Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Γιώργος Κιμούλης: Το μόνο που μπορεί να διατηρεί λίγο ακόμα τον θυμό μου είναι η ελπίδα να θυμώσουν κι άλλοι

Ο "Θείος Βάνια" κάνει πρεμιέρα στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά στις 22 Νοεμβρίου. Εκτός από τον Γ. Κιμούλη, που μετέφρασε και σκηνοθετεί το έργο, παίζουν οι ηθοποιοί Τάσος Νούσιας, Χαρά Μάτα Γιαννάτου, Στέλλα Καζάζη, Γιώργος Ψυχογιός, Μάγδα Λέκκα, Μαίρη Νάνου και Κώστας Κοράκης

Γιώργος Κιμούλης: «Ο Θείος Βάνια είναι ο σημερινός άνθρωπος. Ο παραιτημένος και άνευ αποτελέσματος διαρκώς τσαντισμένος άνθρωπος, ο οποίος όμως δεν μπορεί να κάνει τίποτα, γιατί έχει αποδεχτεί πως η πραγματικότητα δεν μπορεί ν' αλλάξει»

Μια ψυχογραφία του Θείου Βάνια και την προβολή της στη σύγχρονη εποχή προσφέρει μιλώντας στην "Αυγή", ο Γιώργος Κιμούλης, με αφορμή την πρεμιέρα του έργου του Τσέχοφ στις 22 Νοεμβρίου στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, σε μετάφραση, σκηνοθεσία και ερμηνεία δική του.

«Είναι ο σημερινός άνθρωπος. Ο παραιτημένος και άνευ αποτελέσματος διαρκώς τσαντισμένος άνθρωπος, ο οποίος όμως δεν μπορεί να κάνει τίποτα, γιατί έχει αποδεχτεί πως η πραγματικότητα δεν μπορεί ν’ αλλάξει» λέει ο δημοφιλής δημιουργός για τον ήρωα του Τσέχοφ προχωρώντας ακόμα περισσότερο τη σκέψη του:

«Σήμερα, στην εποχή του εφικτού, αν δεν είσαι παραιτημένος, κινδυνεύεις να θεωρηθείς αιθεροβάμων και εκτός πραγματικότητας. Οποιαδήποτε προσπάθεια να αλλάξεις αυτήν την πραγματικότητα αντιμετωπίζεται ως ανέκδοτο. Αυτό δεν ζούμε τώρα; Κάνω λάθος;» αναρωτιέται με το γνωστό του ύφος.

"Γι' αυτόν τον λόγο επιλέξατε το έργο και γι' αυτόν τον λόγο συναντηθήκατε με τον 'Θείο Βάνια';" τον ρωτάμε και ο Γιώργος Κιμούλης ευθέως απαντά:

«Ναι. Γιατί το μόνο που διατηρεί ακόμα τον δικό μου θυμό είναι η ελπίδα να θυμώσουν και άλλοι μ’ αυτή την κατάσταση. Δεν υπάρχει πιο γελοίο πράγμα απ’ το να αποδέχεται ο άνθρωπος πως η έννοια της αλλαγής είναι ανύπαρκτη και να την αντικαθιστά με την έννοια της προσαρμογής. Γιατί έτσι ζει ως νεκρός. Η κυνική ειρωνεία απέναντι στην ουτοπία είναι βλακώδης κι επικίνδυνη. Αν διαγράψουμε απ’ τον άνθρωπο την ανάγκη του να σκέφτεται ουτοπικά, θα τον εγκαταστήσουμε για πάντα στη δυστοπία. Θα ζει σ’ έναν κόσμο δυστοπικό, απάνθρωπο».

Σε ένα απόλυτα ρεαλιστικό σκηνικό τοπίο, δημιουργία της Χριστίνας Κωστέα, ένα τοπίο που θα μπορούσε να ήταν παντού και σε οποιονδήποτε χρόνο, όπως διευκρινίζει ο Γ. Κιμούλης, "ο σκηνικός χώρος, η δουλειά μου με τους ηθοποιούς και όλη η παράσταση κινείται σε έναν ακραίο και απόλυτο ρεαλισμό. Διαφωνώ με την τάση που υπάρχει αυτόν τον καιρό στο θέατρο. Μιας ψευδοαποστασιοποίησης από τα πράγματα, ενός αφηγηματικού θεάτρου το οποίο ουσιαστικά δεν κάνει τίποτε άλλο από το να επιβραβεύει τη μη συμμετοχή στην κοινωνική μας ζωή".

"Μία μη συμμετοχή που έχει άμεση σχέση με την προσαρμογή και την αποδοχή, που ανέφερα πριν. Οι άνθρωποι δεν συμμετέχουν πλέον στα κοινωνικά πράγματα ή, όταν συμμετέχουν, ανεκδοτολογούν και κάνουν πλάκα. Και δεν φτάνει αυτό, έρχονται κάποιοι και επιβραβεύουν αυτή τη στάση του κάνοντάς την έργο τέχνης. Η δική μου αντίδραση είναι η επιστροφή στον ρεαλισμό» υποστηρίζει.

Αυτήν την ιδιαίτερα ανθρώπινη τσεχοφική ιστορία, όπου η ψευδαίσθηση και η απόγνωση ανταγωνίζονται το χιούμορ και την ελπίδα, πολλοί, χαρακτήρισαν ένα τρυφερό ποίημα για το γελοίο της ανθρώπινης παραίτησης.

«Ο Βάνια είναι ένας παραιτημένος. Διαπιστώνει όλες τις αιτίες, αλλά δεν κάνει τίποτα. Λειτουργεί με έναν ιδιαίτερα μοιρολατρικό τρόπο. Θεωρεί πως ο χρόνος του πέρασε. Έχει πειστεί πως δεν μπορεί να επηρεάσει τα πράγματα και αφήνεται σ’ αυτά. Η συσσώρευση τόσων ηττών και αποτυχιών τον έχει γονατίσει. Είναι με λίγα λόγια ένας 'επαγγελματίας' ηττημένος άπελπις. Αυτό τον καθιστά στα μάτια του ηρωικό.

Εκείνο όμως που δεν βλέπει είναι η γελοιότητα που κουβαλάει αυτή η παραίτηση. Και ο Τσέχοφ κατά τη γνώμη μου αυτό ήθελε να δείξει. Το πόσο γελοίος είναι ο άνθρωπος όταν παραιτείται. Εκεί βρίσκονται το χιούμορ και τα κωμικά στοιχεία στο έργο του, γιατί, αν τον δει κανείς σαν ένα δραματικό πρόσωπο το οποίο η ζωή τον έχει συνθλίψει, το έργο είναι βαρετό. Και ο Τσέχοφ δεν ήθελε να γράψει κάτι τέτοιο. Ο Τσέχοφ δεν είναι παιδί του Τολστόι. Είναι παιδί του Γκόγκολ και του Ντοστογιέφσκι».

Είναι αλήθεια βέβαια πως η τρυφερότητα με την οποία παράλληλα κοιτάζει τα πρόσωπα του έργου του ο Τσέχοφ παραπλανά πολλές φορές τους ερμηνευτές του. Η τρυφερότητα όμως αυτή εδράζεται στην κατανόηση της ανθρώπινης συναισθηματικής κόπωσης, η οποία όμως ταυτόχρονα είναι και γελοία».

"Είναι ο Βάνια ένας θυμωμένος και ένας κυνικός;" ρωτάμε τον Γ. Κιμούλη κι εκείνος εξηγεί:

«Τσαντισμένος είναι, όχι θυμωμένος. Ο θυμός είναι δημιουργικός και μπορεί ν’ αλλάξει αυτό που θεωρείται πραγματικότητα. Ενώ η τσαντίλα είναι μία απλή εκτόνωση, που συντηρεί τα πράγματα ως έχουν. Ο δε κυνισμός του χρησιμοποιείται για να κρύβει απ’ τον εαυτό του τη γελοιότητά του. Γελοιοποιώ κυνικά την κατάσταση που με περιβάλλει, για να μη θεωρηθώ εγώ γελοίος. Αυτό κάνει ο Βάνια και πολλοί από εμάς σήμερα».

Ο δημοφιλής πρωταγωνιστής δεν παραλείπει να αναφερθεί στον τρόπο γραφής του Τσέχοφ.

«Ο Τσέχοφ» λέει, «είναι λάτρης της ηρακλείτειας ρήσης: 'Η φύση αγαπάει να κρύβεται'. Είναι σαν να σου ζητάει συνεχώς να κάνεις μια εκκάλυψη των πραγμάτων που βλέπεις και να δεις τι υπάρχει από κάτω. Σε αυτόν τον θεατρικό συγγραφέα, όταν απλώς διαβάζεις ένα έργο του, δεν μπορείς να δεις εύκολα το πόσο σπουδαία είναι η γραφή του. Όταν όμως το ίδιο κείμενο το βλέπεις στην παράσταση, σωματοποιημένο απ’ τους ηθοποιούς, μένεις άναυδος. Είναι σαν να έχει εγγράψει ανάμεσα στις λέξεις, με έναν τρομακτικά καθαρό τρόπο, τη σημαντικότητα του ανείπωτου, αυτού που δεν λέγεται. Αυτό είναι που με γοητεύει πολύ στον Τσέχοφ».

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Ποιες Πρέσπες; Οι συντάξεις είναι το θέμα του

Απλή λογική: Αν ο Κ. Μητσοτάκης πιστεύει στα σοβαρά ότι η κυβέρνηση παζάρεψε το μακεδονικό με τις συντάξεις, προφανώς θεωρεί ότι οι Ευρωπαίοι θέλουν να λυθεί το μακεδονικό εις βάρος της Ελλάδας.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο