Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μάλερ Χ 2: Αποκαλυπτικός και διδακτικός

Το κενό γεγονότων στο κεφάλαιο «Μεγάλες Ορχήστρες» του Μεγάρου Μουσικής, αλλά και η προγραμματική τόλμη της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, με την παρουσίαση απαιτητικών έργων σε απόσταση χρονικής αναπνοής από προηγούμενη διεθνούς φήμης σχηματισμού, αιτιολογούν συνεκτικά το σημερινό αναδρομικό μας αφήγημα. Γιατί σε διάστημα μόλις δύο μηνών, μεταξύ 26/10 και 9/12/2016, η ίδια αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης» φιλοξένησε δις το συμφωνικό κύκνειο άσμα του Γκούσταβ Μάλερ, το “Αντάτζο” από τη μηδέποτε ολοκληρωθείσα 10η συμφωνία του.

Την πρώτη των εκδηλώσεων εγκαινίασε η Βασιλική Ορχήστρα Κονσέρτγκεμπάου του Άμστερνταμ υπό τη μουσική διεύθυνση του Ντανιέλε Γκάττι με το πρελούδιο στην α’ πράξη της όπερας του Ρίχαρντ Βάγκνερ «Οι αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης», αξιοποιώντας επιπροσθέτως νέους Έλληνες μουσικούς από τη «MOYSA - Συμφωνική Ορχήστρα Νέων του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης». Ήταν μια διαδρομή θερμή, διόλου εμφατική για ένα έργο που εξακολουθεί να βοά για την αποδέσμευσή του από τη ναζιστική αντιποίηση. Η ανθρώπινη ιστορία του Χανς Ζαξ, ως ενός παρ’ ολίγον βασιλιά Μάρκε στην αστική ατμόσφαιρα των φιλότεχνων πολιτών μιας μεσαιωνικής Νυρεμβέργης, αντικατοπτρίστηκε στα πλούσια και εύηχα έγχορδα της όχι μόνο κατ’ όνομα «Βασιλικής» Ορχήστρας. Με την εμπειρία του Μπάυρώιτ στις αποσκευές του, ο Γκάττι διαχειρίστηκε την εισαγωγή ως συμφωνικό ποίημα, κοντοστάθηκε με τρυφερότητα σε θεματικούς σταθμούς της πλοκής και μεγέθυνε τόσο τον λυρισμό των ερωτικών στιγμών στα έγχορδα όσο και το παιγνιώδες στοιχείο στα ξύλινα.

Ο χρυσός ποταμός των ολλανδικών εγχόρδων ξεπήδησε μαζί με τον ανατέλλοντα ήλιο πάνω από τον Ρήνο για τη βαγκνερική συμφωνική ακολουθία σπαραγμάτων από το «Λυκόφως των Θεών» που ολοκλήρωσε το πρώτο μέρος μιας βραδιάς προγραμματικά και εκτελεστικά τολμηρής και αξιομνημόνευτης. Παρακολουθήσαμε το άλμα του ώριμου Ζήγκφριντ, από τη «γαμήλια» νύχτα του με την εξανθρωπισμένη Βρουγχίλδη, στον προδοτικό θάνατο και τη -σφραγισμένη από την πανίσχυρη επιστροφή τού λάιτμοτίφ της κατάρας- νεκρική πομπή του. Μια επίδειξη πειθαρχημένης ισχύος από όλες τις ομάδες της Ορχήστρας, που διακρίθηκε για τον ευγενή ήχο της υπό τη χαλαρά κυρίαρχη και εξόχως αφηγηματική διεύθυνση του Μιλανέζου. Μετά το αξιοπρεπώς σπαρακτικό «Πένθιμο Εμβατήριο», αυτή η αγνώστου πατρότητος φαντασία ολοκληρώθηκε με συναυλιακή επωδό που δεν περιελάμβανε την καταληκτική ελπίδα «Αναγέννησης του κόσμου από την αγάπη».

