Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η ψυχή των άλλων

«Πέρσες» στο Ηρώδειο από θεατρικό οργανισμό Κύπρου σε σκηνοθεσία Άρη Μπινιάρη

Του Άγγελου Μανταδάκη

Η Ιστορία μας σε όλες τις περιόδους της έχει να κάνει με «βαρβάρους»... Συναντάμε παντού τους βαρβάρους: αλλόγλωσσους, αλλόθρησκους, αλλόδοξους ως προς τη ζωή και τους σκοπούς της. Πολλές φορές συγκρουστήκαμε, με αυτούς, (αν και υπέρτεροι αριθμητικά). Υπερασπιζόμενοι την ελευθερία μας και τη δημοκρατία, την ανοιχτή κοινωνία, απέναντι στη βαρβαρότητα, τον αυταρχισμό και την επιβολή.

Στον Μαραθώνα η επιτύμβια πλάκα γράφει: «Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν». Στη ναυμαχία της Σαλαμίνας ο ελληνικός στόλος αν και υποδεέστερος σε αριθμό πλοίων και ναυτών κατανικάει τον αντίστοιχο περσικό, με τον ατυχή Ξέρξη να παρακολουθεί εμβρόντητος την πανωλεθρία του στόλου του και τη σφαγή από το όρος Αιγάλεω.

Ο Αισχύλος κατ' εξοχήν πατριώτης τραγωδός που άλλωστε είχε πάρει μέρος στη μάχη του Μαραθώνα, με το έργο του «Πέρσαι» επιχειρεί το αδιανόητο... Να εισέλθει στο αντίπαλο στρατόπεδο, δηλαδή σε εκείνο των βαρβάρων και να καταγράψει με ιδιαίτερη ευαισθησία όσα συνέβαιναν εκεί, καθώς ο στρατός τους γνώριζε τη συντριβή. Αυτή είναι και η ιδιαιτερότητα των «Περσών» και το μεγαλείο του Αισχύλου. Ο ποιητής προσεγγίζει με λεπτό τρόπο τις αντιδράσεις και τους κλονισμούς που επιφέρει στον αντίπαλο η ήττα. Εκεί καταλαβαίνουμε την ψυχολογία ενός λαού που οδηγείται στην καταστροφή από την ηγεσία του. Η απελπισία και η αναζήτηση διεξόδου είναι φανερά σε όλη τη διάρκεια του έργου: Ο χορός με τα περίεργα κοστούμια που ωστόσο υποδηλώνουν στρατιώτες, ενώ στο πρωτότυπο είναι γέροντες, οι ρυθμοί που σου θυμίζουν χιπ - χοπ, οι κινήσεις που θα μπορούσαν να είναι γραμμένες για χοροθέατρο και οι παραπομπές στους ανατολίτικους χορούς της έκστασης ή του πολέμου, δίνουν ίσως κάποιες ελπίδες απαλλαγής.

Αλλά το δράμα συνεχίζεται. Οι βάρβαροι που επιτέθηκαν με μια τεράστια δύναμη στην Αθήνα, θέλησαν να ανοίξουν δρόμο προς την Ευρώπη. Δεν φεύγεις από τον τόπο σου εξοπλισμένος, όσο θάρρος κι αν διαθέτεις, αν δεν έχεις ή δεν σου έχουν καλλιεργήσει τον μύθο του ανίκητου ηγεμόνα. Αυτό τον μύθο τον υπηρετείς μέχρι τέλος. Είναι ο προαιώνιος μύθος που εμψυχώνει τις γενιές των Περσών. Και οδηγεί στη συντριβή. Ο μεγάλος ηγεμόνας είναι παράδειγμα προς αποφυγήν... Ο αγγελιοφόρος που καταφτάνει ασθμαίνων, μεταδίδει με μαύρα χρώματα και πίκρα ανείπωτη τα συμβάντα στη Σαλαμίνα. Ο περσικός στόλος έχει καταστραφεί. Οι χιλιάδες ναύτες που πήγαν εκεί υπερήφανοι και υπερβέβαιοι για τη δόξα του μεγάλου βασιλιά, βρίσκουν τραγικό θάνατο από τις παγίδες που τους στήνουν οι Έλληνες. Ο πόλεμος ο ίδιος είναι επιλογή προς αποφυγήν...

Τα «πάντα χάθηκαν για εμάς» λέει ο χορός, τα πάντα χάθηκαν... Τα πάντα χάθηκαν... επαναλαμβάνεται σαν θυμός ανάκατος με απελπισία... Το πιο συγκλονιστικό είναι η απάντηση που παίρνει η βασίλισσα των Περσών (Καρυοφυλλιά Καραμπέτη) όταν ρωτά ποιος είναι ο βασιλιάς τους, ποιος δίνει τις εντολές;».

«Δεν έχουν βασιλιά... Δεν είναι δούλοι κανενός!». Η απάντηση που δίνει εύγλωττα την υπεροχή της Δημοκρατίας, όταν πρόκειται να πάρεις τις κρίσιμες αποφάσεις.

Τότε συνεχίζει ο αγγελιοφόρος, όταν πρέπει να υπερασπιστούν τα ιδανικά τους, όλοι μαζί δημιουργούν ένα μεγάλο κύμα και τραγουδώντας το «ίτε παίδες Ελλήνων» το κύμα πετάει μακριά τους εχθρούς.

Σε αυτό το σημείο ο θεατής νιώθει μια πατριωτική έξαρση, μια συγκίνηση που τον οδηγεί σε ξέσπασμα με θυελλώδη χειροκροτήματα...

Είναι το ξέσπασμα του σύγχρονου Έλληνα θεατή που ο Αισχύλος τον φέρνει μπροστά στο πατριωτικό του παρελθόν, όταν οι Έλληνες νικούσαν και μαζί με αυτούς και η Δημοκρατία.

Είναι ο θεατής που τον κρατούν χρόνια τώρα υπό την εποπτεία τους οι διάφοροι κ. Σόιμπλε... Που τον καταδίκασαν να ζει μνημονιακά. Που τον ενοχοποίησαν -κυρίως οι βόρειοι εταίροι- ως τον τεμπέλη νότιο που ζει ως χαραμοφάης του ιδρώτα του Βορρά.

Δεν θα κρίνω θεατρικά το έργο -γιατί όπως έχω ξανασημειώσει είμαι ένας απλός θεατής, λάτρης του θεάτρου. Και κάθε φορά που βλέπω στη σκηνή κάτι που με συγκλονίζει νιώθω την ανάγκη να μιλήσω γι’ αυτό.

Είναι πράγματι μεγάλη η στιγμή που μπαίνουμε στην ψυχή του άλλου και μας εκπλήσσει που κι αυτή τόσο μοιάζει με τη δική μας... Που μπαίνουμε στην ουσία της τραγωδίας με τη μουσική και τον ρυθμό να υπογραμμίζουν και να χρωματίζουν με μια πρωτόγνωρη συγκίνηση τα πολλαπλά της νοήματα και επίπεδα.

Τι να πει κανείς για τον νεαρό σκηνοθέτη που χειρίστηκε μια τέτοια δουλειά!

Καλή συνέχεια φίλε Άρη...

Δείτε όλα τα σχόλια