Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Γενούφα 2018 με σημαντικές ελληνικές ερμηνείες

Του Κυριάκου Π. Λουκάκου Ακόμη και ο αμύητος μελομανής αντιλαμβάνεται, το αργότερο με την έναρξη της β' πράξης, ότι η «Γενούφα» του Λεός Γιανάτσεκ αποτελεί έργο οριακό στην ένταση των καταστάσεων,...

Του Κυριάκου Π. Λουκάκου

Ακόμη και ο αμύητος μελομανής αντιλαμβάνεται, το αργότερο με την έναρξη της β' πράξης, ότι η «Γενούφα» του Λεός Γιανάτσεκ αποτελεί έργο οριακό στην ένταση των καταστάσεων, στο ψυχολογικό βάθος των προσώπων, στις μουσικές και υποκριτικές απαιτήσεις από τους άδοντες ηθοποιούς. Και πώς αλλιώς αφού αυτή η ακραία πλοκή βρίσκει τη βιογραφική αυτοαναφορά του γηράσκοντα συνθέτη της τόσο στην παλαιότερη απώλεια ενός 13χρονου γιου όσο και στην ανατριχιαστικά επίκαιρη εκείνη της 24χρονης θυγατέρας του Όλγας, η οποία μόλις πρόλαβε, 4 ημέρες πριν από τον θάνατό της, να ακούσει την ολοκληρωμένη όπερα, στο νεκροκρέβατό της και με τον συντετριμμένο πατέρα της στο πιάνο.

Η παραγωγή της Γερμανίδας Nicola Raab, με λιτά σκηνικά και εύλογα κοστούμια του Κύπριου Γιώργου Σουγλίδη, κράτησε το μέτρο στην ανάδειξη ψυχολογικών συμβόλων, ενώ αξιοποίησε ευεργετικά τη φολκλορική υποσημείωση του κειμένου, αφήνοντας χώρο στο έργο και τους ερμηνευτές. Όπως σε όπερες της ωριμότητας του Πουτσίνι, σαν «Το κορίτσι της Δύσης», το «Τρίπτυχο» και την «Τουραντώ», έτσι και στη «Γενούφα», η ορχήστρα επωμίζεται μεγάλο μέρος της μουσικής δραματουργίας και αυτή την παρεμβατική ανάμειξη ανέδειξε, όλο και σαφέστερα στη διαδρομή του κύκλου των παραστάσεων, η Ορχήστρα της ΕΛΣ υπό την μουσική διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού. Οι σποραδικές τεχνικές αστοχίες και η προσεκτική διαχείριση της πρεμιέρας παραχώρησαν τη θέση τους σε μια τεχνικά και μουσικά πιο συνεκτική και δραματική ανάγνωση κατά την τελευταία παράσταση της εφετινής σαιζόν.

Αλλά και η απόδοση της χορωδίας και των λυρικών πρωταγωνιστών, σε αμφότερους τους σχηματισμούς διανομής των ρόλων, ήταν ενδεικτική αυτής της ανοδικής πορείας. Τόσο ο «στιβαρός» τενόρος Δημήτρης Πακσόγλου, στο μέρος του αδύναμου και ασυνείδητου Στέβα, όσο και ο έξοχος Ολλανδός spinto ομόφωνός του Frank van Aken, Ηρώδης στην περυσινή «Ηλέκτρα», κατέγραψαν, στην εξέλιξη των παραστάσεων, ενισχυμένο διαμέτρημα υποκριτικής ασφάλειας και φωνητικής πλησμονής σε σχέση με τις αρχικές ενσαρκώσεις τους. Σε μικρότερους ρόλους ξεχωρίσαμε τον Επιστάτη του Γιάννη Γιαννίση, τον Δήμαρχο του Βαγγέλη Μανιάτη, που αντικατέστησε τελικώς έναν αμήχανο στην πρεμιέρα Δημήτρη Κασιούμη, και, κυρίως, την γεμάτη αυτοπεποίθηση Αρτέμιδα Μπόγρη ως Καρόλκα.

Η σύγκριση των δύο παραστάσεων που παρακολουθήσαμε απέδωσε μιαν -αναμενόμενη ίσως- εντονότερη και αμεσότερη διάδραση των προσώπων στην περίπου ομοιογενώς ελληνική β' διανομή, διαπίστωση που αφορά πρωτίστως στους δύο μεγάλους γυναικείους ρόλους. Η νεαρή Νοτιοαφρικανή Sarah-Jane Brandon της πρεμιέρας υπήρξε Γενούφα ονείρου, με νεανική ηχητική θέρμη και λάμψη. Η φωτοστεφής αντήχηση προβολής της λυρικής φωνής της στην αίθουσα ανέδειξε κομβικές στιγμές του ρόλου, όπως η προσευχή της β' πράξης. Με αντίστοιχο ρεπερτόριο, αλλά σε άλλη φάση σταδιοδρομίας, η Μαρία Μητσοπούλου ισοσκέλισε μιαν απομειωμένη χαμηλή περιοχή με υποκριτική αμεσότητα και φωνητική γραμμή αντάξια της μακράς διάκρισής της στο μπελκάντο. Άκαμπτη, αλλά και ανέκφραστη, παρέμεινε η φωνητικά συμπαγής Κοστέλνιτσκα της Γερμανίδας υψιφώνου Sabine Hogrefe, απλό προσχέδιο σε σχέση με τη συγκλονιστική ερμηνεία της Τζούλιας Σουγλάκου, που δεν δίστασε να τσαλακώσει με παραφορά μεγαλείου την εικόνα της, προκειμένου να κοινωνήσει τα τραγικά διλήμματα και την παλέτα των συναισθημάτων της Νεωκόρου. Η απελπισμένη, γονυκλινής ικεσία της στη β' πράξη, το γεμάτο χρώματα και δυναμικές διαφοροποιήσεις Sprechgesang, αλλά και μια ιλιγγιώδης και συνάμα τρωτή φωνητική αυτοθυσία θα μείνουν χαραγμένα στη μνήμη και την ψυχή μας. Εμπρός για την «Κάτια Καμπάνοβα» όσο είναι καιρός!...

Δείτε όλα τα σχόλια