Η επιλογή αυτή γεφύρωσε ευχερέστερα τη μετάβαση στο Αντάτζιο της 10ης Συμφωνίας του Μάλερ αμέσως μετά το διάλειμμα, ακόμη μια μυσταγωγική εμπειρία, αφού η ακρόαση της συγκεκριμένης μουσικής από την ορχήστρα ενός Μένγκελμπεργκ και ενός Χάιτινκ αποτελεί δυσχερώς πιστευτό προνόμιο για Έλληνα, ακόμη και μουσικά μη υποσιτιζόμενο. Ένας Γκάττι χρυσής ωριμότητας οδήγησε στωικά το συλλογικό του στραντιβάριους από το πλέον τριχοειδές πιανίσιμο των εγχόρδων έως το πλέον έντονο φορτίσιμο των χάλκινων σε μια υπερβατικής ευγένειας διαδικασία εκτόνωσης.

Η τοποθέτηση των «3 Κομματιών για ορχήστρα», έργο 6 του Άλμπαν Μπεργκ στο τέλος μιας συναυλίας θα ήταν αδιανόητη σε κάθε άλλη περίπτωση, και μάλιστα στην Αθήνα. Όχι όμως όταν αυτές οι φιλόδοξα πυκνές συνθέσεις τυγχάνουν παρόμοιας καλειδοσκοπικής κάλυψης με αυτή που επέτυχε η αποκαλυπτική συνηγορία του Γκάττι και των μουσικών του. Ένα εξαίσια οργανωμένο χάος, κατάφορτο από επίκαιρη μουσική αγωνίας των καιρών, του συνθέτη και των δικών μας, σχεδόν εξελικτικά επιγονική εκείνης του ύστερου Μάλερ που είχε προηγηθεί. Του συνθέτη, στον οποίο εξάλλου επανειλημμένως «θύει» ο Μπεργκ, ου μην και με το δικό του καταληκτικό «σφυροκόπημα».

Δύο μήνες αργότερα η μαλερική αντιπαράσταση της ΚΟΑ με την RCO δεν επεφύλασσε την ευχάριστη έκπληξη στην οποία ελπίζαμε. Η καταληκτική της συναυλίας επάνοδος σε αυτό το αποχαιρετιστήριο στη ζωή αντάτζιο κατέληξε σε οδυνηρή έκθεση των ορίων της Κρατικής, αφού η επίδοσή της υπήρξε θορυβώδης, ρηχή και τραχιά, χωρίς την εξαίσια οργανική εναρμόνιση και δομική εποπτεία που η σύνθεση είχε απολαύσει από τους ξένους μας.

Οι λόγοι, ωστόσο, που δικαίωσαν την παρακολούθηση και αυτής της συναυλίας, υπό τη μουσική διεύθυνση του Στέφανου Τσιαλή, ήταν επίσης υπαρκτοί, έστω κι αν εξαντλήθηκαν στο πρώτο μέρος της. Στεκόμαστε ιδιαιτέρως για σήμερα στην «α’ ελληνική εκτέλεση» του αξιαγάπητου βαλς «Εορταστικοί χαιρετισμοί», που ο Βιεννέζος Θεμιστοκλής Μεταξάς (1816 -1880), ελληνικής καταγωγής μεγαλοεπιχειρηματίας και τραπεζίτης στη πόλη του φίλου του Γιόχαν Στράους ΙΙ, είχε συνθέσει για την περίφημη Strauss Capelle (18/08/1863) ένα βαλς διόλου υποτιμητικό του πλαισίου για το οποίο προορίστηκε και πάντως άξιο, στην ταπεινή μας εκτίμηση, να κοσμεί οποιαδήποτε συλλογή από το πλούσιο απόθεμα ενός από τους πιο εμβληματικούς και παγκόσμια αγαπητούς χορούς της Ιστορίας. Εξαιρετική η φινέτσα της ενορχήστρωσης αυτού του introuvable από τον Γιάννη Σαμπροβαλάκη και αντίστοιχα λεπταίσθητη και αριστοκρατική η ανάγνωση από τους Έλληνες συντελεστές! Πολλή ελληνική μουσική ποιότητας τελεί, λοιπόν, ακόμη εν αναμονή της ανακάλυψής της...

Δείτε όλα τα σχόλια