Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Γιάννης Λεοντάρης: Προσπαθούμε να αντικρίσουμε την Ιστορία μέσα από τον Τσίρκα

"Η προσπάθειά μας αφορά έναν θίασο που προσπαθεί να αντικρίσει την Ιστορία κάνοντας ένα οδοιπορικό μέσα από την “Αριάγνη” και να αναμετρηθεί με τους ιερούς νεκρούς της Ιστορίας, κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε"

Έργο που διαπραγματεύεται το εύρος της ανθρώπινης περιπέτειας μέσα στην Ιστορία, οι εμβληματικές “Ακυβέρνητες Πολιτείες” του Στρατή Τσίρκα ζωντανεύουν σε μια συμπαραγωγή Εθνικού και Θεάτρου Τέχνης. Μετά τη “Χαμένη Άνοιξη”, η Έφη Θεοδώρου δίνει σκυτάλη στον Γιάννη Λεοντάρη, που σκηνοθετεί την “Αριάγνη” και ακολουθεί ο Άρης Τρουπάκης με τη “Νυχτερίδα”. Ο Λεοντάρης, με αφορμή την πρεμιέρα, μιλά για μια παράσταση με πολλά ρίσκα, καθώς, όπως υποστηρίζει, τον ενδιαφέρει τα πράγματα να μην είναι βολικά για τον θεατή, έτσι ώστε με κάποιον τρόπο εκείνος να μετακινείται κι όχι, όπως λέει, απλώς να επιβεβαιώνει τις βεβαιότητες και τις προκατασκευασμένες αντιλήψεις που έχει.

Προχωρώντας σε μια βασική παρέμβαση πάνω στο κείμενο, ο σκηνοθέτης επινόησε έναν ρόλο ή, όπως εξηγεί, διόγκωσε έναν πολύ μικρότερο που είναι αυτός του αστού πολιτευτή Μερτάκη, ενός κυνικού και αριβίστα της εξόριστης κυβέρνησης του Καΐρου, ο οποίος μετατρέπεται σε κονφερασιέ που “προσπαθεί να παγιδεύσει τον θεατή μέσα σε διλήμματα και να τον θέσει προ των ευθυνών του. Αυτό ήρθε να απαντήσει στο δικό μας δίλημμα για το αν ακολουθήσουμε την ιστορία του Τσίρκα πιστά ή αν θα προσπαθήσουμε να μετατρέψουμε σε επικίνδυνο θεατρικό συμβάν αυτό που συμβαίνει. Επιχειρήσαμε να συνδυάσουμε και τα δύο, ένα στοίχημα που φαντάζει δύσκολο, καθώς μοιάζει με τη μετάβαση από την παρακολούθηση της μεγάλης ιστορίας του '42-'43 στην Αίγυπτο στη μεικτή ιστορία του Τσίρκα, που για πολλούς είναι άγνωστη”.

Η «Αριάγνη» διαδραματίζεται στην Αίγυπτο του 1943, όπου η σύγκρουση του κεντρικού ήρωα Μάνου Σιμωνίδη με τον ίδιο του τον εαυτό και το δίλημμα πολιτική δράση ή καλλιτεχνική έκφραση συνυπάρχουν με μια σειρά άλλων συγκρούσεων: με τον κυνισμό της ελληνικής αστικής τάξης και των Άγγλων συμμάχων, με τη σταλινική νοοτροπία του κομματικού μηχανισμού, με τη σαρκικότητα του έρωτα και, τέλος, με το ανοιχτό πνεύμα της Αριάγνης, του προσώπου στο οποίο ο Τσίρκας εμπιστεύεται τον μίτο για την τελική έξοδο από τον λαβύρινθο στον οποίο είναι εγκλωβισμένος ο Μάνος Σιμωνίδης. Ο Σιμωνίδης, τραυματισμένος από την αρχή του έργου έπειτα από αεροπορικό βομβαρδισμό, βιώνει και σωματικά τις παραπάνω συγκρούσεις μένοντας μετέωρος ανάμεσα στην ψευδαίσθηση και στην πραγματικότητα, στον εφιάλτη και στο βίωμα.

