Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Δημήτρης Μαυρίκιος: Το θέατρο είναι το τελευταίο προπύργιο της προφορικής λογοτεχνίας

«Πρέπει να αγαπώ πολύ ένα έργο για να θέλω να το σκηνοθετήσω· και οι αγάπες δεν είναι άπειρες» ομολογεί ο Δημήτρης Μαυρίκιος, σκηνοθέτης που οι παραστάσεις του αποτυπώνονται στη μνήμη και κινητοποιούν αισθήματα των θεατών, καθώς ο ίδιος αντιμετωπίζει το θέατρο ως σχέση ζωής, ένα πολύτιμο και σπάνιο τιμαλφές.

Συνέντευξη στη Μάνια Ζούση

 «Τα έργα πρέπει να σου μιλάνε και να νιώθεις ότι μπορείς να τα αποδώσεις τόσο με τη λογική, όσο και με την όποια συναισθηματική σου ευφυΐα» εξηγεί και μιλά με το πάθος που τον διακρίνει για το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» του Πιραντέλο που παρουσιάζεται στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. «Έργο από τη φύση του μοναδικό, είναι το κρυφό αριστούργημα του συγγραφέα του, καθώς στα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν πρέπει να τοποθετήσεις τους χαρακτήρες των πραγματικών ηθοποιών της εκάστοτε παράστασης. Είναι ένα έργο που δεν θυμάμαι να υπάρχει παρόμοιό του» λέει ο γνωστός σκηνοθέτης, που δεν κρύβει τον ενθουσιασμό του για τη μετάφραση των έργων που παρουσιάζει, αποκαλύπτοντας παράλληλα την έκδοση της «Κόλασης» του Δάντη το αμέσως προσεχές διάστημα. «Στα ενδιάμεσα των έργων που σκηνοθετούσα, την «Πάπισσα Ιωάννα», το «Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι» και το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε», μετέφραζα μανιωδώς την «Κόλαση» του Δάντη, που πρόκειται να κυκλοφορήσει σε έμμετρη μετάφραση 4.720 στίχων. Δεν σήκωσα κεφάλι. Κι έχω πολλές έμμετρες μεταφράσεις για να εκδοθούν: Ρακίνα, Κορνέιγ, Σαίξπηρ... Το θέατρο είναι το τελευταίο προπύργιο της προφορικής λογοτεχνίας» τονίζει και επισημαίνει τον κίνδυνο πως «μέσα από την 'αλφαβητική' κουλτούρα μας έχουμε γίνει κουφοί αναγνώστες. Η έντυπη λογοτεχνία έχει εξελιχθεί σε σχέση κουφού αναγνώστη με βουβό ποιητή».

Σκηνοθέτης πολυτελούς διαβίωσης στο θέατρο, με την έννοια ότι επιλέγει επιμελώς το έργο που τον έλκει την κατάλληλη χρονική στιγμή, ο Μαυρίκιος μοιάζει να αντιμετωπίζει την τέχνη του με πριγκιπική μεγαλοσύνη και χωρίς να την υποβιβάζει σε επιούσια ανάγκη. Δείχνει πως δεν σκηνοθετεί για να ζήσει. «Προσπάθησα όσο μπορούσα να μην ταυτίσω τη σκηνοθεσία με τον βιοπορισμό, παρότι είχα σοβαρά οικονομικά προβλήματα στη ζωή μου και συνεχίζω να έχω. Δεν έχω πόρους από κάπου. Ανάλογα με τις εποχές, είτε κάνοντας εκπομπές στο Τρίτο Πρόγραμμα παλιότερα, είτε μεταφραστική δουλειά, μετακινούσα ένα βάρος του βιοπορισμού προς τα εκεί. Συχνά το πλήρωσα ακριβά, με αποτέλεσμα την οικονομική στενότητα».

