Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Tutto Verdi για το κλείσιμο της χρονιάς

Σε εορταστικό κλίμα παραμένουμε για αυτό το διάλειμμα στην επετηρίδα σχολιασμού των μουσικών γεγονότων κατά το ημερολογιακά απολογιστικό δεκαπενθήμερο του 2016. Είναι μια επιλογή με ενδεχομένως κατασκευασμένη, αλλά πάντως επίκαιρη, πρόθεση ιλαρότητας και διαφυγής από την όλο και πιο καταλυτική μέγγενη της καθημερινότητας. Σχολιάζουμε, λοιπόν, σήμερα το μονογραφικά αφιερωμένο στον Τζουζέππε Βέρντι και κατά συνθήκην φυσικά «Πρωτοχρονιάτικο» γκαλά όπερας (Αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης», Φίλων της Μουσικής, 30.12.2016), στο καταστόλιστο και κατάμεστο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, αφού στην Ελλάδα η κεντροευρωπαϊκή έννοια του Silvesterkonzert (συναυλίας της παραμονής της Πρωτοχρονιάς) παραμένει άγνωστη. Στην ίδια θεώρηση η επεξήγηση του προγραμματικού φυλλαδίου χαρακτήρισε το γεγονός ως «εναρκτήρια συναυλία της σειράς εκδηλώσεων για τα 40 χρόνια από τον θάνατο της Μαρίας Κάλλας», αν και η επέτειος αναφέρεται επίσης στο εν τω μεταξύ ήδη επελθόν 2017 (16 Σεπτεμβρίου). Εκεί που ωστόσο τολμούμε να εκφράσουμε ουσιαστική επιφύλαξη είναι ο βαθμός διασύνδεσης -στο ίδιο φυλλάδιο- του συνολικού ερμηνευτικού χαρίσματος της Κάλλας με την -καθολική και σε όλο το εύρος της μελοδραματικής του παραγωγής- αναγνώριση του Βέρντι κατά τον 20ο αιώνα, θέση που θεωρούμε υπερβολική για το συνθετικό μέγεθος του τελευταίου. Μέγεθος που, όπως ορθώς επισημαίνεται στο ευπρόσδεκτα αδρό κείμενο του καθηγητή Χάρη Ξανθουδάκη, του είχε ήδη πιστωθεί σημαντικά στη μεσοπολεμική και πολεμική Γερμανία. Μια εξέλιξη που έκτοτε τεκμηριώνεται επαρκώς από αφθονία γερμανόφωνων ηχητικών τεκμηρίων, αρκετά των οποίων έχουν δει το φως της δημοσιότητας και άλλα έχουν απλώς πλαισιώσει το συνεχώς αναπτυσσόμενο Γερμανικό Ραδιοφωνικό Αρχείο (DRA). Διακινδυνεύουμε, λοιπόν, την εκτίμηση, ότι, γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο και χωρίς να παραγνωρίζονται ουδέ κατ' ελάχιστον οι καίριες ερμηνείες της Κάλλας σε έργα του, η αποκατάσταση του Βέρντι είχε ήδη καταστεί διεθνώς νομοτελειακή κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Η Κάλλας ενίσχυσε μεν αποκαλυπτικά τη δυναμική τής αναγνώρισης του μπελκάντο ενός Ντονιτζέτι κι ενός Ροσσίνι, ανέδειξε όρους βιωσιμότητας στο ρεπερτόριο κλασικών συνθετών όπερας, όπως ο Χάυντν, ο Κερουμπίνι, ο Γκλουκ κι ο Σποντίνι, αλλά για τον Βέρντι, παρά την αναντίρρητα εμβληματική σφραγίδα της, πιστεύουμε ότι δεν υπήρξε καθοριστική, διαπίστωση που ουδένα των δύο φυσικά μειώνει.

