Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Γιασεμί Κηλαηδόνη: Τη μαγεία του θεάτρου τη ζω από την κοιλιά της μάνας μου

Για το γοητευτικό και περιπετειώδες ταξίδι της έως τώρα ζωής της, από τα παιδικά χρόνια στη Λάρισα όπου γεννήθηκε το 1977, τα παρασκήνια του Θεσσαλικού Θεάτρου όπου...

Συνέντευξη στη Μάνια Ζούση

 

Για το γοητευτικό και περιπετειώδες ταξίδι της έως τώρα ζωής της, από τα παιδικά χρόνια στη Λάρισα όπου γεννήθηκε το 1977, τα παρασκήνια του Θεσσαλικού Θεάτρου όπου μεγάλωσε και τις καλοκαιρινές μουσικές περιοδείες του πατέρα της έως τη γέννηση της κόρης της και τον θάνατο του Λουκιανού, που την άλλαξαν μέσα σε διάστημα πέντε μηνών κάνοντάς την έναν άλλον άνθρωπο, όπως ομολογεί, μας μιλά η Γιασεμί Κηλαηδόνη.

Σε αυτήν τη συνέντευξη η καλή ηθοποιός δεν παραλείπει μεταξύ άλλων να εκφράσει την απορία και την απογοήτευση για “τα παιδιά των επώνυμων γονιών, που μαζί με το καλό κομμάτι, εισπράττουμε κι ένα είδος αποξένωσης και περιθωριοποίησης”, όπως σχολιάζει.

Αφορμή της συνάντησής μας στάθηκε η αποψινή πρεμιέρα στο θέατρο “Μεταξουργείο” του έργου "Δυο γυναίκες χορεύουν" του Καταλανού Ζουζέπ Μαρία Μπενέρ ι Ζουρνέτ που ανεβαίνει σε σκηνοθεσία του Σέρβου Νεμπόισα Μπράντιτς, πρώην υπουργού Πολιτισμού στη Σερβία και για πολλά χρόνια διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου της χώρας του. Μια παράσταση όπου συμπρωταγωνιστεί με τη μητέρα της Άννα Βαγενά. Η πρώτη τους συνάντηση στη σκηνή ήταν το 2002 στη «Φθινοπωρινή Σονάτα» , ενώ ακολούθησαν το 2005 ο “Γυάλινος Κόσμος” και το “Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ”.

Για το πόσο δύσκολο αλλά και δημιουργικό είναι να συνυπάρχουν στην ίδια σκηνή, η Γιασεμί παραδέχεται πως “είναι κάτι πολύ έντονο και κυριαρχικό, το οποίο συνεχίζεται ακόμα και έως σήμερα, παρ’ όλο που έχουν αλλάξει πολλά πράγματα. Είναι η αγωνία της μάνας που προσπαθεί να προστατέψει, να διδάξει, να στηρίξει και να βοηθήσει το παιδί της”.

“Η Άννα δεν το έκανε διακριτικά αυτό. Το έκανε με τον τρόπο της Άννας. Και συνεχίζει ακόμα, παρόλο που το έχει ελαττώσει, καθώς έχει ηρεμήσει, έχει δει πως έχω κάνει τα δικά μου πράγματα μέσα στον χρόνο και έχω χαράξει τη δική μου πορεία. Είναι πιο ήσυχη και σίγουρη πια. Αντιμετωπίζουμε η μία την άλλη ισότιμα και ισάξια σαν δυο συνάδελφοι”, υπογραμμίζει.

Το έργο

“Πρόκειται για τη σχέση δυο γυναικών που η κάθε μια βιώνει τη μοναξιά της. Η μια είναι ηλικιωμένη και ζει παραμελημένη από την οικογένειά της, που θέλει να τη βάλει σε γηροκομείο. Η άλλη είναι μια νέα γυναίκα, χωρίς οικογένεια, που έρχεται να την φροντίσει. Δυο φαινομενικά εντελώς διαφορετικές γυναίκες, με διαφορετικές μνήμες, ζωές, βιώματα, συνήθειες.

Η μεγαλύτερη είναι πιο ανοιχτόμυαλη σε σχέση με τη μικρότερη, που εμφανίζεται περισσότερο ντροπαλή, συνεσταλμένη, πιο πουριτανή. Στην αρχή δεν αντέχουν τη συμβίωση. Όμως σιγά - σιγά αποκαλύπτουν την ιστορία τους η μια στην άλλη φτάνοντας να βρουν έναν κοινό τρόπο να αντιμετωπίσουν τη μοναξιά τους, το αδιέξοδο και το βάρος της ζωής. Στο τέλος οδηγούνται σε μια κοινή έξοδο”.

Έργο γραμμένο σε πέντε σκηνές, μέσα από τις οποίες καθρεφτίζεται όλο το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο της εποχής. Η σκληρή μοναξιά, ίδια και απαράλλακτη τα τελευταία χρόνια για έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων.

