Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Magnanimus Trio: «Για να έχει προοπτική η ελληνική jazz πρέπει να βγει εκτός συνόρων»!

Ακόμα και όταν δεν υπάρχει φωνή, σχεδόν πάντα υπάρχει μια μελωδία ή μια κεντρική ιδέα που ίσως θέλουμε να «τραγουδηθεί»

Οι Magnanimus Trio είναι ένα θαυμάσιο jazz συγκρότημα που αποτελείται από τον πιανίστα, εκτελεστή του καβάλ και του νέι αλλά κάποιες φορές και...τραγουδιστή Χρήστο Μπάρμπα, τον κοντραμπασίστα Παύλο Σπυρόπουλο και τον ντράμερ μα και πιανίστα και εκτελεστή του ξυλόφωνου Δημήτρη Τασούδη.


Από την Θεσσαλονίκη ο πρώτος και ο τελευταίος και από την Αθήνα ο δεύτερος αλλά έχουν ως κοινό παρονομαστή ότι όλοι τους είναι απόφοιτοι του τμήματος μουσικών σπουδών του Αριστοτελείου πανεπιστημίου. Ξεκίνησαν το ’10 με το «A Cue» που κυκλοφόρησε μόνο ψηφιακά, το ’12 ήρθε το «Still Time» και στα τέλη της περυσινής χρονιάς το «No Time», από την μικρή ανεξάρτητη θεσσαλονικιώτικη εταιρεία AN η οποία για πολλά χρόνια επιμένει να εισάγει CD jazz και άλλων «διαφορετικών» ιδιωμάτων και ενίοτε κάνει και δικές της πολύ αξιόλογες παραγωγές.


Το «No Time» είναι ένα εξαιρετικό και πολύ ενδιαφέρον album που αναδεικνύει – αλλά και ενσωματώνει δημιουργικά  - πολύ περισσότερο από τις προηγούμενες φορές όχι μόνον τις ελληνικές καταβολές αλλά και τα πάρα πολλά ανάλογα στοιχεία της μουσικής τους και οι Magnanimus Trio μας μίλησαν λεπτομερειακά για αυτό.


* Από τον πρώτο δίσκο σας στον δεύτερο μεσολάβησε ένα φυσιολογικό θα έλεγα χρονικό διάστημα ενώ από τον δεύτερο στον τρίτο τέσσερα  χρόνια. Γιατί χρειαστήκατε τόσο πολύ αυτή την φορά;

Χρήστος Μπάρμπας:  Μπορεί να μεσολάβησαν τέσσερα χρόνια όμως το υλικό και οι αρχικές ηχογραφήσεις είναι προγενέστερα. Μας πήρε κάποιο διάστημα για να ετοιμάσουμε τον δίσκο λόγω του πολυδιάστατου υλικού του αλλά και της απόστασης αφού τα τελευταία χρόνια μένουμε σε διαφορετικές πόλεις/χώρες και αρκετή από  την δουλειά γίνεται εξ αποστάσεως. Τέλος ο προηγούμενος δίσκος ήταν δική μας παραγωγή και κυκλοφορία ενώ στο «No Time» θέλαμε να κάνουμε ΄ένα βήμα εξωστρέφειας και για αυτό συνεργαστήκαμε με την AN music του Νίκου Βοζίκη. 

Παύλος Σπυρόπουλος: Η αυτοχρηματοδότηση παραγωγής δίσκων σε διάρκεια και με διάφορα σχήματα είναι κάτι που δεν μπορεί να γίνει σε φυσιολογικούς χρόνους, πίστεψε μας!

 

* Πέραν του γεγονότος  ότι εκείνο περιλάμβανε περισσότερα τραγούδια, ποιες θα λέγατε ότι είναι οι κυριότερες διαφορές ανάμεσα σε αυτό το album και το προηγούμενο; 