Ο Γιάννης Λεοντάρης αναφέρεται στο σημαντικό έργο που, όπως κάθε κλασικό, ξαναδιαβάζει κανείς σε διαφορετικές φάσεις της ζωής του. Ο ίδιος ήρθε σε επαφή με αυτό στα φοιτητικά του χρόνια, όπου “η εστίαση ήταν πάνω στο κείμενο και την ιδεολογία του συγγραφέα, όλη αυτήν τη σύγκρουση που επιχειρούσε με τη σταλινική Αριστερά, καθώς και οι αφηγηματικοί τρόποι που χρησιμοποιούσε”.

Σε μια διαφορετική στιγμή της ζωής του προχώρησε σε μια δεύτερη ανάγνωση όπου εκεί, όπως σημειώνει, είδε όλη την υπαρξιακή αγωνία να συνδυάζεται με την πολιτική στάση του ήρωα. “Είδα την ήττα, την απομόνωσή του και είδα και τις άλλες αξίες που προσπαθεί να βάλει στο τραπέζι ο Τσίρκας, οι οποίες έχουν να κάνουν με τα παραδοσιακά ζητούμενα του ουμανισμού. Έτσι το προσέγγισα και πάλι”.

Μια σταθερή ομάδα δέκα ηθοποιών εναλλάσσεται και στις τρεις παραστάσεις της τριλογίας που είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους, έτσι ώστε να μη χρειάζεται να έχει παρακολουθήσει κανείς το πρώτο μέρος για να μπορέσει να παρακολουθήσει το δεύτερο ή το τρίτο.

Ο σκηνοθέτης της “Αριάγνης” κάνει λόγο για δημιουργικά διλήμματα και ρίσκα που παίρνει κανείς στο κείμενο, επισημαίνοντας πως ξεκίνησε με τη συνειδητοποίηση ότι είναι αδύνατον να είναι κανείς απολύτως πιστός σε αυτό. Έτσι αναζήτησε έναν νέο άξονα, κρατώντας την πολυπρισματικότητα, βασικό στοιχείο της ποιητικής του Τσίρκα.

“Κρατήσαμε επίσης το κομμάτι της ιδεολογικής στάσης του συγγραφέα που έχει να κάνει με τις συγκρούσεις και τα διλήμματα”, επισημαίνοντας πως πρόκειται για δύο ειδών, “τα προκάτ, όπου η απάντηση είναι μάλλον προφανής, και τα πραγματικά, που σε αφήνουν αμήχανο και χρειάζεσαι χρόνο και εμβάθυνση για να απαντήσεις. Προτιμήσαμε να μεταφέρουμε στη σκηνή αυτά τα διλήμματα που ήταν πάρα πολύ ισχυρά, με το βασικότερο να είναι το 'δράση ή τέχνη' που διατρέχει όλην την τριλογία.

Από εκεί και πέρα έρχονται και άλλα πολύ ισχυρά διλήμματα που απασχολούν και σήμερα, όπως το αν υπάρχει ελπίδα για έναν δίκαιο κόσμο ή όχι. Ανάλογα με το τι θέση παίρνει ο καθένας, καθορίζει και τον τρόπο της ζωής του” σημειώνει.

Στην παράσταση υπάρχει, μεταξύ άλλων, μια αναφορά στον Θόδωρο Αγγελόπουλο και στον “Θίασό” του, που γίνεται για δύο λόγους, σύμφωνα με τον σκηνοθέτη. “Ο ένας είναι για να δοθεί από την αρχή ένα αναγνωστικό κλειδί στον θεατή έτσι ώστε να συνδέσει τους δύο θιάσους. Η προσπάθειά μας αφορά έναν θίασο που προσπαθεί να αντικρίσει την Ιστορία κάνοντας ένα οδοιπορικό μέσα από το κείμενο του Τσίρκα και να αναμετρηθεί με τους ιερούς νεκρούς της Ιστορίας, κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε.

Με ενδιαφέρει πολύ να τιμά κανείς έργα και καλλιτέχνες οι οποίοι δεν είναι βολικοί, και νομίζω πως ο Αγγελόπουλος ποτέ δεν ήταν βολικός μέσα από τη γραφή του, κι όσο περνούν τα χρόνια η Ιστορία έρχεται και επαληθεύει το έργο του . Είναι καλό να μην το ξεχνάμε αυτό. Και τους σημαντικούς καλλιτέχνες τους ξεχνάμε. Και εμένα με ενδιαφέρει να τους θυμίζω”.

 

Δείτε όλα τα σχόλια