Κείμενο σύγχρονο και με θεματική έντονα αναγνωρίσιμη, το “Δυο γυναίκες χορεύουν” ανεβαίνει πολύ συχνά στην Ισπανία και, όπως εξηγεί η Γιασεμί, “τον συγγραφέα τον ενδιαφέρει πώς η δομή της οικογένειας και οι σχέσεις των ανθρώπων έχουν φτάσει σε ένα σημείο όπου δεν μπορούν να συνυπάρξουν λόγω οικονομικών και κοινωνικών λόγων”.

Τα παιδικά χρόνια

"Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου, καθοριστικά στη δημιουργία των βιωμάτων, της ψυχής και της προσωπικότητας ενός παιδιού, τα πέρασα στη Λάρισα, από τα υπέροχα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του Θεσσαλικού Θεάτρου το 1975 έως και το 1982, όταν γεννήθηκε η αδελφή μου Μαρία” αφηγείται η Γιασεμί, που δεν παραλείπει να σχολιάσει: “Τη μαγεία και την αγωνία του θεάτρου τα ζω από την κοιλιά της μάνας μου ακόμα, όταν, όπως μου διηγούνται, τρεις μέρες πριν με γεννήσει έκανε αφισοκόλληση για την παράσταση που θα ανέβαζε. Μέναμε με τη γιαγιά Μαρία, που μαζί με την αδελφή της μητέρας μου έπαιξαν πολύ καθοριστικό ρόλο στη ζωή μου, κι ακόμα παίζουν. Η γιαγιά, που δεν ζει, είναι ένα πρόσωπο πολύ κομβικό και σημαντικό.

Η Άννα ζούσε τους πυρετικούς ρυθμούς του Θεσσαλικού, χωρίς ωράρια και διακοπές, που δημιούργησαν αυτό το υπέροχο πρώτο περιφερειακό θέατρο της χώρας. Η οικογένειά μου δεν ήταν πολύ κανονική, με την έννοια ότι ο Λουκιανός ήταν στην Αθήνα, πηγαινοερχόταν να μας βλέπει, αλλά όχι πάρα πολύ συχνά.

Έτσι έχω μνήμες από μια μεγάλη οικογένεια από την πλευρά της μάνας μου, με τη γιαγιά, τη θεία, τα ξαδέλφια μου και πάρα πολλές εικόνες από το Ωδείο, όπου στεγάζονταν το Θεσσαλικό και οι παραστάσεις του. Έχω πολλές εικόνες από τα καμαρίνια, όπου περνούσα πολλές ώρες ως παιδί.

Στη συνέχεια ερχόμαστε στην Αθήνα, όπου συνεχίζω να ζω την πυρετώδη διαδικασία των παραστάσεων και των συναυλιών ακολουθώντας πολλές φορές το πρόγραμμα του Λουκιανού τα καλοκαίρια ταξιδεύοντας σε πάρα πολλά μέρη. Έτσι ζω από πολύ νωρίς τη γοητεία και την αγωνία δημιουργίας μιας παράστασης, τις πρόβες, την έμπνευση, το άγχος, την ένταση αυτής της ‘γέννας’ και από τους δυο γονείς.

Ο Λουκιανός μας διαμόρφωσε πολύ, καθώς ήταν ένας άνθρωπος που αγαπούσε όλες τις τέχνες, με εμμονή στη ζωγραφική, μας πήγαινε σε εκθέσεις, μας μιλούσε για την αρχιτεκτονική, για τη λογοτεχνία, ήταν ένα περιβάλλον πάρα πολύ γόνιμο".

Πρωτότοκο παιδί, συνεσταλμένο και υπεύθυνο, όπως λέει, αργεί να εκφράσει την επιθυμία της για την τέχνη που θέλει να ακολουθήσει. "Αλλά μέσα μου, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, πάντα αυτό ήθελα. Ήμουν πολύ καλή στις μιμήσεις" παραδέχεται και ομολογεί:

“Οι γονείς μας, αν και ακολουθήσαμε τα βήματά τους, ποτέ δεν μας κατεύθυναν και δεν μας πίεσαν. Έπρεπε ωστόσο να υπερνικήσω τον φόβο που είχα ενδόμυχα, νιώθοντας την αναπόφευκτη σύγκριση μαζί τους. Από παιδί είχα καταλάβει τι σήμαιναν αυτοί οι δυο άνθρωποι, πόσο αγαπητοί και ξεχωριστοί ήταν για τον κόσμο, σπουδαία κληρονομιά αλλά και βάρος. Ήταν και από τους λόγους που άργησα να τους ανακοινώσω πως θα γίνω ηθοποιός. Αλλά τελικά, όσος χρόνος και αν περάσει, θα φτάσουμε εκεί που μας πάει η καρδιά μας".

Δείτε όλα τα σχόλια