Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μια ποιητική αλλά και πληγωμένη παιδική ηλικία

Σε επανέκδοση «Το δέντρο που πληγώναμε»

Από τον «Λουστράκο» (1962) της Μαρίας Πλυτά με τον Βασιλάκη Καΐλα μέχρι τον «Ψύλλο» (1990) του Δημήτρη Σπύρου με τον μικρό Παντελή Τριβυζά, που δεν συνέχισε στον κινηματογράφο, οι αναπαραστάσεις της παιδικής ηλικίας στην ελληνική οθόνη είναι σποραδικές, λίγο πολύ τυχαίες και -καθόλου περίεργο- «υποκύπτουν» σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό στις επιρροές από το κινηματογραφικό αρχέτυπο που προσδιόρισε το τεράστιο ταλέντο του Τσάρλι Τσάπλιν. Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που γύρισε ο Τσάπλιν, το «Χαμίνι» (1920), με το παιδί -θαύμα Τζάκι Κούγκαν, που σε αρκετές σκηνές κλέβει την παράσταση, πρέπει να ιδωθεί σαν μια «επιστροφή» τού Τσάπλιν στις δύσκολες στιγμές που γνώρισε ο ίδιος στους δρόμους του Λονδίνου και στα ορφανοτροφεία της δικής του παιδικής ηλικίας...

Στην ταινία, το δίδυμο συνεργάζεται άψογα: Το χαμίνι σπάει τζάμια, ο Σαρλό τα επισκευάζει κι έτσι βγάζουν όσα χρειάζονται για την επιβίωση... Μια από τις πιο κρίσιμες σκηνές της ταινίας είναι όταν οι υπεύθυνες του ορφανοτροφείου καταφθάνουν για να πάρουν το παιδί και να το κλείσουν στο ίδρυμα. Ακριβώς μια ανάλογη εμπειρία είχε ζήσει ο ίδιος ο Τσάπλιν όταν ήταν μικρός. Όπως έχει πει, ζήτησε το ντεκόρ του δωματίου στην ταινία να είναι πιστή αναπαράσταση του χώρου όπου ζούσε στο Λονδίνο.

Ο Τσάπλιν βγήκε για πρώτη φορά στη σκηνή στην ηλικία των πέντε ετών, χωρίς τη θέλησή του, μια βραδιά που η τραγουδίστρια μητέρα του είχε αρρωστήσει και ο θιασάρχης, γνωρίζοντας ότι ο μικρός ήξερε τα τραγούδια που έλεγε η μάνα του, τον έσπρωξε βιαστικά στη σκηνή για να την αντικαταστήσει. Ο μικρός Τσάρλι εισέπραξε ένα απρόσμενο θυελλώδες χειροκρότημα για την ερμηνεία του και το πρώτο βήμα είχε γίνει...

Ο Δήμος Αβδελιώδης, στο πέρασμά του στον κινηματογράφο το 1983 με τη μικρού μήκους ταινία «Αθέμιτος συναγωνισμός», καταθέτει έναν προσωπικό «φόρο τιμής» στο πνεύμα αλλά και στην κινηματογραφική τεχνική του Τσάπλιν: Ένας γυρολόγος παρέα με έναν πιτσιρίκο μικρό κλέβουν, «ταχυδακτυλουργικά», από ένα φορτηγό, καρπούζια για να τα πουλήσουν. Όταν θα καταφέρουν να βρουν μια μικρή πελατεία, θα έρθουν αντιμέτωποι με οξύτατο ανταγωνισμό από ένα άλλο ζευγάρι καταφερτζήδων, προκαλώντας την... έκρηξη της θεάς Θέμιδος.

Λίγα χρόνια αργότερα, ο Αβδελιώδης ξεκινά να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ για τη χιώτικη μαστίχα, το πιο διάσημο προϊόν της πατρίδας του. Πληγώνεις το δέντρο, ξανά και ξανά, προκειμένου να αποκτήσεις το πολύτιμο προϊόν. Ο Αβδελιώδης αντιλαμβάνεται γρήγορα ότι η μυθολογία ζωής που υποκρύπτει το «υλικό» του απαιτεί άλλου είδους χειρισμό και καταλήγει να γυρίσει μια ταινία με χαλαρή μυθοπλασία, σχεδόν αυτοτελή επεισόδια, με επίκεντρο τη χαμένη παιδική ηλικία κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’60, στα χωριά της Χίου. Είναι «Το δέντρο που πληγώναμε» (1986), μια ταινία οριακή και «μοναχική» ταυτόχρονα. Η αναζήτηση της παιδικής ηλικίας αποκτά διαστάσεις ποιητικές, σαν να αναζητεί κανείς «μια πηγή που δεν στερεύει ποτέ». Το μαστιχόδεντρο μέσα από το χάραγμα, μέσα από την πληγή του, προσφέρει ξανά και ξανά στον κύκλο του χρόνου.

