Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Κώστας Τσιάνος: Στην "Αυλή των Θαυμάτων" πρωταγωνιστές είναι πρόσφυγες και μετανάστες

Ο Κώστας Τσιάνος μιλάει για την “Αυλή των Θαυμάτων”, έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη που σκηνοθετεί στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας, όπου επιστρέφει μετά από δεκατέσσερα χρόνια

Καρμικό έργο το οποίο τον ακολουθεί, καθώς, όπως λέει, με αυτό άρχισε την καριέρα του, έκανε την έναρξη του Θεσσαλικού Θεάτρου και ίσως, όπως σχολιάζει, μπορεί και να κλείσει την πορεία του: ο Κώστας Τσιάνος μιλάει για την “Αυλή των Θαυμάτων”, έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη που σκηνοθετεί στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας, όπου επιστρέφει μετά από δεκατέσσερα χρόνια. Ήταν το 1966 όταν ο νεαρός ηθοποιός πρωταγωνιστεί στην παράσταση που σκηνοθετεί ο Γιώργος Μιχαηλίδης στο ιστορικό Θέατρο της Νέας Ιωνίας, την οποία απαγορεύει το απριλιανό πραξικόπημα έναν χρόνο μετά. Εκείνος ο θίασος που διέπρεψε στη συνέχεια στο ελληνικό θέατρο, αποτελείτο μεταξύ άλλων από τον Χρήστο Τσάγκα, τον Βαγγέλη Καζάν, τη Νένα Μεντή, τη Μαρίκα Τζιραλίδου και τον Περικλή Κοροβέση που έκανε το ντεμπούτο του ως ηθοποιός.

“Ήμασταν μια ομάδα προοδευτικών ανθρώπων που θέλαμε να φύγουμε από το κέντρο της Αθήνας και να δημιουργήσουμε ένα θέατρο σε λαϊκή συνοικία, που πιο λαϊκή από τη Νέα Ιωνία με τους πρόσφυγες δεν υπήρχε. Η 'Αυλή των Θαυμάτων’ προκάλεσε τότε κοσμοσυρροή. Παραμένει χαραγμένη στο μυαλό μου, όπως και όλες οι άλλες, σε ένα έργο πολύ σημαντικό, και κορυφαίο για πολλά χρόνια, που άλλαξε τον τρόπο γραφής και θεματικής στο ελληνικό δραματολόγιο”, θυμάται ο γνωστός σκηνοθέτης.

 

Συνέντευξη στην Μάνια Ζούση

 

* Τι ήταν το καινούργιο, το ρηξικέλευθο και το πρωτοποριακό που έφερε “Η Αυλή των Θαυμάτων”, αλλάζοντας τη θεματική και τον τρόπο γραφής στο νεοελληνικό θέατρο;

Ήταν έργο που δεν καταπιάστηκε με μια ευχάριστη ιστορία ή με μια φάρσα που διέπρεπε εκείνα τα χρόνια. Ο Καμπανέλλης δημιούργησε μια πολυπρόσωπη μικροκοινωνία, μια λαϊκή κοινότητα, που ζει σε μια φτωχική αυλή της Αθήνας όπου κατοικούνε ξεριζωμένοι πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, εσωτερικοί μετανάστες που άφησαν τα χωριά τους για να βρουν καλύτερη τύχη, με τους περισσότερους από αυτούς να είναι κυνηγημένοι για πολιτικούς λόγους. Υπήρχαν κοινωνικά προβλήματα υπαρκτά σε μια εποχή, όπως το '50, μετεμφυλιακή, πολύ δύσκολη, με τεράστια ανασφάλεια και ανεργία, αναγκαστική μετανάστευση, ανοικοδόμηση και αντιπαροχή, που ξερίζωσαν ανθρώπους από παραγκουπόλεις και φτωχικά σπιτάκια. Κι όπως λέει και η Μικρασιάτισσα Αστά “και νερό να ήμασταν, θα είχαμε βρει ένα στέκι”. Ο Καμπανέλλης τα αναδεικνύει όλα αυτά με πολύ γλαφυρό και πολύ σοβαρό τρόπο. Η “Αυλή” έχει έναν απόηχο από τον “Βυθό” του Γκόρκι, χωρίς να έχουν σχέση μεταξύ τους τα δυο έργα. Είναι κλασική από την εποχή ακόμα που ανέβηκε, το '57, από το Θέατρο Τέχνης.

 

* Ποιος ήταν ο πρώτος ρόλος στην πρώτη παράσταση της “Αυλής” που παίξατε και τι θυμάστε από αυτόν;

Έπαιξα τον Γιαννάκη, τον μικρό γιο του Ιορδάνη. Στη συνέχεια και στις παραστάσεις που ακολούθησαν έπαιξα τον ίδιο τον Ιορδάνη, για τον οποίο ο Καμπανέλλης μου ομολόγησε πως ήταν ο καλύτερος από όλους όσους είχε δει. Ήταν από τους ρόλους που χάρηκα και καμαρώνω.

