Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

"Οι γυναίκες ήταν πιο ψυχωμένες από τους άντρες"

Η πραγματική ιστορία της 107 Ταξιαρχίας του ΔΣΕ, που αφήνει τελευταία τον Γράμμο το βράδυ της 29ης Αυγούστου 1949, ζωντανεύει στη σκηνή του Θεάτρου ΠΚ στον Νέο Κόσμο μέσα από τις μνήμες του ενενηντατριάχρονου Τ. Σάντρα

«Αυτό που μπορώ να πω είναι όλα όσα έζησα μέσα στα χρόνια που πέρασαν. Από το 1942 έως το 1949. Κατοχή, Αντίσταση, εξορία, Μακρονήσι, Γράμμος, Δημοκρατικός Στρατός και Τασκένδη». Με μια θαυμαστή μνήμη, γλώσσα κοφτερή και μάτια που λάμπουν ακόμα, ο ενενηντατριάχρονος Τάκης Σάντρας μας αφηγείται την περιπετειώδη ζωή του έτσι όπως αυτή θα ζωντανέψει από τον ίδιο και τη θεατρική ομάδα 2510 στη σκηνή του Θεάτρου ΠΚ της οδού Κασομούλη 30, στον Νέο Κόσμο, από τις 3 Μαρτίου. Πρόκειται για την πραγματική ιστορία της ομάδας του Δημοκρατικού Στρατού, της 107 Ταξιαρχίας, που άφησε τελευταία τον Γράμμο το βράδυ της 29ης Αυγούστου 1949, και την παράλληλη ιστορία πέντε γυναικών, μαχητριών της ομάδας, που διατρέχουν τη φοβερή δεκαετία 1940-1949.

Από τη Μακρόνησο στο βουνό

«Γεννήθηκα 15 του Απρίλη 1925 στην Πυρσόγιαννη, ένα χωριό ορεινό, φωλιασμένο στο βουνό του Γράμμου. Τα χρόνια της Κατοχής ο κόσμος ήταν μονιασμένος και η συντριπτική πλειοψηφία πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Έως το 1945 ήμουν στην ΕΠΟΝ και δούλεψα για την Αντίσταση. Ο πατέρας, που είχε πάει μετανάστης στην Αμερική, ήταν αποκλεισμένος με τον πόλεμο. Από το 1942 και μετά κάθε οικογένεια φρόντιζε για το ψωμί της. Ανταλλάσαμε προϊόντα πηγαίνοντας σε άλλες πόλεις, αλλά μπαίναμε και στην Αλβανία και κάναμε διακονιό, χωρίς να το θέλουμε, ζητάγαμε ελεημοσύνη. Το χωριό είχε μόνο κάτι λίγα αμπέλια που δίνανε λίγο ρακί, ίσα - ίσα για τον χειμώνα. Τα λιγοστά χωράφια δεν είχαν απόδοση. Το 1945 με βρίσκει στην Αθήνα να δουλεύω σε μια αποθήκη. Το 1947 πηγαίνω φαντάρος, αλλά λόγω φρονημάτων με στέλνουν με άλλους εκατό στο Μακρονήσι.

Εκεί η ζωή μας ήταν κόλαση. Βασανιστήρια που δεν μπορούσε να τα φανταστεί ανθρώπινος νους. Στο Α' Τάγμα δεν ήταν κανένας δηλωσίας και αυτό είχε αποτέλεσμα να μας χτυπήσουν ανοιχτά.

Ήταν 29 Φλεβάρη, μετά το προσκλητήριο και την αναφορά, όταν ο 7ος Λόχος άρχισε να ανεβαίνει στο ανοιχτό θέατρο που είχαμε φτιάξει για να παίζουμε. Εκεί, μόλις είχαμε φτάσει σε μια χαράδρα διαμορφωμένη, οι αλφαμίτες από απέναντι πυροβολούν εν ψυχρώ, σκοτώνουν πέντε παιδιά και τραυματίζουν είκοσι. 'Αδέρφια, μας σκοτώνουν' φωνάζουν τότε οι ζωντανοί με μια φωνή προς εμάς που ακολουθούσαμε.

Κατεβαίνουμε σε απεργία πείνας και συγκεντρωνόμαστε όλοι μαζί, τριάντα με σαράντα άτομα σε κάθε σκηνή. Δεχόμαστε εκ νέου επίθεση από αξιωματικούς και αλφαμίτες που σκοτώνουν εν ψυχρώ. Αλαφιασμένοι αρχίζουμε να βγαίνουμε από τις σκηνές, ανοίγοντας πέρασμα ανάμεσα στα σώματα των νεκρών που φορτώνονται σε καΐκια και ρίχνονται στον βυθό της θάλασσας. Η κατάσταση ήταν απελπιστική. Εκμαίευσαν την υπογραφή της δήλωσης μετανοίας για να μην μας σκοτώσουν. Αλλά η ζωή μας δεν σταμάτησε να είναι κόλαση.

4 Απριλίου 1949, τα τμήματα του Δημοκρατικού Στρατού καταλαμβάνουν το χωριό μου, την Πυρσόγιαννη, με αποτέλεσμα αρκετοί κάτοικοι, ανάμεσα κι η μάνα μου, να φύγουν για την Κόνιτσα. Με τη δικαιολογία να τη δω ζητώ άδεια, κάθομαι για λίγες μέρες, και στις 5 Μάη παίρνω την απόφαση να φύγω στο βουνό να γίνω αντάρτης, περνώντας στα τμήματα του Δημοκρατικού Στρατού, στην 107 Ταξιαρχία στο Τάγμα του Λαδιά. Παίρνω μέρος στις τελευταίες μεγάλες μάχες του Αυγούστου. Ήμασταν οι τελευταίοι που φύγαμε από τον Γράμμο περνώντας στην Αλβανία και από εκεί στην Τασκένδη, όπου έζησα ως πολιτικός πρόσφυγας».