Από μικρός σκηνοθέτης

Γεννημένος στο Κάιρο, ο Δημήτρης Μαυρίκιος, γιος γονιών με «ανοιχτωσιά μυαλού», που υπήρξαν κάτι σαν πρώτοι του δάσκαλοι... «Με μητέρα που λατρεύει το θέατρο ακόμα και τώρα, στα 98 της, με έναν πατέρα που λάτρευε τη μουσική. Ήδη από τη δύσκολη δεκαετία του '60 μου έλεγαν να σπουδάσω αυτό που ήθελα. Είχαν καταστραφεί οικονομικά στην Αίγυπτο και δεν τους ήταν εύκολο να μου εξασφαλίσουν μια άνεση· κι όμως, στα πρώτα μου βήματα με στήριξαν από το υστέρημά τους».

Από τότε που θυμάται τον εαυτό του, σε ηλικία μόλις έξι χρόνων, ακόμα και στα παιχνίδια του με τα άλλα παιδιά... σκηνοθετούσε! «Έβαζα τα παιδάκια να παίζουν αυτοσχέδιους ρόλους, τους έδινα ένα θέμα και τους έλεγα πώς θα παίξουν» θυμάται χαμογελώντας.

Σπουδάζει Θεατρολογία στη Σορβόννη και ακολουθεί η Κρατική Σχολή Κινηματογράφου στη Ρώμη, με τον δάσκαλό του Ροσελίνι να ενθουσιάζεται με μια μικρού μήκους ταινία του. Ως σπουδαστής είχε την τύχη να παρακολουθήσει γυρίσματα ταινιών των Φελίνι, Παζολίνι, Μπολονίνι και άλλων. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, ο Νίκος Κούνδουρος τον ωθεί στη σκηνοθεσία βλέποντας την πρώτη του ταινία, που τον ενθουσιάζει. Η επαφή με το θέατρο γίνεται μέσα από τον Μίνωα Βολανάκη και τον Μάνο Χατζιδάκι, όταν ο τελευταίος του αναθέτει την πρώτη του παράσταση στον Μουσικό Αύγουστο το 1980 στο Ηράκλειο. «Δασκάλους τέχνης και ζωής» τους χαρακτηρίζει.

Μεταφραστής ο ίδιος των έργων που σκηνοθετεί, εξηγεί πως «όταν μεταφράζεις, έχεις ψάξει πολύ για να βρεις τη λέξη της απόδοσης στη γλώσσα σου· κι έτσι έχεις έτοιμη την απάντηση στο κάθε 'γιατί;' των ηθοποιών, αφού έχεις βιώσει κάτι σαν θητεία δίπλα στον συγγραφέα. Πρέπει να ακούς το κείμενο την ώρα που το μεταφράζεις και όχι να το διαβάζεις βουβά. Μεταφράζοντας για το θέατρο, οφείλεις να μεταφράζεις μιλώντας και ακούγοντας τη φωνή σου» υποστηρίζει.

Πρώτος Έλληνας σκηνοθέτης που χρησιμοποίησε τον κινηματογράφο στο θέατρο, ομολογεί πως του αρέσει η μείξη κινηματογραφικής και θεατρικής δράσης την ίδια στιγμή, με αποτέλεσμα οι παραστάσεις του «να έχουν κινηματογραφικότητα». Προσηλωμένος στο θέατρο, επιμένει πως δεν του λείπει ο κινηματογράφος. «Ως κινηματογραφικός σκηνοθέτης μπαίνεις λίγο στη λογική ενός πνευματικού Αυνάν... Στο θέατρο, αν δεν υπάρξει έρωτας, δεν υπάρχει σύλληψη· ούτε κυοφορία».


