Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Έκανε την τόλμη του πρωτοτυπία

SAM SHEPARD (1943-2017)

Της Άσπας Τομπούλη*

Ο Σάμιουελ Σέπαρντ -που έφυγε την εβδομάδα που πέρασε- ήταν θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος, ηθοποιός και μουσικός. Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τις τρεις πρώτες του ιδιότητες, άφησε ανεξίτηλο στίγμα στην αμερικανική κουλτούρα των τελευταίων δεκαετιών. Κάθε μία από τις τέσσερις αυτές ιδιότητες τροφοδοτούσε και άφηνε αδιάλειπτα το ίχνος της πάνω στην άλλη, σε όλη τη διάρκεια της δημιουργικής του πορείας. Ανεξίτηλα καταγραμμένη από τον κινηματογραφικό φακό και η περσόνα του διεθνούς σταρ: μία ψηλή, αδύνατη φιγούρα με γωνιώδες πρόσωπο -μια παρουσία απόμακρη, επικίνδυνη και σαγηνευτική- "μυθική", έγραψε ο παγκόσμιος Τύπος.

Η ίδια του η ζωή είχε το στοιχείο της κινητικότητας και της ανησυχίας: "Ι don’t want to be fixed" ("δεν θέλω να καθηλώνομαι") είχε πει. Γεννημένος στο Ιλινόις, έζησε μια νομαδική παιδική ζωή. Ακολουθούσε την οικογένεια στις διάφορες στρατιωτικές βάσεις όπου υπηρετούσε ο πατέρας του -είχε πολεμήσει ως πιλότος στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο- προτού εγκατασταθεί οριστικά σε ένα κτήμα στο Ντουάρτε της Καλιφόρνιας, ως καλλιεργητής αβοκάντο και εκτροφέας πρόβατων. Η μορφή του πατέρα και το κατρακύλημα του στον αλκοολισμό, ο φόβος ότι μπορεί κάποτε να του μοιάσει, κατάτρεχαν τον Σέπαρντ και αποτέλεσαν το πρόπλασμα αρκετών χαρακτήρων του. "Ο πατέρας μου ήταν γεμάτος από έναν τρομακτικό θυμό."

Στο γυμνάσιο, αδιαφορούσε για τα μαθήματα και περνούσε τις ώρες του παίζοντας ντραμς σε μία μπάντα. Στο κολέγιο όπου φοίτησε για δύο εξάμηνα, διάβασε τα έργα του Σάμιουελ Μπέκετ και αυτό άλλαξε τον προσανατολισμό της ζωής του, λάτρεψε την τζαζ και είδε για πρώτη φορά τους πίνακες (σε φωτοτυπίες, είπε) του Τζακ Πόλοκ, "πράγματα για τα οποία δεν είχα ακούσει ποτέ. Και μετά, απλά έφυγα". Αποφάσισε να γίνει συγγραφέας.

Τη δεκαετία ’60, στη Νέα Υόρκη, στα off-off Broadway θεατράκια, όπως το Caffe Cino και το La Mama, υπήρχε ένας οργασμός δημιουργικότητας από νέους συγγραφείς και νέες προσεγγίσεις στην υποκριτική και την παράσταση. Σε ένα από αυτά, στο "Genesis", ο Σέπαρντ έκανε την πρώτη του εμφάνιση με το "Cowboys" (1964). Το έργο ξάφνιασε και παραξένεψε τους κριτικούς, που αναγνώρισαν όμως το ταλέντο του συγγραφέα. Το 1967 παίχθηκε το πρώτο του έργο κανονικής διάρκειας, το "La Turista".

Έγραψε το σενάριο για το "Zαμπρίνσκι Πόιντ" του Αντονιόνι (1970) ενώ, για ένα διάστημα, έκανε περιοδείες ως ντράμερ με τους "Holy Modal Rounders". Το 1978, έπαιξε στο φιλμ του Τέρενς Μάλιγκαν "Ημέρες Ευτυχίας" και το 1983 ήταν υποψήφιος για το Όσκαρ δεύτερου ρόλου στο φιλμ "Οι κατάλληλοι άνθρωποι" ("The Right Stuff").

Η περίοδος 1978 με 1985, υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγική. Γράφει το "The Curse of the Starving Classes" (1978), "To θαμμένο παιδί" ("The Buried Child", 1979) που κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ και το "True West" (1980). Ουσιαστικά, απαρτίζουν μία τριλογία με θέμα την οικογένεια: κρυμμένα μυστικά, αιμομειξία, αδελφικές σχέσεις, έρωτας, βία και ανταγωνισμός επικοινωνούνται μέσα από μία γραφή που εκτείνεται πέραν του ρεαλιστικού πεδίου, εκτοξεύοντας με πρωτογενή δύναμη μία αδρή ποιητικότητα μαζί με στοιχεία σουρεαλιστικά και γκροτέσκα.

Το "Τρελοί για έρωτα" ("Fool for Love", 1982) και το "Ένα ψέμα του μυαλού" ("Α Lie of the Mind", 1985) (κέρδισε το New York Drama Critics Circle για το καλύτερο έργο της χρονιάς) είναι δύο ακόμα σημαντικά έργα αυτής της περιόδου. Το 1984, έγραψε το σενάριο για το "Παρίστι, Τέξας" του Βιμ Βέντερς (Χρυσός Φοίνικας σεναρίου στο Φεστιβάλ των Καννών).

