Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ένα καλοραμμένο κοστούμι

"Μήδεια" στην Επίδαυρο σε σκηνοθεσία Μαριάννας Κάλμπαρη

Όπως έγραφα πρόσφατα, η αρχαιοελληνική τραγωδία έχει ως άξονά της τα «οικεία κακά», τις αιματηρές ενδοοικογενειακές συγκρούσεις των μεγάλων γενών που νέμονταν την εξουσία. Στον κύκλο των Ατρειδών δεσπόζει το θέμα της μητροκτονίας, που, όπως ανέλυα σε παλαιότερο κείμενό μου, αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση, σε επίπεδο συμβόλων, της ανάδυσης της δημοκρατίας.

Στον Κύκλο των Λαβδακιδών κυριαρχεί το θέμα της πατροκτονίας που βρίσκεται πίσω από την εγκαθίδρυση της τυραννίας. Υπάρχει ένα τρίτο θέμα, κρυμμένο μέσα στην τερατική πρόσοψη της μητροκτονίας ή της πατροκτονίας.

Στη «Μήδεια» ο Ευριπίδης τολμάει για πρώτη φορά να εκθέσει ανοικτά το «κρυφό» θέμα της τραγωδίας, την παιδοκτονία που βρίσκεται πίσω από τους Ατρείδες και τους Λαβδακίδες. Προβάλλοντας ως απόλυτη τραγική πρωταγωνίστρια του έργου του, σε πρώτο πλάνο, την παιδοκτόνο Μήδεια. Μεταφέροντας την κρίση στους ιστορικούς καιρούς του, με τη δημοκρατία σε άρχουσα αποσύνθεση, παραμονές του πιο ανελέητου, καταστροφικού, παιδοκτόνου εμφύλιου.

Η Κόρινθος, όπου εκτυλίσσεται η δράση, δεν είναι παρά μία απλή μετωνυμία της κλασικής Αθήνας, κέντρο του τότε «διαφωτισμένου» κόσμου. Εκεί όπου «όλα όσα είχαμε σχεδιάσει δεν θα γίνουν και όλα όσα δεν σχεδιάζαμε θα γίνουν». Είναι ακριβώς τα λόγια με τα οποία τελειώνει η τραγωδία του Ευριπίδη -χαστούκι στον στείρο ορθολογισμό- όχι όμως και η δική μας, που εξελίσσεται μέχρι σήμερα με τους αναλλοίωτους άγραφους νόμους μιας οιονεί «σισύφειας» μετα-τραγωδίας.

Γράφει ο Γιώργος Χειμωνάς στον πρόλογο της έξοχης μετάφρασής του:

«Δυο φορές βάρβαρη η Μήδεια, από καταγωγή και από έρωτα. Δυο όψεις έχει ο έρωτας, τη βάρβαρη, τη βυθισμένη στο σκοτάδι, αλλά και την ονειρική, την ηδονική. Το ‘μέγα κακό’ που σπαράζει τους ανθρώπους, τον πόθο που είναι δεμένος με τον πόνο, το τρομακτικό πέρασμα από το φως στο σκοτάδι, από την ηδονή στον θάνατο, του έρωτα».

Ο ποιητής αναγορεύει τον έρωτα ως την ύψιστη καταξίωση του ανθρώπου προβάλλοντάς τον ταυτόχρονα σε ένα επίπεδο δραματικό, του θανάτου. Κάτι που δεν απέχει από την κλασική φροϋδική άποψη για τη διπλότητα των ενστίκτων της ζωής και του θανάτου, που δεν είναι αναιρετικά της επιθυμίας, αλλά συμπληρωματικά.

Η παράσταση της «Μήδειας» στην Επίδαυρο, μια συμπαραγωγή του Θεάτρου Τέχνης του ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων και του Φεστιβάλ Αθηνών, σε σκηνοθεσία Μαριάννας Κάλμπαρη, χορογραφία Μαρίζας Τσίγκα, σκηνικά - κοστούμια Ζαμάνη, μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά, σκοπεύει σε αυτό ακριβώς: με όχημα τη «βάρβαρη» Μήδεια να αναδείξει τη βάρβαρη και σκοτεινή πλευρά του έρωτα.

Δεν αμφισβητώ τη νομιμότητα της άποψης ούτε το νεωτερίζον θεατρικό «κοστούμι» με το οποίο την έντυσε η έμπειρη σε άλλα θεατρικά είδη σκηνοθέτιδα. Παραβλέπω ακόμη και τον ισχνό χορό σε καιρούς ισχνών αγελάδων. Και ομοιογενείς ρυθμούς διέθετε η παράστασή της και συμπάγεια. Μόνο που το σκηνοθετικό «κοστούμι», παρότι καλοραμμένο έπεφτε λιγάκι... «στενό στις μασχάλες» του Ευριπίδη.

Επειδή ο ποιητής, παράλληλα με την ανάδειξη της βαρβαρότητας του έρωτα μέσω του προσωπείου της Μήδειας, είχε και άλλους στόχους. Όπως να τονίσει αντιστικτικά, μέσα από τη ξένη, «βάρβαρη» Μήδεια, την «πολιτισμένη βαρβαρότητα» που ήδη εμφιλοχωρούσε στην Αθήνα του 431 π.Χ. Αυτό η σκηνοθεσία δεν το ανέδειξε. Αντίθετα επιστράτευσε μια σειρά αποσπασμάτων από κείμενα της εποχής που μας μιλούν για τη σκοτεινή πλευρά του έρωτα, τα οποία και ενέταξε «δορυφορικά» προς ενίσχυση του κειμένου του Ευριπίδη, που δεν έχει, όμως, ανάγκη από τέτοιες πατερίτσες. Βοηθούντων της μουσικής του Παναγιώτη Καλαντζόπουλου και των φωτισμών της Στέλλας Κάλτσου, οι προσθήκες «φιλτράριζαν» την τραγωδία σε ένα ρομαντικό σύγχρονο δράμα. Το ίδιο έχω να πω και για τον αχρείαστο, πρόσθετο ρόλο της «Γλαύκης».

Η Μαρία Ναυπλιώτη (Μήδεια) με μεγάλο μόχθο και προσωπική κατάθεση δίνει έναν αναγνωρίσιμο τύπο «Μήδειας». Θα την ήθελα λιγότερο θρηνητική και περισσότερο «ανδρική». Ο Χάρης Φραγκούλης φύσει και θέσει ακατάλληλος ως «Ιάσων». Η Φωτεινή Μπαξεβάνη (τροφός) έμοιαζε να είχε χαθεί μέσα στη διάσπαση του ρόλου σε πολλά πρόσωπα, που επέβαλε η σκηνοθεσία.

Ως «Γλαύκη» η Θεοδώρα Τζήμου θήτευε στο «μελό». Η Κωνσταντίνα Τάκαλου (άγγελος) κόντρα, διαπρέπει με τον αψεγάδιαστο λόγο της. Εκτός οικείου στίγματος οι Αλέξανδρος Μυλωνάς (Κρέων) και Γεράσιμος Γεννατάς (Αιγέας). Αντίστροφη έπρεπε, νομίζω, να ήταν η διανομή.

Δείτε όλα τα σχόλια