 

* Τι ήταν αυτό που αγαπήσατε στον Ιορδάνη;

Αγάπησα όλα αυτά που πέρασε στη ζωή του. Πρόσφυγας από την Μικρά Ασία που έζησε μεγάλα βάσανα. Γέρασε να δουλεύει στα κεραμοποιεία. Κι όταν το καλοκαίρι έχει ξαστεριά, κοιτάει από το ταρατσάκι του τον ουρανό, βλέπει τα αστέρια και θυμάται ιστορίες. Ο Ιορδάνης είναι ένα λυρικό πρόσωπο του κυνηγημένου και πρόσφυγα Έλληνα που παίρνει ποιητικές διαστάσεις κι ενώ το έργο μοιάζει με ρεαλιστικό, κάνει ένα βήμα προς το ποιητικό και εκεί νομίζω ότι εντοπίζεται η αξία του.

 

* Τι θυμάστε από τις παραστάσεις της “Αυλής”;

Σε αυτό το έργο δεν μπορείς παρά και στις πρόβες και στις παραστάσεις να δουλεύεις με ενθουσιασμό. Συνυπάρχει συγκίνηση και γέλιο, γιατί δεν πρόκειται για ένα καταθλιπτικό δράμα. Είναι ένα ζωντανό έργο, όπως είναι οι άνθρωποι του λαού. Έχω ζήσει σε αυλή με οικογένειες, έως τα δεκαεπτά μου χρόνια. Αυλές όπου συνέβαιναν τρομερά πράγματα, θάνατοι, έρωτες, γέννες, σκοτωμοί, γιορτές και γλέντια. Αυτό που θυμάμαι στις παραστάσεις, είναι αγάπη, φροντίδα και έναν ενθουσιασμό.

 

* Ποια είναι η σημερινή σας ματιά στο έργο, εποχή που συνεχίζουν να υπάρχουν πρόσφυγες και μετανάστες και κυνηγημένοι;

Το έργο το αγαπώ πάρα πολύ και το σέβομαι. Νομίζω ότι κάνω πράγματα που δεν έχω κάνει στην παλαιότερη σκηνοθετική μου απόπειρα, έχω προχωρήσει, καθώς έχουν περάσει κάποια χρόνια και η νέα γενιά δεν είναι πληροφορημένη για τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν τη δεκαετία του '50 που διαδραματίζεται το έργο. Έχω προσθέσει πράγματα που καθορίζουν την εποχή. Ο Καμπανέλλης είχε τότε να αντιμετωπίσει τη λογοκρισία που ήταν αυστηρότατη. Κάνει υπαινιγμούς για την κυνηγημένη Αριστερά. Και για να βρεις δουλειά έπρεπε να είχες χαρτί κοινωνικών φρονημάτων. Τα ξερονήσια ήταν ανοιχτά. Γι’ αυτά όλα περνάω κάποιες φράσεις έτσι ώστε να γίνει όλο πιο απτό. Όταν ένας ήρωας λέει για τον πατέρα του πως πολέμησε από το '10 έως το '20 και τον έχασε το '40. Και λέει: Και εμένα ό,τι μου είπαν το 'κανα. Βουνό, ΕΑΜ, εξορία. Για να φανεί το βάσανο και το κυνηγητό. Το μόνο που τόλμησα, ήταν να φωτίσω περισσότερο την εποχή του έργου με τέσσερα τραγούδια, σαν ιντερμέδια, σε μουσική του Διονύση Τσακνή, στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου και με κινηματογραφημένες σκηνές της Μικρασιατικής Καταστροφής, των φτωχογειτονιών, της μετανάστευσης και της καταστροφικής αντιπαροχής. Πιστεύω πως η “Αυλή των Θαυμάτων” δεν πρέπει να παρασταθεί -τουλάχιστον ακόμα- ως έργο της σύγχρονης εποχής, ούτε να μοντερνοποιηθεί, να αποδομηθεί, να αφηγηματοποιηθεί και ούτε... να αποκαθηλωθεί, θα χάσει τους χυμούς, τις ανάσες και την αύρα του.

Είναι πολύ λίγα τα εξήντα χρόνια από τότε που γράφτηκε για να κάνει κανείς μοντερνιές και σκηνοθετισμούς σε αυτό το έργο. Ένα έργο που είναι γραμμένο τη δεκαετία του 50 και αναδεικνύει θέματα ίδια με σήμερα, γίνεται πιο σύγχρονο όταν ο θεατής το ανακαλύψει.

 

* Η Ελλάδα παραμένει μια Αυλή των θαυμάτων;

Τώρα πια είναι μια Ελλάδα της πολυκατοικίας και των υπογείων. Της αποξένωσης. Στις αυλές του '50 υπήρχε ζωή και ζωντάνια. Όλοι συνυπήρχαν. Στο ένα δωματιάκι ο πατέρας της οικογένειας μπορεί να ήταν εξόριστος σε ξερονήσι και στο διπλανό να ζούνε φασίστες. Τα έχω ζήσει αυτά. Πολλές διαφορές, αλλά η αυλή κάπου τους ένωνε, κάτι που υπάρχει στο έργο.

 

info: “Η Αυλή των Θαυμάτων” παρουσιάζεται από χθες στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και στη Μονή Λαζαριστών (Σκηνή Σωκράτης Καραντινός), σε σκηνικά - κοστούμια Ιουλίας Σταυρίδου, τραγούδια σε μουσική σύνθεση Διονύση Τσακνή και στίχους Λίνας Νικολακοπούλου

Δείτε όλα τα σχόλια