Χ. Μ.: Υπάρχουν περισσότερες συνθέσεις και ίσως πιο ξεκάθαρες προτάσεις, στιλιστικά και ενορχηστρωτικά. Επίσης υπάρχει μεγαλύτερη ποικιλία, τόσο συνθετικά όσο και ηχοχρωματικά,, από τις μινιμαλιστικές συνθέσεις του Δημήτρη με αναφορές ίσως περισσότερο στην jazz αλλά και στο post rock μέχρι τις δικές μου σε πιο τροπικούς (modal) ήχους με το νέι και το καβάλ αλλά και οι πιανιστικές ακόμα. Στον προηγούμενο δίσκο δεν ήθελα να βάλω το νέι, δεν ένιωθα έτοιμος ακόμα αν και είναι το βασικό μου όργανο, δεν το έπαιζα καν τότε στο γκρουπ. Θα έλεγα λοιπόν ότι γενικότερα έχουμε ανοίξει και οι τρεις μας τον ήχο μας σε περισσότερα ακούσματα, σε ό,τι μας αγγίζει και μας αφορά,  χωρίς μεν να χάνουμε την συνοχή μας ως τρίο αλλά και «ρισκάροντας» με το να συμπεριλάβουμε στον δίσκο πολύ διαφορετικές τεχνοτροπίες.


* Είναι περισσότερο jazz ο νέος δίσκος από τους δύο προηγούμενους ή είναι μόνον η δική μου αίσθηση;

Χ. Μ.: Ίσως, εγώ δεν το ακούω έτσι.

Δημήτρης Τασούδης: Ούτε και εγώ, εξαρτάται  από το τι μουσική ακούει ο εκάστοτε ακροατής.

Π. Σ.: Ίσως. Αν και λίγο δύσκολα θα συμφωνήσουμε όλοι ως προς το «τι είναι jazz»,  μάλλον και η δική μας αίσθηση  θα συμφωνούσε μαζί σου.


* Ξεκινήσατε με τον σκοπό να φτιάξετε ένα πιανιστικό jazz τρίο που...να μην μοιάζει με όλα τα υπόλοιπα ανάλογα ή απλά έτσι σας προέκυψε;

Χ. Μ.: Οχι, δεν ξεκινήσαμε με αυτό τον σκοπό. Η αλήθεια είναι ότι ξεκινήσαμε ως κουαρτέτο αλλά για κάποιους λόγους μείναμε τρεις. Η ανάγκη να πεις κάτι καινούριο, αν γίνει αυτοσκοπός, μπορεί να καταλήξει λίγο μάταια. Από την άλλη κάθε φορά που μιλάμε συνήθως συντάσσουμε τις λέξεις με έναν καινούριο τρόπο. Η γλώσσα έχει την ίδια λειτουργία, να χρησιμοποιείς το λεξιλόγιο που διαθέτεις ώστε να πεις κάτι το οποίο στις συγκεκριμένες συνθήκες να έχει νόημα. Βέβαια μπορεί να χρησιμοποιείς πολύ ωραίες λέξεις αλλά τελικά αυτό που έχεις να πεις να μην έχει ούτε ενδιαφέρον ούτε σημασία. Κάπως έτσι νομίζω ότι λειτουργεί η μουσική.

Π. Σ.: Σίγουρα «προέκυψε» το αποτέλεσμα που ακούς, δεν προσχεδιάστηκε ούτε στο ελάχιστο. Καταρχήν ξεκίνησε ως κουαρτέτο για να καταλήξει σε ελάχιστο χρονικό διάστημα  τρίο. Επίσης το ύφος, το σημαντικότερο σε ένα σχήμα, είναι τόσο ρευστό στην πορεία του χρόνου που καν αυτό δεν μπορούσε καν να προβλεφθεί.


* Το ποιο ρόλο παίζει η jazz στον ήχο και γενικότερα στην μουσική σας είναι βέβαια προφανές. Πόσο διαφορετική όμως θα ήταν χωρίς τα ελληνικά ακούσματα και επιρροές σας; Και γιατί αλήθεια αυτά έπρεπε να βγουν μέσα από το γκρουπ και όχι ας πούμε από ένα άλλο, εντελώς διαφορετικό σχήμα, ακόμα και αν το αποτελούσατε και πάλι εσείς οι τρεις;

Χ. Μ.: Αν ήμασταν άλλοι σίγουρα θα παίζαμε διαφορετικά!