Σε κάθε περίπτωση, για τη βραδιά του Μεγάρου, το πολυπληθές ακροατήριο διέθετε, στα πρόσωπα της υψιφώνου Τσέλια Κοστέα και του βαρυτόνου Δημήτρη Πλατανιά, το προνόμιο παγκοσμίου εμβέλειας ερμηνευτών, καλλιτεχνών που ο καθένας θα θεωρούσε ευτύχημα να συναντήσει σε οποιοδήποτε ονομαστό θέατρο της υφηλίου. Μετά την εισαγωγή στη «Δύναμη του Πεπρωμένου» που ερμήνευσε με άποψη, ενέργεια και στιλπνό ήχο η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τον νέο καλλιτεχνικό διευθυντή του Μεγάρου Μουσικής Μίλτο Λογιάδη, οι μονωδοί συνέπραξαν για δύο απαιτητικές αντιπαραστάσεις τη σκηνή αναγνώρισης πατέρα - κόρης στον «Σίμωνα Μποκανέγκρα» και εκείνη των συζύγων Ρενάτο και Αμέλια από τον «Χορό Μεταμφιεσμένων». Βασιλικό κύρος και πατρική τρυφερότητα στην πρώτη, άκαμπτη οργή αλλά και γλυκόπικρη αναπόληση στη δεύτερη από μέρους του καθιερωμένου στον Βέρντι Πλατανιά δικαίωσαν τον από ετών χαρακτηρισμό μας για τον αναγνωρισμένο διεθνώς βαρύτονο ως «Έλληνα Μπαστιανίνι», χάρη στην ποιότητα της αιχμής του φωνητικού μετάλλου, την αδρή εξαγγελία, την κυρίαρχη τήρηση της γραμμής, την άμεμπτη και μακρά φέρουσα αναπνοή των μελωδικών φράσεων.

Η χειμαρρώδης, τονικά γενναιόδωρη και χορταστικά εύηχη ανταπόκριση της -επιπροσθέτως και οπτικά εντυπωσιακής- παρτενέρ του υπενθύμισε μαλακτικά τις ειδικές προδιαγραφές ερμηνείας των ρόλων αυτών που διεθνώς συχνά απλώς διεκπεραιώνονται από φωνές ανεπαρκούς όγκου και ελαττωμένης ευκαμψίας εντός ορίων συνήθως φιλόδοξης τεσσιτούρας. Φωνητικές προσωπικότητες του ύψους που περιγράψαμε, ωστόσο, θα ωφελούνταν περαιτέρω από λιγότερο ταχεία και πειθαρχική ρυθμικότητα της μπαγκέτας τόσο στην καταληκτική ενότητα του πρώτου ντουέτου και στην άρια της Αμέλια, όσο και σε σελίδες του δεύτερου μέρους της συναυλίας, όπως το Credo του Ιάγου, το οποίο έν τίν μέτρω υπονομεύθηκε από το ξέφρενο τέμπο, ή το αντιστικτικά τοποθετημένο, αμέσως επόμενό του, Ave Maria της Δυσδαιμόνας, που βοά για μεγαλύτερη πλαστικότητα στην ορχηστρική συνοδεία, ποιότητα που παρεμπιπτόντως προσφέρθηκε από τον Λογιάδη στο κυριολεκτικά μαγικό κλείσιμο των εγχόρδων, επιπλέον ανασχετικό αναμενόμενων, βέβηλα πρόωρων, επευφημιών. Στις αξιομνημόνευτες στιγμές της συναυλίας συναριθμούνται η εισαγωγή από τη «Giovanna d' Arco», σε ανάγνωση ευσταθούς ισορροπίας μεταξύ σφρίγους και επισημότητας, η επίσης δυσεύρετη σκηνή του Αέτιου στον «Αττίλα», εξοπλισμένη με το απαραίτητο slancio από τον Ρωμαίο πολέμαρχο του Πλατανιά, αλλά και τα δύο αποσπάσματα από τον «Τροβατόρε», η άρια της Λεονώρα από την α' πράξη, που κατέδειξε την ανθεκτική ισχύ της Κοστέα και στην κολορατούρα, όπως και το ντουέτο της δ' πράξης, το οποίο οδήγησε οριστικά τη συναυλία στη θριαμβευτική της κατάληξη, μετά την -αντί ανκόρ- προσφορά μιας περισσότερο πειθαρχημένης επανάληψης του τελευταίου μέρους του. Καλή χρονιά!

Δείτε όλα τα σχόλια