Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ματιά στο ελληνικό έργο

Του Λέανδρου Πολενάκη Δεν είμαι ανάμεσα σε εκείνους που απορρίπτουν ασυζητητί το λεγόμενο “ελαφρό” ελληνικό θέατρο των δεκαετιών '60-'70 όλων των ειδών, επιθεώρηση, φάρσα, αισθηματική κωμωδία,...

Του Λέανδρου Πολενάκη

Δεν είμαι ανάμεσα σε εκείνους που απορρίπτουν ασυζητητί το λεγόμενο “ελαφρό” ελληνικό θέατρο των δεκαετιών '60-'70 όλων των ειδών, επιθεώρηση, φάρσα, αισθηματική κωμωδία, σάτιρα, κωμωδία χαρακτήρων, κωμωδία καταστάσεων κ.ά. με τον περιφρονητικό χαρακτηρισμό του “λαϊκού”. Το τι είναι λαϊκό θέατρο και τι όχι θα άνοιγε μια μεγάλη κουβέντα που δεν χωράει σε αυτό το σημείωμα. Λαϊκό είναι το θέατρο που απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως μόρφωσης, κοινωνικής θέσης, τάξης. Σε αντίθεση με το θέατρο δωματίου, που απευθύνεται στους λίγους, μορφωμένους, “εκλεκτούς”. Κάτω από αυτή την έννοια, η αρχαιοελληνική τραγωδία είναι θέατρο λαϊκό, όπως το θέατρο του Σαίξπηρ, του Λόπε Ντε Βέγκα και, τολμώ να πω, από τους νεότερους του Ίψεν, παρότι φέρει την ετικέττα του “αστικού”. Γνωρίζω από προσωπική πείρα πόσο επιπόλαιοι μπορεί να είναι τέτοιοι χαρακτηρισμοί που διαχωρίζουν τους ανθρώπους κάθετα σε “μορφωμένους” και “αμόρφωτους” ανάλογα με το ποσό των γνώσεων που έχουν συσσωρεύσει και όχι ανάλογα με τον λόγο γνώσης, δηλαδή την άμεση αντιληπτική ικανότητα και τη συναισθηματική ευφυία.

Για να επανέλθω στο θέμα μου, δεν είμαι ούτε ανάμεσα σε εκείνους που όψιμα δοξολογούν συλλήβδην το “ελαφρό” ελληνικό θέατρο των δεκαετιών '60-'70. Από την τεράστια παραγωγή δεκάδων συγγραφέων, θα πρέπει με αυστηρά κριτήρια κάποτε να διαχωρίσουμε την ήρα από το σιτάρι. Επειδή υπάρχουν αληθινά κομψοτεχνήματα γραφής μέσα σε ένα πλήθος από έργα δεύτερης και τρίτης διαλογής, πολλές φορές από τους ίδιους πολυγραφότατους συγγραφείς που βιοπορίζονταν από τη δουλειά τους. Μάστοροι της πλοκής οι περισσότεροι, με ολοζώντανους διαλόγους οδηγούσαν το έργο προς το αναγκαίο και φυσικό του τέλος με σταθερό βηματισμό. Το πρόβλημα τις περισσότερες φορές εμφανιζόταν εκεί ακριβώς, όπου, αντί για το αναμενόμενο φινάλε, αίσιο ή μη κατά περίπτωση, το έργο τέλειωνε πάντα σχεδόν με το νιόπαντρο ζευγάρι πανευτυχές να δέχεται τις ευχές φίλων και συγγενών, ύστερα από περιπέτειες, χωρισμούς, στρίγγλες πεθερές και άλλα δεινά. Μοιάζει σαν η μικροαστική αντίληψη περί ηθικής, με την τεράστια βαρυτική της δύναμη, να καμπύλωνε και να εξέτρεπε την πρόθεση του συγγραφέα. Αυτό είναι όντως πρόβλημα. Επειδή “αίσιο τέλος” δεν είναι εκείνο που ικανοποιεί κολακεύοντας τα γούστα ενός μεσαίου κοινού. Αίσιο τέλος είναι η λύση του έργου σύμφωνα με το αναγκαίο και πιθανό της φύσης του. Ακόμα και η κωμωδία δεν τελειώνει απαραιτήτως με “αίσιο τέλος” αν είναι πικρή. Ένα δυσμενές για τους ήρωες, αλλά συνεπές με το έργο τέλος μπορεί να προσφέρει στους θεατές την "οικεία ηδονή”, για να θυμηθούμε τον Αριστοτέλη, μεγαλύτερη από ένα ξεκάρφωτο “χάπι εντ”. Αυτός είναι ο κανόνας.

Βεβαίως, πρέπει εδώ να τονίσουμε ότι τα έργα αυτής της περιόδου του νεοελληνικού θεάτρου, κωμωδίες ιδίως, υπηρετούσαν μέγιστοι ηθοποιοί της πρόζας και της επιθεώρησης, όπως ο Λογοθετίδης, η Βασιλειάδου, ο Σταυρίδης, ο Αυλωνίτης, ο Ρίζος, ο Παπαγιαννόπουλος, ο Χατζηχρήστος, ο Φωτόπουλος, ο Ηλιόπουλος και τόσοι άλλοι.