Στιγμιότυπο από το έργο "Απόψε αυτοσχεδιάζουμε" που παρουσιάζεται στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου

«Απόψε αυτοσχεδιάζουμε»

Σκηνοθέτης που καταθέτει βιωματικά χαρακτηριστικά στα έργα και τις παραστάσεις του, ο Μαυρίκιος υποστηρίζει πως «πρέπει να διακρίνεις μέσα στο έργο στοιχεία που σου μιλάνε έτσι ώστε να οδηγείσαι σε αυτό που θα ονόμαζα 'αυτοβιογραφική σύμπτωση' λέει· και επαναλαμβάνει πως πρέπει να αγαπάει πολύ ένα έργο για να θέλει να το ανεβάσει «και οι αγάπες δεν είναι άπειρες, όπως και με τους ανθρώπους. Είναι σαν τους έρωτες τα έργα...».

Μιλώντας για το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε», δεν διστάζει να πει πως «σε αυτό το έργο οφείλεις να συμπληρώσεις τον Πιραντέλο με τα βιώματα εκείνων που συμμετέχουν και μάλιστα αφού θα έχεις κάνει τη διανομή... Ένα έργο που, βασισμένο στις προσωπικότητες των ηθοποιών, χρειάστηκε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο να το διασκευάσω ριζικά». Δεν κρύβει πως το επέλεξε καθώς ήταν «μια εμμονή παιδιόθεν. Πρώτη φορά έφηβος άκουσα να μιλάνε γι' αυτό, και μάλιστα από το στόμα του Μάνου Χατζιδάκι, ο οποίος το εξηγούσε στην εκπομπή του Αχιλλέα Μαμάκη 'Το θέατρο στο μικρόφωνο' μιλώντας για τη μουσική του. Παράσταση μεγάλης επιτυχίας τότε, στο Θέατρο Αθηνών σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μυράτ. Έψαξα αργότερα για το έργο και τον συγγραφέα του. Με είχε μπερδέψει η αφήγηση του Χατζιδάκι για έναν νεαρό ταχυδρόμο που χτύπησαν σε τροχαίο, κάτι που του ενέπνευσε τους στίχους του γνωστού τραγουδιού. Έτσι κατάλαβα πώς μπορεί ένα προσωπικό βίωμα, ακόμα και του συνθέτη, να μπαίνει μέσα στο corpus του κειμένου μιας παράστασης. Ανακάλυψα τον Πιραντέλο και το έργο, όπου ο ίδιος λέει ότι ο συγγραφέας παύει να υπάρχει όταν το ολοκληρώσει. Η δημιουργία είναι εκείνων που φτιάχνουν τη σκηνική του εκδοχή. Όταν αργότερα γνωριστήκαμε με τον Μάνο Χατζιδάκι στο Παρίσι, μου εξήγησε κι εκείνος με τη σειρά του την ανοιχτωσιά απέναντι στα έργα και πιο ειδικά απέναντι σε αυτό».

Ένα θεατρικό εργοτάξιο

Όταν τον ρωτάμε πώς το βίωμα γίνεται τέχνη, ο δημοφιλής σκηνοθέτης εξηγεί πως «όταν, όπως εδώ, έχεις έναν κεντρικό ρόλο που είναι ένας σκηνοθέτης, θες δεν θες, περνάς πράγματα του εαυτού σου. Όταν πάλι συμπίπτει το θέμα, ενδεχομένως και η αυτοβιογραφία του συγγραφέα, με δικά σου βιώματα, αναγκαστικά θα βγουν στη φόρα και τα 'δικά σου', έτσι όπως είχε συμβεί με τον 'Γυάλινο κόσμο'. Δεν συμβαίνει πάντα. Κι αν συμβαίνει κάποιες φορές, είναι σε μικρό βαθμό και δεν είναι ελεγχόμενο από τη συνείδηση».

