Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Πρόκειται για τραγωδία

"Άλκηστις" του Ευριπίδη στη Επίδαυρο

Του Λέανδρου Πολενάκη

Η «Άλκηστις» του Ευριπίδη διδάχθηκε το 438 π.Χ., ως τέταρτο έργο μιας τετραλογίας, στη θέση του Σατυρικού Δράματος. Το γεγονός αυτό, μαζί με την ανορθόδοξη δομή και το «αίσιο» (;) τέλος, δημιούργησαν ήδη από την ύστερη αρχαιότητα ερωτήματα για την αληθινή του φύση, και αν εμπίπτει στον τραγικό κανόνα.

Η «Άλκηστις», παρά το ότι σε εμάς φαντάζει «μοντέρνα», διαθέτει προφίλ αρχαϊκής τραγωδίας. Σε ένα μυθικό πλαίσιο, σύγκρουσης θεοτήτων, τοποθετεί αρχικά το δράμα του ο Ευριπίδης. Με έναυσμα την «ανταρσία» του ημίθεου Ασκληπιού κατά της απόλυτης εξουσίας του Διός. Ο Απόλλων, πατέρας του Ασκληπιού, προλογίζει το έργο και μας πληροφορεί για τα προηγηθέντα. Ο μεγάλος γιατρός έχει ανακαλύψει το φάρμακο της αθανασίας και προτίθεται να το δωρίσει στους ανθρώπους. Το πληροφορείται ο Ζευς και τον κεραυνώνει. Οργισμένος ο Απόλλων... σκοτώνει τους κατασκευαστές των κεραυνών του Διός, τους Κύκλωπες. Ο Ζευς καταδικάζει τον Απόλλωνα να υπηρετήσει ως δούλος τον Άδμητο, βασιλιά των Φερών, βόσκοντας τα κοπάδια του.

Σε δεύτερο, τώρα, επίπεδο, όλα όσα συμβαίνουν στο βασίλειο των αθάνατων Θεών αντανακλώνται χλωμά στο βασίλειο του θνητού Άδμητου. Ο Απόλλων κινεί τη δράση. Ο Άδμητος προορίζεται να πεθάνει και θα γλιτώσει μόνο αν κάποιος άλλος, φίλος ή συγγενής, δεχθεί να πάρει τη θέση του. Από ολόκληρο το περιβάλλον του δέχεται μόνο η νεαρή γυναίκα του, η Άλκηστις. Ακολουθούν οι θρήνοι του Άδμητου που δηλώνει σε έξαρση υποκριτικής ρητορείας ότι άλλη γυναίκα δεν θα πάρει και ότι θα «παραγγείλει» σε άξιο τεχνίτη ένα πιστό της ομοίωμα, για να το έχει δίπλα του στο κρεβάτι και να το αγκαλιάζει όποτε θέλει. Επιδίωξη του Απόλλωνα είναι να αποσπάσει από τον Άδη έστω έναν νεκρό, σαν μικρή «ρελάνς» απέναντι στον πατέρα Δία. Το κατορθώνει εν μέρει, με τη μεσολάβηση του ημίθεου Ηρακλή, που φέρνει πίσω από τον Άδη την Άλκηστη, ως ένα άγαλμα βουβό, πετρωμένο, ασάλευτο, που φυλάει πεισματικά τη συνθήκη του σκότους. Ό,τι «έταξε» ο Άδμητος επιπόλαια στη νεκρή γυναίκα του, τώρα θα το έχει.

Πρόκειται, λοιπόν, για τραγωδία, μια θυμόσοφη «συζυγική τραγωδία», που δεν εξελίσσεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις των χαρακτήρων όπως στο νεότερο, αστικό συζυγικό δράμα. Αντίθετα, οι χαρακτήρες της υποτάσσονται στις απαιτήσεις της Πράξης την οποία μιμείται η Τραγωδία (Αριστοτέλης). Η «Άλκηστις» δεν αποκλίνει των κανόνων του τραγικού είδους. Το χαμένο κλειδί για να την κατανοήσουμε βρίσκεται στις Ιστορίες του Ηρόδοτου ή πιο πίσω, στη λυρική ποίηση του 6ου αιώνα, στη λαϊκή απήχηση δημοφιλών στίχων, όπως αυτοί του ιαμβογράφου Ιππώνακτα: «Της γυναικός δυο μέρες είναι οι πιο γλυκύτερες: της παντρειάς κι όταν τη βγάζεις πεθαμένη».

Η σκηνοθεσία της Κατερίνας Ευαγγελάτου στην Επίδαυρο (Κίνηση Πατρίτσιας Απέργη, μουσική διδασκαλία Μελίνας Παιονίδου), φοβάμαι ότι δεν είναι μια προσπάθεια προσέγγισης του πυρήνα αυτού του δύστροπου έργου, αλλά μια προσπάθεια συγκερασμού των διαφόρων φιλολογικών σχολών γύρω από τη φύση του. Ένα «επιθεωρησιακό», φαντασμαγορικό υποτίθεται, ποικίλο θέαμα σε μια υφολογική πανσπερμία, με λόγο «κομμένο» φέτες - φέτες, και σπασμένη κίνηση, από όπου λείπει η ίδια η Άλκηστη. Η σκηνοθεσία «τσιμπάει» λίγο από κλασική Τραγωδία, «τραβάει» λίγο από ανατρεπτική κωμωδία, «ξύνει» λίγο από υποτιθέμενο Σατυρικό Δράμα, ρίχνει σκελίδες ξεφλουδισμένου τσίρκου, λίγο αλάτι, λίγο πιπέρι και το πράγμα σερβίρεται έτοιμο, καρυκευμένο με άφθονη «κομμέντια», ένα είδος που διαθέτουμε, ως φαίνεται, εν αφθονία και κυλάει στο αίμα μας. Σε «υπηρεσιακή» φιλολογικἠ μετάφραση του Κώστα Τοπούζη, όχι προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις της σκηνής.

Είδαμε έναν Απόλλωνα (Κώστας Βασαρδάνης), «Ροζ μπονμπόν». Έναν Ηρακλή (Δημήτρης Παπανικολάου) Αρλεκίνο. Έναν βασιλιά Άδμητο (Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος) μάγκα, σουρουκλεμέ και ασίκη. Μια νεαρή Άλκηστη (Κίττυ Παϊτατζόγλου) με φιλότιμες προσπάθειες αλλά εντελώς αβοήθητη, παρατημένη στη μοίρα της, να τη σούρνουν πέρα δώθε στη σκηνή και να την πετάνε σαν σακί χωρίς να φταίει σε τίποτα το κορίτσι. Έναν Γιάννη Φέρτη που «ξεκούκκιζε» ανόρεχτα τις ατάκες του. Μόνο ο Σωτήρης Τσιακομίδης (Θάνατος) διέσωσε την αξιοπρέπεια του ρόλου.

Δείτε όλα τα σχόλια