Π. Σ.: Αν λάβουμε τους εαυτούς μας ως δεδομένους, με τις υπάρχουσες επιρροές και εμπειρίες, μάλλον δεν θα μπορούσαν να είναι πολύ διαφορετικά  τα πράγματα. Αλλά με βάση το σκεπτικό αυτό θα καταλήξουμε στην υπάρχουσα κατάσταση, στο υπάρχον σχήμα και τον παρόντα δίσκο. Αν θέλεις όμως πιθανολογούμε λίγο παραπάνω και λέμε «ναι, θα μπορούσε να συμβεί έτσι»! (γέλια)


* Πόσο διαφορετικά προσεγγίζετε ένα κομμάτι σας ανάλογα με το αν είναι τραγούδι ή ορχηστρικό και γιατί; 

Χ. Μ.: Καθόλου διαφορετικά. Ακόμa και όταν δεν υπάρχει φωνή σχεδόν πάντα υπάρχει μια μελωδία ή μια κεντρική ιδέα που ίσως θέλουμε να «τραγουδηθεί», να βγει σε πρώτο πλάνο και να ακουστεί παραπάνω από τις άλλες, ίσως όμως και όχι. Είναι περισσότερο ζήτημα του πόσο ακούμε ο ένας τον άλλον, τα διάφορα στοιχεία που υπάρχουν και συνηχούν σε κάθε κομμάτι. 


* Τι μπορεί να κάνει έναν πιανίστα, έναν μουσικό δηλαδή που κατέχει το ίσως πλέον πολυφωνικό και ένα από τα πιο εκφραστικά όργανα, όταν αποφασίζει να μάθει ένα ακόμα να επιλέξει το καβάλ και το νέι;

Χ. Μ.: Στην περίπτωση μου συμβαίνει το αντίθετο, δηλαδή είμαι ένας «πνευστό»ς που παίζει και πιάνο. Στο πολυφωνικό θα συμφωνήσω, στο εκφραστικό θα διαφωνήσω. Είναι πολύ μεγάλο και πολύ ωραίο όργανο το πιάνο αλλά έχω ακούσει εκατοντάδες άλλα όργανα που έχουν εκφραστικά στοιχεία τα οποία δεν μπορεί καν να προσεγγίσει. Κάθε όργανο έχει την ομορφιά του, κρίμα που υπάρχει ακόμα αυτή η αντίληψη για τους «βασιλιάδες» των οργάνων, είτε είναι το βιολί είτε το πιάνο. Το θετικό του πιάνου είναι ότι προσεγγίζεται εύκολα και σχετικά εύκολα επίσης παράγεις ήχο με αυτό  (σε αντίθεση με το βιολί η το νέι στα οποία ακούγονται «στριγκλιές» ή....τίποτα)! και για αυτό  βοηθάει στη σύνθεση αλλά και στην κατανόηση της αρμονίας, όπως έχουν πει πολλοί μουσικοί, Ομως κάθε όργανο, ίσως πιο πολύ για κάποιον που του αρέσει να συνθέτει, δίνει καινούριες ιδέες, ακόμα και μελωδίες. Για εμένα, ακριβώς επειδή παίζω πνευστά από μικρός, το πιάνο είναι μια πολύ ωραία  (πολυφωνική) αλλαγή. Αλλά αυτό που ψάχνω ακόμα και σε εκείνο είναι ίσως η μελωδικότητα, με την ευρύτερη έννοια. 


* Και αντίστοιχα τι μπορεί να κάνει έναν ντράμερ, τον μουσικό δηλαδή που αποτελεί την καρδιά του ρυθμού και ειδικά σε ένα jazz γκρουπ, όταν αποφασίζει να μάθει ένα ακόμα όργανο να επιλέξει το πλέον ίσως μελωδικό, δηλαδή το πιάνο;

Δ. Τ.: Αντίστοιχα με τον Χρήστο και εγώ ξεκίνησα με το πιάνο καθώς μάθαινε η αδελφή μου. Ήμουν όμως τυχερός γιατί είχαμε ντραμς στο σπίτι λόγω του αδελφού μου ο οποίος και μου έμαθε αρχικά τύμπανα. Στη συνέχεια σπούδασα και κλασικά κρουστά,, ίσως συνδυάζοντας αμφότερα αυτά. Η καρδιά του ρυθμού του γκρουπ για κάποιους, - και όχι άδικα – είναι ο Παύλος!