Επιμένουμε πως διαθέτει μια προσωπική σφραγίδα πολύ ιδιαίτερη στα έργα του, κάτι που δεν συναντάμε πια συχνά. «Όταν εκφράζεσαι με έναν τρόπο, κι εννοώ πρωτίστως τη γλώσσα, κι όταν όλα τα έργα που έχεις σκηνοθετήσει τα έχεις μεταφράσει - διασκευάσει ο ίδιος (κάτι που γεννήθηκε από μια εντολή σχεδόν του δάσκαλού μου, του Μίνωα Βολανάκη, στην πρώτη παράσταση του 'Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα' στο ΚΘΒΕ το 1987), τότε και μόνο ο τρόπος που διατυπώνεις μέσα από τη γλώσσα κάποιες σκέψεις ή κάποιες καθημερινές κουβέντες κουβαλάει κάτι βιωματικό. Ένα από τα στοιχεία λοιπόν είναι ο λόγος, η μετάφραση. Επίσης, η επιλογή του έργου... Σε αυτό το έργο είμαι συνεχώς παρών. Είναι πιο σωστό, με την έννοια ότι από τη στιγμή που ο σκηνοθέτης της παράστασης είναι και πρόσωπο του έργου, είναι πολύ πιο πειστικό να τον υποδύεται ο πραγματικός σκηνοθέτης από ό,τι ένας ηθοποιός. Το θεώρησα απαραίτητο να παίξω αυτό τον ρόλο.

Στην αρχή είχα μεγάλο άγχος, τον φόβο ότι δεν θυμάμαι πάντα τα λόγια μου, αλλά τώρα μου έχει φύγει αυτό το άγχος. Επίσης υπήρχε κι ο φόβος να με κουράσει η ρουτίνα, αλλά έρχομαι με μεγάλη χαρά στην παράσταση, γιατί είμαστε ένας πολύ αγαπημένος θίασος. Το τρίτο και σημαντικότερο που φοβόμουν ήταν ότι παίζοντας δεν θα είχα τον έλεγχο της παράστασης στα σημεία όπου παίζω. Όμως με την πολύτιμη βοήθεια του Μανώλη Δούνια και της Μαρίας Βαρδάκα το ξεπέρασα κι αυτό. Και η βοήθεια των ηθοποιών ήταν καθοριστική, προεξαρχούσης της Λυδίας Φωτοπούλου, που της ζητώ σχεδόν καθημερινά να μου κάνει παρατηρήσεις για να νιώθω πιο σίγουρος. Έτσι το έργο ξαναγράφτηκε πάνω στον συγκεκριμένο θίασο με αποτέλεσμα να συγκεντρώνει μικρές αυτοβιογραφικές αναφορές που μπλέκονται γλυκά με τον Πιραντέλο, σε ένα ευφυές παιχνίδι. Κάπως έτσι είναι...

Πρόκειται για ένα έργο από τη φύση του μοναδικό, το κρυφό αριστούργημα του Πιραντέλο, που διαβάζοντάς το δεν μπορείς να το καταλάβεις με την πρώτη. Πρέπει να βάλεις στα πρόσωπά του τους χαρακτήρες των πραγματικών ηθοποιών της εκάστοτε παράστασης, του εκάστοτε θιάσου. Αναφέρεται κάπου και στο 'Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα'. Εδώ υπάρχει η αντίθετη διαδρομή από εκείνη των έξι προσώπων: δεν είναι οι ρόλοι που αναζητούν τους ηθοποιούς, αλλά οι ηθοποιοί που ψάχνουν να γίνουν οι ρόλοι, κάτι πιο κοντινό στην ψυχολογική αλήθεια των ανθρώπων. Αυτό το έργο σου δηλώνει πως ο χώρος του μύθου δεν είναι άλλος από εκείνον όπου βρίσκεσαι ως θεατής. Και δεν είναι πολλά τα έργα όπου ο θεατής είναι μέρος της παράστασης... Μπαίνει στην 'κουζίνα' της έχοντας την εμπειρία να ζει παράλληλα το μεγαλείο ή και τη μιζέρια που μπορεί να συναντήσει σε ένα θεατρικό εργοτάξιο...».

Δείτε όλα τα σχόλια