: Το Τρίτο Πρόγραμμα των ετών του.

 

* Η πολιτική χωράει στο τραγούδι στις μέρες μας, τις ζωές μας;

Και να μην το θέλουμε, χωράει. Ας ξεκινάει από τον πολίτη, όμως, πού και πού. Όχι να του επιβάλλεται μόνο άνωθεν. Έγιναν κάποια βήματα τα τελευταία χρόνια προς αυτήν την κατεύθυνση.

 

* Ένας αγαπημένος ποιητής, ο Μάρκος Μέσκος, μου έλεγε κάτι που δεν μπορώ να ξεχάσω: "Κάποια στιγμή άρχισε να με βασανίζει η δέσμευση της γραφής και ζητούσα τα λύτρα για να απελευθερώσω τον εαυτό μου απ' αυτή τη συνήθεια. Φαίνεται έγινα ο ίδιος ποίημα και δεν μπορώ να ζήσω αλλιώς, παρά μέσα από τη συνήθεια της αγάπης που είναι η ποίηση". Αισθάνεσαι κάπως έτσι κι εσύ με το τραγούδι;

Ναι. Άλλες φορές νιώθω θαμμένος ζωντανός κι άλλες φορές ο πιο ελεύθερος από τους ανελεύθερους. Τι σπουδαίος που είναι ο Μέσκος!

* Εκτός από τα τραγούδια σου, φαίνεται πως έχεις μια ιδιαίτερη σχέση και με το γράψιμο. Θυμάμαι το κείμενο που έγραψες στην “Αυγή” για τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, κι εκείνο για το περιοδικό "Kaboom". Η διαδικασία της γραφής έρχεται συμπληρωματικά σ' αυτή της τραγουδοποιΐας;

Τραγούδια γράφω έτσι, από μόνος μου. Κείμενα μόνο όταν μου το ζητήσουν. Στη δική μου ζωή αυτή είναι η διαφορά.

 

* Η κρίση μάς κρίνει, έχω ακούσει να λένε. Μας έκανε χειρότερους, καλύτερους; Μπορεί να βγει και κάτι θετικό από όλη αυτή τη σκληρότητα;

Τι να πω; Από τη μαζική τρομοκρατία τίποτα καλό δεν βγαίνει. Αν σε κάποιο ποσοστό ξύπνησαν συνειδήσεις που ήταν εν υπνώσει, αυτό εμένα με κάνει λίγο να ελπίζω.

 

* Θα ήθελα να σχολιάσεις τρεις λέξεις: Ανιδιοτέλεια, αξιοπρέπεια, δίκαιο;

Όσοι τις παρασχολίασαν έκαναν πολύ κακό στους ανθρώπους. Ας μην πω τίποτα λοιπόν.

* Και η μοναξιά του καλλιτέχνη, του σύγχρονου ανθρώπου;

Μεγαλώνει. Κυρίως γιατί δεν μπορεί πια εύκολα κανείς να μείνει μόνος του επειδή το θέλει. Κινητά, δίκτυα, κάμερες δεν αφήνουν τη μοναξιά να προσφέρει το άνθος της.

 

* Στην "Καλλιθέα" τραγουδάς για την κόρη σου το "Κουνελάκι", πολλά πιτσιρίκια τραγουδάνε το "Ελεφαντάκι" σου. Τι θα τραγουδούσες σε ένα προσφυγάκι για να γλυκάνεις λίγο τη ζωή του;

Το ίδιο. Θα χόρευα, θα έκανα φάτσες, θα έδινα όλο μου το προσωπικό απόθεμα γελοιότητας και πίστης για να με κοιτάξει. Τα παιδιά αυτά τα δύο πράγματα εμπιστεύονται: Τη γελοιότητα και την πίστη.

Δείτε όλα τα σχόλια