Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η κόλαση των παιδιών

"Αμφιβολία" του Τζον Πάτρικ Σάνλεϊ στο Θέατρο Ροές

Σε ένα εκκλησιαστικό γυμνάσιο - οικοτροφείο αγοριών εκτυλίσσεται το δράμα του Τζον Πάτρικ Σάνλεϊ, “Αμφιβολία”, που πρωτοείδαμε το 2008 στην Ελλάδα στο Θέατρο Μέλι, σε σκηνοθεσία του Γιώργου Μιχαηλίδη. Παίζεται πάλι αυτή τη σεζόν στις Ροές, σκηνοθετημένο από τον Απόλλωνα Παπαθεοχάρη.

Πρόκειται, σε πρώτη ανάγνωση, για ένα καλογραμμένο ψυχολογικό θρίλερ. Σε μια προσπάθεια να σπάσει τις αυστηρές νόρμες του οικοτροφείου, ο προοδευτικός ιερέας - καθηγητής λαβαίνει υπό την προστασία του ένα απομονωμένο δεκαπεντάχρονο αγόρι (που ποτέ δεν το βλέπουμε στη σκηνή), με τραυματικό οικογενειακό περιβάλλον (βίαιος πατέρας, υπερπροστατευτική μάνα), με διαταραγμένο ψυχισμό και λανθάνον πρόβλημα σεξουαλικής ταυτότητας. Η αυστηρή ηγουμένη, χωρίς να έχει καμία απόδειξη, μόνο με ενδείξεις, κατηγορεί τον ιερέα για σεξουαλική παρενόχληση του αγοριού, με σκοπό να τον απομακρύνει από το οικοτροφείο επειδή διαφωνεί με τις παιδαγωγικές και λοιπές απόψεις του... Η άποψη της ηγουμένης επικρατεί, παρότι στο βάθος διατηρεί και η ίδια αμφιβολίες για την ορθότητα των συλλογισμών της (εξ ου ο τίτλος του έργου). Ο ιερέας-καθηγητής, με όχι άσπιλο παρελθόν, οδηγείται σε παραίτηση μετά τον ψυχολογικό εκβιασμό του. Ενώ συγχρόνως, με παρέμβαση του φίλα προσκειμένου επισκόπου, προάγεται κατά έναν βαθμό στην εκκλησιαστική ιεραρχία!

Αυτή είναι η εξωτερική δομή “ψυχολογικού θρίλερ” του έργου, ένας αγώνας περί την αλήθεια, αλλά όχι για την αλήθεια, μια και ο συγγραφέας παίρνει για δοσμένο ότι αλήθεια δεν υπάρχει, πέρα από τη σχετικότητα των φαινομένων. Και ξεκινάει από αυτή την αρχή για να την αποδείξει.

Η αλήθεια του έργου, όμως, υπάρχει και είναι αλλού από εκεί όπου θα την έψαχνε κανείς : όχι στην επιφάνεια, αλλά στο βάθος. Είναι η αλήθεια του νεαρού αγοριού (ο πραγματικός αθέατος πρωταγωνιστής του έργου), που μένει απροστάτευτο, ηθικά, πνευματικά και σωματικά. Επειδή είναι περισσότερο από προφανές ότι δεν το προστατεύει ούτε η περιβόητη νομοθετική κατοχύρωση της “ελεύθερης επιλογής ταυτότητας φύλου”, μάλιστα από την ηλικία των δεκαπέντε ετών, όπως αυτή που επαίρεται υποκριτικά ότι πέτυχε στις μέρες μας η “φωτισμένη” Ευρώπη, κλείνοντας τα μάτια μπροστά στη φρικτή πραγματικότητα εκατομμυρίων ανήλικων παιδιών που οδηγούνται με την ανοχή, αν όχι την ενθάρρυνσή της, σε σκλαβοπάζαρα εργασιακής και σεξουαλικής δουλείας. Πρόκειται για μία καθαρά γραφειοκρατική νομοθετική ρύθμιση, τίποτε πιο πολύ, που δεν παρέχει στο ανήλικο άτομο την παραμικρή προστασία από τις αυτόχρημα κανιβαλικές διαθέσεις ενός κοινωνικού οικογενειακού (και εκκλησιαστικού) περιβάλλοντος. Όσοι άκουσαν το πρόσφατο παραληρηματικό κήρυγμα προβεβλημένου ιεράρχη εννοούν.

Το κύριο ζήτημα είναι η κοινωνική διαχείριση της ομαλής μετάβασης του εφήβου στην ταυτότητα του φύλου, με ταυτόχρονη προστασία του από κάθε είδους σεξουαλική εκμετάλλευση. Όλα τα άλλα παρέλκουν. Οι παραδοσιακές, προκαπιταλιστικές μυητικές κοινωνίες επέλυαν θεσμικά το πρόβλημα μέσω των λεγομένων “τελετών μετάβασης”, οι οποίες περιελάμβαναν συχνά μια φάση προσωρινού παρενδυτισμού (ένδυση με τα ρούχα του αντίθετου φύλου). Το ίδιο πρόβλημα οι σωρευτικές σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες διατείνονται ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με γραφειοκρατικές νομικές ρυθμίσεις και μεγαλόστομες κενές ρητορείες, που δεν μπορούν να κάμψουν τα ισχυρότατα στερεότυπα.

Η παράσταση στο Θέατρο Ροές, σκηνοθετημένη τεχνικά επαρκώς από τον Απόλλωνα Παπαθεοχάρη, που υπογράφει επίσης τη σκηνογραφία και τα κοστούμια, σε ικανοποιητική μετάφραση του Αντώνη Γαλαίου με τους κατάλληλους φωτισμούς της Μελίνας Μάσχα, μένει, νομίζω, περισσότερο στην εξωτερική στοιβάδα του έργου, το αντιμετωπίζει πιο πολύ σαν ένα καλοζυγισμένο θεατρικό παιχνίδι διαλεκτικής ανάμεσα στο φαίνεσθαι και το είναι, που, έστω, χάνει την ισορροπία του ξαφνικά. Δεν βλέπει παρά μόνο περιστασιακά και κατά περίπτωση την πίσω όψη του καθρέφτη, που είναι η κόλαση των παιδιών.

Την επιζωγραφισμένη σκηνοθετικά και στίλβουσα επιφάνεια του έργου η Ρούλα Πατεράκη (ηγουμένη) υπονομεύει θετικά και σκόπιμα, συστηματικά τη “θολώνει”, σκάβοντας ώς τον πυθμένα του ρόλου και ελευθερώνοντας μια βουβή τρικυμία ψυχής. Ο Νίκος Κουρής (καθηγητής) δίνει την κατατομή του ρόλου υποδειγματικά λιτά, σαν ακονισμένο δίκοπο μαχαίρι. Η Λίλα Μπακλέση (νεαρή μοναχή) γίνεται ένα λυχνάρι που φωτίζει με αμυδρό χαμόγελο εγκαρτέρησης τα ζοφερά τοπία της λύπης. Η Πηνελόπη Μαρκοπούλου ηθογραφεί με γνώση την απελπισμένη μητέρα του νεαρού αγοριού.

Δείτε όλα τα σχόλια