Το 40% ήταν γυναίκες

Ζητώντας του να μας μιλήσει για τις γυναίκες που έχουν τη δική τους συμμετοχή στον αντιστασιακό αγώνα, ο Τάκης Σάντρας υποστηρίζει πως «το 40% του Δημοκρατικού Στρατού ήταν γυναίκες, από το χωριό μας γύρω στις δεκαπέντε πήραν μέρος εθελοντικά. Τις θυμάμαι να είναι πιο ψυχωμένες από τους άντρες. Ασχολούνταν με όλες τις δουλειές του τάγματος, έπλεναν, καθάριζαν αλλά ήταν και πολύ μαχητικές. Όταν όλη τη νύχτα πηγαίναμε ενέδρα, δεν κοιμούνταν ποτέ».

Στην παράσταση πέντε γυναίκες αφηγούνται τη ζωή τους μέσα από σταθμούς, περιγράφοντας την εξέλιξη της ιστορίας και των γεγονότων. Μνήμη, αλλά και ταυτόχρονα σύγχρονο σχόλιο πάνω στη βία και την αντιβία, τις διαχρονικές μικρές και μεγάλες στιγμές του ανθρώπου σε μια σύνθεση κειμένων του Ανδρέα Ζαφείρη που επιμελείται και τη σκηνοθεσία. «Τρία είναι τα κίνητρα αυτής της παράστασης» μας εξηγεί.

Αδιανόητη η εξίσωση κομμουνισμού και φασισμού

«Κατ' αρχάς το ότι σήμερα γίνεται προσπάθεια να γραφτεί ξανά η Ιστορία, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κάτι που ήταν αδιανόητο πριν από μερικά χρόνια. Αυτή η εξίσωση του κομμουνισμού με τον φασισμό. Ειδικά για την περίοδο που προηγήθηκε και ακολούθησε τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, μέσα από τα μάτια της Αριστεράς, όταν η ΕΑΜική γενιά ήταν ακόμα ζωντανή. Τώρα που φεύγει από το προσκήνιο, είναι πιο εύκολο να ξαναγραφτεί η Ιστορία, από την πλευρά και πάλι των τότε νικητών. Ακόμη ένα θέμα είναι η αναβίωση του φασισμού, καθώς δεν υπήρξε ποτέ κάθαρση. Οι συνεργάτες των Γερμανών ήταν οι κατοπινοί νικητές στον Εμφύλιο και εγκαθίδρυσαν ένα καθεστώς ειδικών συνθηκών σαράντα χρόνων που έληξε τη δεκαετία του '80. Τρίτο θέμα είναι η τιμή για μια γενιά που έδωσε τα πάντα στον αγώνα και δεν τιμήθηκε όπως θα έπρεπε στη χώρα μας. Μαζί με τη Γιουγκοσλαβία και τη Σοβιετική Ένωση, στην Ελλάδα υπήρξε το μεγαλύτερο αντάρτικο στην Ευρώπη με 700.000 νεκρούς, περίπου το 1/10 του πληθυσμού» υπογραμμίζει.

Πέντε γυναίκες αφηγούνται τη ζωή τους

Τα πέντε κορίτσια, ερασιτέχνες ηθοποιοί, που υποδύονται τις γυναίκες του Δημοκρατικού Στρατού, μιλούν με πάθος για όσα αφηγούνται και ξεχωρίζουν «τις αξίες αυτών των ανθρώπων που δεν έχουν καμία σχέση με το σήμερα, καθώς η ζωή τους δεν σήμαινε τίποτα και τη θυσίαζαν για τα πιστεύω και τις ιδέες τους».

Η Αλεξάνδρα Χουλάκη, που υποδύεται τη συνονόματή της Αλεξάνδρα, μιλά για τον ορεινό όγκο των κοινοτήτων της Βόρειας Πίνδου όπου διαδραματίζονται οι ιστορίες και οι ζωές αυτών των γυναικών που προέρχονται από τα χωριά. Η Αλεξάνδρα αφηγείται πώς η σφαγή της οικογένειάς της από τους αντιπάλους την κάνουν να βγει στο βουνό και να ακολουθήσει τον Δημοκρατικό Στρατό.

Η Ήρα Μακφέιλ ερμηνεύει την Ελένη, κόρη του δασκάλου του χωριού που ασχολείται με τα κοινά, έρχεται σε ρήξη με την οικογένειά της και διαλέγει τον δικό της δρόμο ανεβαίνοντας στο βουνό.

Η Μαρία Καλαϊτζή είναι η Μαρία, ξαδέλφη της Αλεξάνδρας, που δεν την έχει εγκαταλείψει ποτέ. Όλες οι γυναίκες είναι δεμένες μεταξύ τους, τα μοιράζονται όλα.

Η Ορσαλία Πιπίδη ερμηνεύει την Όλγα, την ήρεμη δύναμη της παρέας. Στο βουνό πηγαίνει γιατί το θέλει, χωρίς φόβο και με αποφασιστικότητα.

Στη σκηνή θα υπάρχουν επίσης οι μουσικοί Γιώργος Μούχος στην κιθάρα και η Μαριέττα Τσακμικλή στο σαξόφωνο. Η παράσταση θα ανεβαίνει κάθε Σάββατο (9 μ.μ.) και κάθε Κυριακή (7.30 μ.μ.) του Μαρτίου.

Δείτε όλα τα σχόλια