Οφείλω να καταθέσω εδώ πως η γενιά μου, που «συνάντησε» στην οθόνη την ταινία του Αβδελιώδη εκείνη τη χρονιά στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (όπου μια ανεκδιήγητη προκριματική επιτροπή την είχε εξορίσει στο πληροφοριακό τμήμα), αντιλαμβανόταν ενδόμυχα πως δεν ήταν μια ηθογραφία, δεν αφορούσε το παρελθόν, αλλά ερχόταν να μιλήσει για μας, για το τώρα και για το αύριο, για το πώς, ίσως, θα μπορούσαν να εκφραστούν όσοι ασφυκτιούσαν από την εγκαθίδρυση του νεοελληνικού καταναλωτικού πολιτισμού, του επίπλαστου ευδαιμονισμού και του αγοραίου κυνισμού που απλώνονταν ταχύτατα σαν επιδημία, αφυδατώνοντας και αιχμαλωτίζοντας μια ολόκληρη κοινωνία.

Η αφήγηση είναι ασυνεχής και περιλαμβάνει «κεφάλαια» με μεσότιτλους, επεισόδια που δεν συγκροτούνται από μια εσωτερική αφηγηματική ροή. Είναι «στιγμές» μάλλον αυτονομημένες στη μνήμη και την ανάκλησή της, ο μαυροπίνακας στη σχολική αίθουσα, η τιμωρία από τον δάσκαλο, το μαστιχόδεντρο, η θάλασσα, το λευτέρωμα των πουλιών από τις ξόβεργες, η φιλία, η παραβίαση της ιδιοκτησίας, το ατέλειωτο παιχνίδι, συχνά σκληρό και πρωτόγονο. Η φύση κρατά κάτι από ένα αχαρτογράφητο μυστήριο, δεν έχει ακόμη κατακτηθεί. Μνήμες και αισθήσεις, που έχουν σημαδέψει σχεδόν όλους μας... Ο Αβδελιώδης αποφεύγει το σχόλιο αλλά και κάθε μεγαλόστομο συναισθηματισμό. Απομακρύνεται συνειδητά από τους άσκοπους διαλόγους που θα συναντούσαμε σε «παρόμοιες» ταινίες. Υπάρχει ακόμη στην ταινία το πλησίασμα του άλλου φύλου, που εδώ έρχεται από την πόλη, από μια ζωή εντελώς άγνωστη, αλλά σίγουρα ερεθιστική...

Τελικά, η βιωμένη αίσθηση του χρόνου βαραίνει στην ταινία και ισοσταθμίζει τη φαινομενική αθωότητα. Ο κατ' εξοχήν κινηματογραφιστής της δύσκολης «μετάβασης» από την παιδική ηλικία στην εφηβεία, ο Φρανσουά Τριφό, είχε πει κάποτε πως «δεν είναι οι έφηβοι που συνήθως αρνούνται την κοινωνία, είναι η κοινωνία που τους αρνείται». Η έλλειψη επικοινωνίας, οι στερήσεις, τα ανεκπλήρωτα όνειρα, το ξύπνημα της σεξουαλικότητας δεν «θεραπεύονται» με την άνευ όρων κατανάλωση εικόνων σαν υποκατάστατο ουσιαστικών δεσμών επικοινωνίας.

Τα είχε πει άλλωστε και ο ίδιος ο Δήμος Αβδελιώδης μιλώντας τότε για την ταινία, για όποιους είχαν τη διάθεση να ακούσουν: «Με ενδιαφέρει ένα μοντέλο ζωής που χρησιμοποιεί το παρελθόν για να δημιουργήσει καλύτερες συνθήκες για το τώρα και το τώρα το αντιλαμβάνομαι περισσότερο με την έννοια του μέλλοντος».

Κάποιοι βιάστηκαν να συσχετίσουν την ταινία με μια παράδοση «άδολης», λαϊκής τέχνης, των ναΐφ καλλιτεχνών. Σίγουρα πρόκειται για ένα έργο που υπερβαίνει αυτές τις ερμηνείες. Το ρήμα «πληγώνω» δηλώνεται σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο. Αθωότητα χωρίς την επιτέλεση της πληγής δεν υπάρχει. Άλλωστε, το «τίμημα» είναι τα δάκρυα των δύο μικρών φίλων που θα συμπέσουν με τα δάκρυα του μαστιχόδενδρου, του «δένδρου που πληγώναμε».

Το σινεμά του Αβδελιώδη υπακούει σε ένα συγκεκριμένο σύστημα: μικρές ενότητες που δεν ολοκληρώνονται πάντοτε δραματουργικά, αλλά πάντως καταφέρνουν να πυροδοτήσουν μια συναισθηματική κάθαρση... Και το κυριότερο, ο σκηνοθέτης απορρίπτει εξαρχής αυτό που εύκολα ονομάζουμε τετριμμένη «παιδική αθωότητα» - κάτι που είναι βέβαια ένα νοητικό κατασκεύασμα... Εδώ υπάρχουν ταυτόχρονα η γλύκα και η σκληρότητα, το χειροπιαστό του βιώματος και το φευγαλέο μυστήριο της πρώτης συγκίνησης, η μαγική διάσταση της αποκαλυπτικής αίσθησης.

Στις αίθουσες από 10 Αυγούστου

Η ταινία του Δήμου Αβδελιώδη «Το δέντρο που πληγώναμε», παραγωγής 1986, βγαίνει στους κινηματογράφους σε επανέκδοση στις 10 Αυγούστου. Σενάριο: Δήμος Αβδελιώδης. Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου. Ερμηνεία: Δήμος Αβδελιώδης, Γιάννης Αβδελιώδης, Νίκος Μειωτέρης, Μαρίνα Δεληβοριά, Τάκης Αγόρης.

Δείτε όλα τα σχόλια