Χ Μ.: Ο Δημήτρης, εκτός από ντράμερ, κατέχει τα κλασικά κρουστά, είναι συνθέτης και επίσης μουσικολόγος. Νομίζω ότι παρά πολλοί καλοί μουσικοί έχουν πολλές πλευρές και ίσως αν τις αφήσουν ελεύθερες να αναπτυχθούν και να «συντονιστούν» τα αποτελέσματα θα είναι πολύ πιο ενδιαφέροντα από το να ταυτίζονται μόνο με μία. από αυτές. Χωρίς να θέλω βέβαια να πω ότι και το να παίζει κανείς μόνον ένα όργανο δεν είναι σημαντικό,, όμως δεν χρειάζεται όλοι ανεξαιρέτως οι μουσικοί να ακολουθούν τον ίδιο δρόμο..


* Με ποιους Έλληνες μουσικούς και συγκροτήματα της jazz θεωρείτε ότι είστε συνοδοιπόροι και ίσως ακόμα, από τους παλαιότερους εξ αυτών, έχετε επίσης δεχτεί επιδράσεις;

Χ. Μ.: Από τις πρώτες δουλειές που είχα ακούσει ως φοιτητής η οποία συνδύαζε παραδοσιακά όργανα και ιδιώματα με πιάνο και ντραμς  ήταν το «Νόστος» του Κώστα Θεοδώρου Επίσης  μια ολόκληρη παρέα μουσικών, Τάκης Φαραζής, Σωκράτης Σινόπουλος, Νίκος Σιδηροκαστρίτης...


* Και αντίστοιχα με ποια σχολή της jazz αισθάνεστε πιο κοντά, την αμερικανική, την παλαιότερη, την πιο σύγχρονη ευρωπαϊκή ή κάποιαν άλλη; 

Χ. Μ.: Θα έλεγα σίγουρα η ευρωπαϊκή και όλο το ρεπερτόριο, όχι μόνον από μουσικής αλλά και  αισθητικής πλευράς, της τόσο σημαντικής  ECM.


* Υπάρχει κυριολεκτικά και μεταφορικά χώρος στην Θεσσαλονίκη και γενικότερα στην Ελλάδα του ’17 για να παίξει αλλά και απλά να υπάρξει ένα γκρουπ σαν και εσάς; 

Χ. Μ.: Υπάρχουν κάποιες σκηνές και συναυλιακοί χώροι αλλά σίγουρα είναι λίγοι και δεν αρκούν για να μπορείς να πεις ότι παίζεις σοβαρά και ζεις από αυτό ή ακόμη ότι σου δίνεται η ευκαιρία εξέλιξης. Για να πει ένα σχήμα ότι κάνει κάτι που έχει κάποια προοπτική σίγουρα πρέπει να ταξιδέψει εκτός συνόρων.

Π. Σ.: Θέλουμε να πιστεύουμε ότι οι χώροι όπου μπορούμε να «υπάρξουμε» είναι περισσότεροι από όσους γνωρίζουμε!! Και αυτό επιβεβαιώνεται καθώς ανακαλύπτουμε τέτοιους χώρους στα χρόνια που λειτουργούμε σαν σχήμα αλλά  και ως μεμονωμένοι μουσικοί.


* Και τα προσεχή σχέδια σας, άμεσα και ίσως και πιο μακροπρόθεσμα;

Χ. Μ.: Είναι η παρουσίαση του νέου δίσκου σε συναυλίες στην Ελλάδα, προς το παρόν στην Θεσσαλονίκη, την Πέμπτη 16 Μαρτίου στο «Duende Jazz Bar» και στην Αθήνα, την Κυριακή 19 Μαρτίου στο «Zp89» και προσεχώς και σε άλλες πόλεις. Θα πάμε επίσης στην Σουηδία τον Αύγουστο στο Ystad Jazz Festival και ευελπιστούμε και σε άλλες χώρες. Ταυτόχρονα δουλεύουμε καινούριο υλικό και ιδέες και σιγά - σιγά προετοιμάζουμε τον επόμενο δίσκο.

Π. Σ.: Να παίξουμε όσο περισσότερο μπορούμε και είναι εφικτό. Ο λόγος ύπαρξης του μουσικού είναι να παρουσιάζει τη δουλειά του και να επικοινωνεί διαμέσου αυτής με τους ακροατές που το επιθυμούν. Τίποτα περισσότερο ή λιγότερο από αυτό! 

 

Και στην jazz, το ιδίωμα που, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, εντάσσονται οι Magnanimus Trio, αυτό ισχύει περισσότερο ίσως από οποιοδήποτε άλλο….

Δείτε όλα τα σχόλια