Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Προφητεία που επαληθεύθηκε

"Τίμων ο Αθηναίος" στο Εθνικό

Του Λέανδρου Πολενάκη

 

Ο Σαίξπηρ αντλεί το υλικό για το έργο “Τίμων ο Αθηναίος” από τις ιστορίες του Λουκιανού και από τους “Βίους” του Πλούταρχου. Πρόκειται για την πραγματική ιστορία ενός πλούσιου και γενναιόδωρου Αθηναίου του 5ου αιώνα, που ενώ βοηθούσε αδιακρίτως χρηματικά όλους όσοι είχαν την ανάγκη του, όταν άλλαξε η τύχη και έχασε την περιουσία του, είδε όλους τους ευεργετημένους να του στρέφουν την πλάτη. Έχασε τότε την πίστη του στον κόσμο και αποσύρθηκε στην ερημιά αναθεματίζοντας τους ανθρώπους. Ο Σαίξπηρ βάζει τον Έλληνα υπηρέτη τού Τίμωνα να απαντάει στον αχάριστο ευεργετημένο, εκφράζοντας τα αισθήματα του κυρίου του. (Τρίτη πράξη, τρίτη σκηνή, απόδοση Λ.Π.):

“Λαμπρά. Απαντώ στην εξοχότητά σας. Ο Διάβολος δεν ήξερε τι έφτιαχνε, όταν έκανε πανούργο τον άνθρωπο. Έβαλε έτσι σε μπελάδες τον εαυτό του. Επειδή στο τέλος ο άνθρωπος, με τη διαβολική πανουργία του, θα ξεπεράσει και του διαβόλου τις πανουργίες! Πόσο επιδέξια προσπαθεί να κρύψει την πανουργία του ο εν λόγω κύριος! Νομίζει ότι τη δικαιολογεί αραδιάζοντας κούφιες κρίσεις “ενάρετων ανδρών”! Σαν εκείνους τους ανθρώπους που είναι ικανοί, με πρόσχημα την αρετή, να πυρπολήσουν ολόκληρα βασίλεια...”.

Πρόκειται για απροκάλυπτη προσβολή του υποκριτικού πουριτανισμού της ελισαβετιανής Αγγλίας και για ένα από τα βασικά κλειδιά του έργου. Δικαίως ενθουσιάστηκε, άρα, ο Μαρξ διαβάζοντας τον “Τίμωνα” ως ριζική κριτική της αναδυόμενης καπιταλιστικής οικονομίας του χρήματος. Μια προφητεία του Σαίξπηρ που επαληθεύθηκε. Από το πλούσιο πρόγραμμα μεταφέρω ένα μικρό σχετικό απόσπασμα της θεατρολόγου Έρης Κύργια: “Για κάθε έναν θεατή, μπροστά στο ολοκληρωτικά λεηλατημένο σύμπαν του Τίμωνα και μπροστά στον κόσμο που γεννιέται, του Αλκιβιάδη, τίθεται το ζωτικό ερώτημα: Τι πρέπει να καταστραφεί; Τι πρέπει να σωθεί; Ο Σαίξπηρ δεν δίνει απάντηση. Απάντηση, όμως, αποπειράθηκε να δώσει ο Μαρξ”.

Η παράσταση του έργου με το “Εθνικό” (Κτήριο “Ρεξ”, σκηνή “Μαρίκα Κοτοπούλη”) σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού (κίνηση Μαρίας Σμαγιέβιτς) στην καλή μετάφραση του Νίκου Χατζόπουλου, είναι μια τίμια, στρωτή, ευανάγνωστη, άμεσα προσβάσιμη, διδακτική με την καλή έννοια του όρου, δουλειά, χωρίς περίτεχνα σκηνοθετικά τεχνάσματα. Ένα μοντέρνο ανέβασμα διαποτισμένο διακριτικά με χιούμορ, που φέρνει ακόμα πιο κοντά μας το ούτως ή άλλως επίκαιρο έργο, απαλλαγμένο από αχρείαστες εκζητήσεις φόρμας. Μόνη ένσταση, ο στακάτος μονοκόμματος ρυθμός και το κάπως βαρύ, αργό τέμπο. Σε αντιστάθμισμα, η πολύ καλή διαχείριση του έμψυχου υλικού. Κοντά στη λυπημένη στωική, κατόπιν κυνική μορφή του Βασίλη Ανδρέου, που αριστεύει στον πρώτο ρόλο, κανείς από τους άλλους ηθοποιούς δεν μένει μόνος στη σκηνή. Κάθε ένας λάμπει με το δικό του διακριτό φως δίπλα στα φώτα των άλλων, στη συντονισμένη συλλογική δουλειά. Με τον λιτό και ουσιώδη Χρήστο Σουγάρη (ένας ανθρώπινος Αλκιβιάδης), την αεικίνητη Μαρία Σαββίδου, τον δαιμόνιο Άρη Τρουπάκη, τον Δημήτρη Παπανικολάου, τον Μάνο Στεφανάκη και τους: Αργυρώ Ανανιάδου, Γιώργο Δάμπαση, Ιερώνυμο Καλετσάνο, Νίκο Καρδώνη, Στάθη Κόικα, Φώτη Κουτρουβίδη, Αναστάση Λαουλάκο, Φοίβο Μαρκιανό, Στρατή Πανούργιο, Αντιγόνη Φρυδά. Με τα ωραία διαχρονικά κοστούμια και σκηνικά της Ελένης Μανωλοπούλου, τους διαμπερείς φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου, τη μουσική διασκευή από κλασικά κομμάτια του Λύσανδρου Φαληρέα, σε διδασκαλία της ακάματης Μελίνας Παιονίδου.

Δείτε όλα τα σχόλια