Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η παράσταση συνεχίζεται

«Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» του Άλμπι στο Θέατρο Μεταξουργείο

Έγραφα πρόσφατα για το κορυφαίο έργο του Έντουαρντ Άλμπι «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» στο Από Μηχανής Θέατρο, σε σκηνοθεσία του Γιώργου Κιμούλη. Η παράσταση συνεχίζεται για δεύτερη χρονιά στο Θέατρο Μεταξουργείο, με εν μέρει διαφορετική διανομή και με μια κάπως αναθεωρημένη σκηνοθετική ματιά.

Για τον λόγο αυτό θα επανέλθω στο κορυφαίο αυτό έργο του Άλμπι και στην παράστασή του.

Όπως το αμερικανικό θέατρο εν γένει, έτσι και το θέατρο του Άλμπι έχει ρίζες ευρωπαϊκές, βγαίνοντας μέσα από τους μεγάλους τεχνίτες του θεάτρου Τσέχοφ, Ίψεν, Στρίντμπεργκ. Ιδιαίτερα το «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ», όταν έσκασε σαν βόμβα στη Νέα Υόρκη το 1962, άλλαξε τον χάρτη του παγκόσμιου θεάτρου. Επειδή δεν πρόκειται απλώς και μόνο για μια συζυγική τραγικωμωδία ή έστω για μια υπαρξιακή συζυγική φάρσα.

Είναι επιπλέον «η αληθινή τραγωδία ενός ολόκληρου πολιτισμού», που βαδίζει στην παρακμή δίχως να το νιώθει, κάτω από το βάρος διαλυμένων συμμαχιών, φορτωμένος μια άκαμπτη ηθική, εντελώς ανίκανη να ανιχνεύσει τον παλμό του ιστορικού γίγνεσθαι.

Αυτά τα λόγια αποτελούν μια επινοημένη πλασματική παραπομπή στο υπαρκτό βιβλίο του φιλόσοφου και ιστορικού Όσβαλντ Σπένγκλερ: η παρακμή της Δύσης. Τα απευθύνει στο έργο ο αποτυχημένος καθηγητής της Ιστορίας Τζόουνς στον αδίστακτο ανερχόμενο βιολόγο-γενετιστή Νικ και μας δίνουν προφητικά το στίγμα της εποχής μας.

Με βάση το βιβλίο του Σπένγκλερ, ο Άλμπι παρομοιάζει τις ΗΠΑ με μια νέα Καρχηδόνα, προορισμένη να καταστραφεί, επειδή στηρίζεται αποκλειστικά στην αλαζονεία του χρήματος και την υπεροψία της τεχνολογικής της υπεροχής.

Οι ήρωες του Άλμπι μοιάζει, το φινάλε του έργου, σε πρώτο επίπεδο, να λυτρώνονται από τους εφιάλτες τους μέσα από μια επίπονη αυτοτιμωρία. Σε δεύτερο επίπεδο το πράγμα αλλάζει. Όλα τα κρίσιμα ζητήματα που τίθενται στο έργο, και σήμερα αφορούν την παγκοσμιοποιημένη κοινωνία της συσσώρευσης, παραμένουν ένα εφιαλτικό δεδομένο.

Οι Ευμενίδες της αμερικανικής τριλογίας το Ο’ Νιλ, των οικογενειακών παθών δεν έρχονται πια στο φως. Οι Ερινύες δεν μεταμορφώνονται σε προστάτιδες θεές της πόλεως και το τίμημα της εξαγοράς του χυμένου αίματος δεν αναγνωρίζεται στο χρηματιστήριο των νέων αξιών. Δεν πρόκειται για ελάττωμα του έργου, αλλά για συνειδητή επιλογή τού συγγραφέα που εγκαίρως είχε δει «το σκοτεινό ενδεχόμενο» την άβυσσο που ερχόταν.

Η ανανεωμένη εν μέρει σκηνοθετική ματιά του Γιώργου Κιμούλη στο Θέατρο Μεταξουργείο, στην καλή μετάφραση της ποιήτριας Τζένης Μαστοράκη, συλλαμβάνει ακόμα βαθύτερα το πολιτικό μήνυμα που εκπέμπει ο Άλμπι. Δεν μένει στην επιφάνεια του έργου, αλλά σκάβει «κάτω από το δέρμα», φτάνοντας στο κόκαλο. Βλέπει την πολιτική και κοινωνική παρακμή, ιδίως στη σημερινή ακραία εκδοχή της.

Η σκηνοθεσία του Κιμούλη βλέπει την αρχή του κακού στην ενδημούσα «επιστημονική βαρβαρότητα». Όπως λένε, «το ψάρι βρομάει από το κεφάλι» και ο Έλληνας θεατής δεν δυσκολεύεται να αναγνωρίσει οικείες του καταστάσεις που του προξενούν καγχασμό και απόγνωση. Δεν είναι το συζυγικό δράμα η βασική θεματική του έργου, αλλά η στραβή παιδεία που έχουμε πάρει και μας οδηγεί σε απελπιστικές καταστάσεις. Από τη ματιά τού σκηνοθέτη στη νεότερη εκδοχή δεν διαφεύγει ούτε το κρυμμένο δύσμορφο οιδιπόδειο σύμπλεγμα.

Σε ύφος μεικτό, που αγγίζει κωμωδία και δράμα, με υπόσκαφους δουλεμένους λεπτολογικά ρόλους, με ωρολογιακούς ρυθμούς, η σκηνοθεσία βλέπει, δάσος και όχι μόνο, δένδρο.

Ο Άκης Βλουτής, θα το επαναλάβω, είναι ένας συναρπαστικός Τζορτζ, που αιφνιδιάζει το ήθος του ρόλου, βγάζοντάς του γλώσσα και τραβώντας μόνιμα το υποκριτικό χαλί κάτω απ’ τα πόδια του.

Η εξαιρετική Δήμητρα Χατούπη στη νέα διανομή βαθαίνει και πλουτίζει τον ρόλο της Μάρθας, δίνοντας την ως μια αρχετυπική δαιμονική γυναικεία μορφή, που παλεύει με τους ισχυρότερους δαίμονες του Απολύτου.

Για τον Σαράντο Γεωγλερή θα επαναλάβω ότι δίνει με απλά μέσα τον κυνισμό χειροπιαστό και ολόγλυφη την αναλγησία.

Η νεαρή Αντωνίνα Βλουτή, στη νέα διανομή, διαθέτει, εκτός από φυσικό ταλέντο, επιμονή και θέληση να προχωρήσει ακόμα περισσότερο στην πορεία που επέλεξε. Δίνει τον κόντρα ρόλο της Χάνι αυτόφωτα και συγχρόνως του δίνεται χωρίς επιφύλαξη.

Δείτε όλα τα σχόλια