Χώρος δράσης των έργων του Σέπαρντ είναι η αμερικανική Δύση και ήρωές του οι άνθρωποί της. Βασικός θεματικός άξονας που διατρέχει το έργο του είναι η αναζήτηση ταυτότητας σε έναν κόσμο που είναι αναγνωρίσιμα αμερικανικός. Υπάρχει μία διάχυτη απειλή βίας. Οι ήρωές είναι άνεργοι, αποτυχημένοι και αποξενωμένοι από τον εαυτό τους και τους άλλους. Αποπνέουν έναν πρωτογονισμό, οι πράξεις τους είναι ενστικτώδεις και ανεξέλεγκτες. Εμμονικοί, ηθελημένα αμέτοχοι στον κόσμο που τους περιβάλλει και εγκλωβισμένοι στην οικογένεια, συμπιέζουν μέσα τους τεράστια κύματα βίας που ξεσπούν με εκρηκτική δύναμη πάνω στα άλλα μέλη της οικογένειας και στις γυναίκες που αγαπούν. Οι έρωτες στα έργα του Σέπαρντ είναι καταστροφικοί. Δεν υπάρχει συντροφικότητα ανάμεσα στο ζευγάρι το οποίο αναλώνεται σε ένα παράφορο πάθος όπου οι γυναίκες είναι συνήθως οι αποδέκτες αυτής της παραφοράς. Ο καθρέφτης που χωρίζει τον άνδρα από τη γυναίκα στην περίφημη σκηνή του "Παρίσι, Τέξας", ο πόθος και η αδυναμία τους να βρίσκονται πραγματικά μαζί, διαμορφώνει μοιραία την κατάληξη των σχέσεων. Ο μικρόκοσμος της οικογένειας αποσυντίθεται και η ίδια η οικογένεια παίρνει τη μορφή μιας αναπόδραστης μοίρας.

Ήδη από τον Ο’ Νηλ (1988-1953), η αποσύνθεση του "αμερικανικού ονείρου" προσλαμβάνει τον χαρακτήρα ενός συλλογικού τραύματος που δεν μπορεί παρά να αποτελεί τον εσώτερο πυρήνα κάθε λογοτεχνικής απόπειρας. Ο Σέπαρντ, με καταβολές στο πειραματικό θέατρο των σίξτις, θαυμαστής του Πίτερ Μπρουκ και συνοδοιπόρος των Μπίτνικ, αναζητά το κρυμμένο συνδετικό κρίκο όχι μόνο μέσα από τη γραφή και τη γλώσσα -που χαρακτηρίζεται από μία ιδιότυπη ρυθμικότητα- αλλά και μέσα από την εκτεταμένη χρήση μουσικής, ποπ και κυρίως ροκ. Ο Σέπαρντ αναζητά -με κάποιες δόσεις ρομαντικής νοσταλγίας- τον κρυμμένο κρίκο που θα αποκαταστήσει το διασαλευμένο όνειρο. Ανατρέχοντας στα βασικά αλλά στρεβλωμένα πρότυπα του αμερικανικού μύθου, (η ζωή κοντά στη φύση, οι αγρότες, οι καουμπόις κ.λπ.), που αυτονόητα παράγουν πολλαπλές ειρωνείες και αντιφάσεις, συνθέτει ένα έργο σύγχρονο, σκληρό και ποιητικό μαζί. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που επισημαίνουν ότι οι βίαιοι ρυθμοί της ροκ εκπροσωπούν μια τάση φυγής προς κάτι το απαγορευμένο, προς την ποθούμενη ελευθερία και τον απεγκλωβισμό όπως επίσης επισημαίνουν την μυθική διάσταση του έργου του μέσα από την αναζήτηση της ταυτότητας και της "ολότητας", όπως περιγράφεται από τον ίδιο στην παρακάτω συνέντευξης:

"...έχω φθάσει σε ένα σημείο που δεν ενδιαφέρομαι πια για ό,τι δεν έχει ένα είδος ολότητας μέσα του. Δεν με ενδιαφέρουν πια τα μικρά, αποσπασματικά πραγματάκια και κομματάκια που κινούν το ενδιαφέρον μου για πέντε λεπτά. Χρειάζομαι κάτι που να έχει μέσα του περισσότερη από αυτή την οριστική ολότητα (...) Αυτό σημαίνει ότι είναι μια ιστορία που έχει ήδη ειπωθεί... και ότι απλά έρχεσαι προς αυτήν... Το πιο τρομακτικό για μένα, αυτήν τη στιγμή, είναι αυτή η αποξένωση από την ζωή. Άνθρωποι και πράγματα απομακρύνονται όλο και περισσότερο από το πραγματικό. Απομακρυνόμαστε όλο και περισσότερο από τη Γη σε σημείο που οι άνθρωποι απλά δεν γνωρίζουν τον εαυτό τους, ή ο ένας τον άλλον, ή οτιδήποτε. Είμαστε αυτή η απίστευτη παγκόσμια ράτσα των ξένων... αυτό είναι τρομακτικό... Είναι απολύτως τρομακτικό... αυτή η ακατάπαυστη αποξένωση... οι άνθρωποι έχουν ακρωτηριαστεί ο ένας από τον άλλον και από τον εαυτό τους". (Σ. Σέπαρντ, "Ιnterview Μagazine", 1988, s. 78)

* Η Άσπα Τομπούλη είναι σκηνοθέτις

Δείτε όλα τα σχόλια