Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Τραγωδία του ενός

Άρθουρ Μίλερ στο "Εθνικό"

Το “Ψηλά από τη γέφυρα” του Μίλερ έχει γενεαλογία περίπλοκη. Ξεκίνησε με τη μορφή σενάριου μιας ταινίας που θα σκηνοθετούσε ο Ελία Καζάν, γύρω από τη δολοφονία ενός λιμενεργάτη που είχε αντισταθεί στη σκοτεινή δράση του συνδικάτου των λιμενεργατών του Μπρούκλιν. Η ταινία δεν γυρίστηκε, καθώς ο Μίλερ απέσυρε το σενάριό του αντιδρώντας στη λογοκρισία του σκηνοθέτη. Ο Καζάν γύρισε την ταινία με άλλον σεναριογράφο, δίνοντάς της αντικομμουνιστικό περιεχόμενο. Ο Μίλερ απάντησε την επόμενη χρονιά (1955) με το μονόπρακτο “Μια ιταλική τραγωδία”, όπου, παράλληλα με τη διαφθορά των συνδικάτων του λιμανιού, σκόπευε να δώσει διάσταση δραματική και βάθος τραγικό στην ψυχολογία του καταδότη. Θέλοντας, ίσως, έτσι να διαχειριστεί τα δικά του ανάμεικτα συναισθήματα για την προδοτική συμπεριφορά του άλλοτε στενού του φίλου Ελία Καζάν που συνεργάστηκε με τις αρχές (τη διαβόητη Επιτροπή Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων του γερουσιαστή Μακ Κάρθι) καταδίδοντας ανθρώπους. Ο Μίλερ στο μονόπρακτό του επικεντρώνει τη δράση σε κίνητρα ερωτικά, συγκεκριμένα στο τυφλό και αδιέξοδο πάθος ενός μεσήλικα Ιταλοαμερικανού λιμενεργάτη για τη νεαρή ανιψιά της γυναίκας του, που τον ωθεί να καταγγείλει στις αρχές ως παράνομο μετανάστη τον νεαρό του αντίζηλο.

Η μονόπρακτη εκδοχή του έργου, όταν παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη Νέα Υόρκη το 1955, συνάντησε δυσμενή υποδοχή των κριτικών, με την αιτιολογία της υποτυπώδους και σχηματικής ανάπτυξης των δευτερευόντων, κυρίως των γυναικείων, προσώπων του. Για να ακολουθήσει η νέα και τελική εκδοχή του έργου, σε δύο μέρη, με ξαναδουλεμένους ρόλους και διευρυμένη πλοκή. Χωρίς να αφαιρέσει το στοιχείο της ερωτικής αντιζηλίας, ο Μίλερ μετατόπισε ελαφρά το ψυχολογικό στίγμα του ήρωά του: από τον διχασμένο ερωτευμένο που δεν στέργει, από ντροπή, να αποδεχθεί το “παράνομο”, αλλά αληθινό του πάθος, στον αλύγιστο και απόλυτα μοναχικό ήρωα, στη μονάδα που αντιστέκεται στους πολλούς και δεν δέχεται τον παραμικρό συμβιβασμό στις άκαμπτες ηθικές αρχές του...

Ο τραγικός και γνήσιος Έντι Καρμπόνε του Μίλερ, που σε καμία στιγμή δεν υποκρίνεται, έχει ως πιθανό του πρότυπο την ασυμβίβαστη και απόλυτη μορφή του Στόκμαν από το δράμα του Ίψεν “Ένας εχθρός του λαού”. Πλασμένος ο τελευταίος από αυθεντικό σαιξπηρικό υλικό, ίσως να αποτελεί ένα κλάσμα του μονολιθικού “Κοριολανού”, με την άγρια ομορφιά του ακέραιη.

Εδώ πρέπει να αναγάγουμε την απώτερη καταγωγή του ήρωα του Μίλερ. Κι αυτό είναι το κλειδί, πιστεύω, για ανοίξει το έργο στο ευρύ κοινό χωρίς να γίνει μελόδραμα. Επειδή δεν πρόκειται για κλασική ή ρομαντική τραγωδία, αλλά για τη μετα-κλασική και μετα-ρομαντική “Τραγωδία του ενός”, μετέωρου, έρημου, εμπαθούς, μοναχικού ήρωα, μέσα στο πλήθος.

Η σκηνοθεσία της Νικαίτης Κοντούρη στην παράσταση του Εθνικού (κίνηση Αγνής Παπαδέλη-Ρωσέτου, μετάφραση ικανή της σκηνοθέτιδας και του Γιώργου Κιμούλη, σκηνικά-κοστούμια δρώντα του αείμνηστου Γιώργου Πάτσα, φωτισμοί του Παυλόπουλου, υποβλητική μουσική της Σοφίας Καμαγιάννη, άρτια βίντεο του Γιώργου Ζώη) φοβάμαι ότι δεν βρήκε το αυθεντικό κλειδί που ανοίγει το έργο. Χρησιμοποίησε αντ' αυτού το ρομαντικό και εναλλακτικά το κλασικό τραγικό εργαλείο, με στόχους διακριτούς που δεν συνάδουν. Το χαμένο κλειδί το βρήκε, όμως, ο Γιώργος Κιμούλης ως Έντι Καρμπόνε στο πρότυπο του ιψενικού “Στόκμαν”. Πήρε πάνω του όλη την παράσταση, ενσωματώνοντας με υποδειγματική αυταπάρνηση στον κύριο ρόλο και τη δύσμορφη όψη του. Για να τον προσφέρει εν τέλει “βορά” στο κοινό ως ακέραιη, εναδική άχρονη, σταυρική μορφή του πάθους.

Ο Νίκος Χατζόπουλος, δίπλα του, ένας εκλεκτός Αλφιέρι-αφηγητής, τηρεί, όταν δεν μετέχει, σωστική απόσταση από τα δρώμενα. Η Μαρία Κεχαγιόγλου (Μπεατρίς) ηθογραφεί με λεπτολόγο ακρίβεια τη “σύζυγο”. Η Ηλιάνα Μαυρομάτη δίνει με αύρα κοριτσιού το ερωτευμένο κορίτσι - Κάθριν. Ο Αλέξανδρος Μαυρόπουλος (Ροντόλφο), έγκυρος, με πειστικά υποκριτικά επιχειρήματα. Ο Στάθης Παναγιωτίδης (Μάρκο) αποτυπώνει δυνατά τον θερμοκέφαλο Σικελό. Ο Κώστας Φαλελάκης (Μάικ), με ισχυρό προφίλ. Τους άλλους ρόλους αναδέχονται και στηρίζουν ισοδύναμα οι καλοί Πάρις Θωμόπουλος, Τάσος Πυργιέρης, Κώστας Κοράκης, Θάλεια Γρίβα, Νικόλας Χανακούλας, Ίλια Αλγκάερ, Γιώργος Ματζιάρης, Αναστάσιος Συμεών. Και ο Χρήστος Καλκάνης, μουσικός επί σκηνής.

Δείτε όλα τα σχόλια