Ανάμεσα στους εργάτες, κυριολεκτικά, της φάσης αυτής του νεοελληνικού μας θεάτρου, ξεχωρίζουν δημιουργοί όπως ο Γιαλαμάς, ο Πρετεντέρης, ο Γιαννακόπουλος, ο Ψαθάς, ο Τσιφόρος, ο κορυφαίος Αλέκος Σακελλάριος και αμέτρητοι άλλοι. Που δεν ξεπήδησαν, βεβαίως, από το πουθενά. Είχαν πίσω τους κυρίως τη γερή, αλλά παραγνωρισμένη παράδοση στην κωμωδία του συκοφαντημένου ελληνικού θεατρικού 19ου αιώνα, με Σούτσο, Ραγκαβή, Ρίζο-Νερουλό, Χουρμούζη, Βυζάντιο, Σουρή, Καρύδη, Κορομηλά, Λάσκαρη, Καπετανάκη, με τις παραβολικές αρχαιότροπες κωμωδίες του Σπυρίδωνος Βασιλειάδη και με τις εκρηκτικές πολιτικές σάτιρες του Γ.Η. Ησαΐα. Θα περιλάβω στη λίστα τον Ξενόπουλο με την αμίμητη κωμωδία του “Δεν είμαι εγώ ή η λογική”.

Για να έρθω στον χαλκέντερο Αλέκο Σακελλάριο, με περισσότερα από διακόσια έργα, όλων των ειδών, στο ενεργητικό του. Πρόζα, επιθεώρηση, οπερέτα, σενάριο κινηματογραφικό, στιχοι άπειρων τραγουδιών κ.ά. κ.ά. Μερικά από τα θεατρικά του έγιναν κατόπιν λαοφιλείς ταινίες, όπως “Οι Γερμανοί ξανάρχονται”, “Θανασάκης ο πολιτευόμενος”, “Ένας ήρως με παντούφλες”, “Ένα βότσαλο στη λίμνη”, είναι αριστουργηματικά.

“Ο φίλος μου ο Λευτεράκης” είναι μια τυπική συζυγική φάρσα, με τον άπιστο άνδρα να επινοεί έναν φανταστικό φίλο του στην επαρχία (τον “Λευτεράκη”) για να έχει την άνεση να κάνει τα δικά του, και με τη νόμιμη γυναίκα να οργανώνει ολόκληρη ίντριγκα εμφανίζοντας μπροστά του έναν άγνωστο άνδρα ως “Λευτεράκη”, με αποτέλεσμα να οδηγήσει τον άπιστο σχεδόν στην τρέλα. Το έργο “παίζει” λίγο και με το θέμα της ταυτότητας ή του σωσία, γνωστό στο θέατρο από την αρχαιότητα ήδη.

Οι διασκευαστές Θανάσης Παπαθανασίου και Μιχάλης Ρέππας σέβονται το κείμενο και διατηρούν τη βασική δομή του. Εισάγουν νέα πρόσωπα, εμφανίζουν στο προσκήνιο την ερωμένη και, κυρίως, προσθέτουν έναν δεύτερο και μετά έναν τρίτο “Λευτεράκη” για να πολλαπλασιάσουν τους καθρέφτες. Ακόμη, επεμβαίνουν αντικαθιστώντας την εύκολη συμφιλίωση του ζεύγους στο τέλος με ένα χαοτικό φινάλε: την εντελώς απρόσμενη εμφάνιση από το πουθενά ενός τέταρτου “Λευτεράκη”.

Η παράσταση στον κήπο του Θεάτρου Χυτήριο, σκηνοθετημένη από τους ίδιους, είναι χορταστική σε γέλιο, αλλά και ανοιχτή σε γόνιμες σκέψεις: ποιοι είμαστε τελικά; Υπάρχει ο πολυδιαφημισμένος μας εαυτός; Δεν υπάρχει;

Μια πλειάδα λαμπρών ηθοποιών ενσαρκώνει τους χαρακτήρες. Ο Μάνος Παπαγιάννης έχει δυνατό γκελ, η Αγγελική Δαλιάνη μπρίο και κέφι, η Δήμητρα Σιγάλα διοχετεύει υπόγειο χιούμορ, η Τζένη Διαγούπη συναρπαστική κομίκα, ο Μάνος Ιωάννου κάνει “γειτονιά” το σοβαρό με το αστείο, ο Περικλής Λιανός ένας παραγωγικός “πλέι μέικερ”, ο Γιάννης Ρούσος μαζεύει όλες τις χαμένες μπαλιές. Απλά, αλλά λειτουργικά τα σκηνικά (Μαρία Φιλίππου) και τα κοστούμια (Έβελιν Σιούπη).

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Το κάρο της Ν.Δ. έχει κολλήσει στη λάσπη

Όσο μπαίνουμε στο φθινόπωρο, τόσο ξεκαθαρίζει το πολιτικό τοπίο που διαμορφώθηκε μετά τις 21 Αυγούστου και τη λήξη των προγραμμάτων. Η κυβέρνηση προχωράει στην υλοποίηση των εξαγγελιών της ξεκινώντας...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο