Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

"Ο JACK ΓΥΜΝΟΣ": ΟΙ ΑΚΟΥΣΤΙΚΕΣ ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΕΙΣ ΤΟΥ JACK WHITE

«Η μουσική εδώ είναι πολυδιάστατη» σημειώνει στο συνοδευτικό κείμενό του ο περίφημος μουσικοκριτικός Greil Marcus. «Η απουσία της ηλεκτρικής κιθάρας αναδεικνύει τη μαστοριά που κρύβουν αυτά τα κομμάτια, ενώ συγχρόνως αποδομείται η οποιαδήποτε προδιάθεση για σοβαροφάνεια ή μεγαλοπρέπεια…». Λίγο παρακάτω στο κείμενό του, παραλληλίζει τη μουσική του Jack White με αυτή του θρυλικού Son House (1902 - 1988).

Στο ερώτημα τι παραπάνω έχει να προσφέρει μια συλλογή με τραγούδια σε ακουστικές εκτελέσεις έχουν απαντήσει από καιρό οι Nirvana με εκείνο το μνημειώδες “Unplugged in New York”. Το “Jack White Acoustic Recordings 1998-2016” (Third Man/Xl Recordings) διεκδικεί εξίσου την εγγραφή του στον κολοφώνα του σύγχρονου rock, αν και θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι πρόκειται για μια συλλογή τραγουδιών διαφορετικής ιδιοσυγκρασίας σε σχέση με το unplugged του ανεπανάληπτου γκρουπ από το Σιάτλ: Τα κομμάτια δεν είναι ζωντανά ηχογραφημένα, δεν γράφτηκαν μια κι έξω, αλλά δουλεύτηκαν στο στούντιο, σε πολλαπλές επεξεργασίες και σε μια περίοδο δεκαοκτώ ετών. Επιπλέον, κάποια από αυτά ήταν εξαρχής παιγμένα ακουστικά. Εκεί που συγκλίνουν, συνταρακτικά μάλιστα, οι δύο αυτές σειρές ηχογραφήσεων είναι στη συναισθηματική ένταση που αποπνέουν και –κυρίως- στα όσα αποκαλύπτουν. Απογυμνωμένα από τον ηλεκτρισμό και την παραμόρφωση, τα τραγούδια τόσο του Kurt Cobain όσο και του Jack White ενσταλάζουν τη σπάνια φλέβα των δημιουργών τους και καταδεικνύουν την αυθύπαρκτη δύναμη που έχουν ως συνθέσεις.

«Η μουσική εδώ είναι πολυδιάστατη» σημειώνει στο συνοδευτικό κείμενό του ο περίφημος μουσικοκριτικός Greil Marcus. «Η απουσία της ηλεκτρικής κιθάρας αναδεικνύει τη μαστοριά που κρύβουν αυτά τα κομμάτια, ενώ συγχρόνως αποδομείται η οποιαδήποτε προδιάθεση για σοβαροφάνεια ή μεγαλοπρέπεια…». Λίγο παρακάτω στο κείμενό του, παραλληλίζει τη μουσική του Jack White με αυτή του θρυλικού Son House (1902 - 1988).

Ο παραλληλισμός τού Marcus είναι εύστοχος. Το τραχύ, προπολεμικό blues του Δέλτα (Charley Patton, Son House, Robert Johnson), καθώς και οι πειραγμένες ηχογραφήσεις της country και της folk, που διέσωσε στις ανθολογίες του ο εκκεντρικός Harry Smith, βρίσκονταν πάντα στον πυρήνα της μουσικής τού Jack White, είτε μιλάμε για τον λουδίτικο garage-blues ήχο των πρώτων δίσκων των White Stripes (“De Stijl”, “White Blood Cells”) είτε για τις μεταγενέστερες και πιο σύνθετες, σε επίπεδο παραγωγής και ενορχήστρωσης, δουλειές του (με τους Raconteurs, αλλά και ως σόλο καλλιτέχνης). Ας τονιστεί ότι, όταν γίνεται λόγος για ακουστικές εκτελέσεις, δεν υπονοείται ότι σε όλα τα κομμάτια επαναλαμβάνεται το μοτίβο «σόλο ακουστική κιθάρα-φωνή». Αντίθετα, οι ενορχηστρώσεις είναι περίτεχνες και σε πολλές περιπτώσεις την κιθάρα του White συνοδεύουν έγχορδα, μπάντζο, τσέλο, λίγα διακριτικά κρουστά κ.λπ. Απουσιάζει απλώς ο ηλεκτρισμός.

Το διπλό “Jack White Acoustic Recordings 1998-2016” περιλαμβάνει συνολικά είκοσι έξι κομμάτια. Δεκατρία ανήκουν στην περίοδο των White Stripes, δύο είναι των Raconteurs, ενώ εννέα προέρχονται από τα δύο προσωπικά άλμπουμ του White (“Blunderbuss”, “Lazaretto”). Φιγουράρει επίσης το “Not Far Away” από το soundtrack της ταινίας «Cold Mountain”, καθώς και το “Love Is The Truth”, που ηχογραφήθηκε στο πλαίσιο διαφημιστικής καμπάνιας.

Το ακυκλοφόρητο “City Lights” (παρμένο από τα sessions του άλμπουμ “Get Behind Me Satan”) είναι το δέλεαρ για τους συλλέκτες του Jack White. Αργόσυρτο και βαρύθυμο, παλαντζάρει ανάμεσα στη folk και στο blues. Από εκεί και πέρα, οι White Stripes εκπροσωπούνται με ακουστικές εκτελέσεις σε κομμάτια όπως το μπητλικό “Apple Blossom”, το “I’m Bound To Pick It Up” σε νέο remix, που φέρνει προς τα ψυχεδελικά του Syd Barrett, το “Well It’s True That We Love Each Other”, δηλαδή το σπαρταριστό διπλό ντουέτο του Jack και της Meg White με την ομόδοξη Holly Golightly, το σπινταριστό punk-blues “Hotel Yorba” κ.ά.

Από τις σόλο δουλειές του, ξεχωρίζει η σχεδόν δραματοποιημένη εκδοχή τού “Love Interruption”, το νέο remix του “Machine Gun Silhouette”, με τα βιολιά να στήνουν πανηγύρι, ανατρέχοντας λες στον ήχο των Fairport Convention, καθώς και το “Hip (Eponyous) Poor Boy” που, απογυμνωμένο, έχει την απλότητα και την αυτάρκεια της pop του Ray Davis.

Όσον αφορά το υλικό των Raconteurs (Jack White + Brendan Benson), το hard rocking “Top Yourself” ακούγεται σε νέα εκτέλεση που φλερτάρει με το bluegrass. Το “Carolina Drama” έχει κάτι το νιχιλιστικό, ο νωχελικός ρυθμός του θυμίζει κάπως το “Sister Morphine” των Stones. Ο συνδυασμός κιθάρας, βιολιού και μπάντζο φτιάχνει τη μουσική ραχοκοκαλιά που ταιριάζει σε μια αυθεντική μπαλάντα φόνου. Στους στίχους χρίζεται κεντρικός ήρωας ένας δευτερεύων χαρακτήρας από την μπαλάντα του “Stagger Lee”, η οποία εμφανίζεται σε αναρίθμητες παραλλαγές στη μυθολογία του blues του Δέλτα. Ο Jack White προσθέτει το δικό του κεφάλαιο σ’ αυτό το δίχως τέλος λαϊκό έπος της Αμερικής, σε μια αφήγηση που παραμένει ανοιχτή σε νέες συμπληρώσεις, όπως συμβαίνει πάντα με τις Μεγάλες Αφηγήσεις.

 

* O τίτλος του παρόντος είναι δάνειο από το μυθιστόρημα «Η Τζούλιετ γυμνή» του Νικ Χόρνμπι (Πατάκης, 2010, μτφ. Χίλντα Παπαδημητρίου). Στις σελίδες του, η σχέση των δύο κεντρικών ηρώων διαταράσσεται εξαιτίας ενός χαμένου άλμπουμ με ακουστικές εκτελέσεις.

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια