Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Πέρα από τον Φρόυντ

Οιδίπους επί Κολωνώ στην Επίδαυρο

Με αφετηρία τις δύο τραγωδίες του Σοφοκλή, ο Φρόυντ διατυπώνει τη θεωρία του «Οιδιπόδειου συμπλέγματος». Χρησιμοποιώντας στη συνέχεια τη θεωρία του ως αναλυτικό εργαλείο, επιστρέφει στην τραγωδία για να ερμηνεύσει με αυτήν το φαινόμενο του Οιδίποδα: «Ο Οιδίπους μας συγκινεί επειδή φέρουμε μέσα μας την ίδια κατάρα που πρόφερε ο χρησμός εναντίον του. Με το να σκοτώσει τον πατέρα και να παντρευτεί τη μάνα του, εκπληρώνει την επιθυμία της παιδικής μας ηλικίας, μια επιθυμία που έχουμε απωθήσει στο ασυνείδητο. Η τραγωδία μπορεί να συγκριθεί σε κάθε σημείο με την ψυχανάλυση: ανασηκώνοντας τον πέπλο που κρύβει το πρόσωπο του πατροκτόνου και αιμομείκτη, μας αποκαλύπτει τον ίδιο τον εαυτό μας. Το υλικό της τραγωδίας είναι τα όνειρα που ο καθένας μας έχει δει».

Ο μαθητής και συνεχιστής του Φρόυντ Ζαν Σταρομπινσκί προβάλλει αντίλογο πειστικό: «Η ψυχανάλυση ανατέμνει τους ήρωες της τραγωδίας σαν να είχαν σχέση με το ασυνείδητό τους, με το βιωμένο παρελθόν τους, ενώ ο δραματουργός μας τους δείχνει στη συναλλαγή τους με τους θεούς. Τους μεταχειρίζεται σαν όντα προικισμένα με πραγματική παιδική ηλικία, τα τραύματα της οποίας πρέπει να ανευρεθούν, ενώ οι ήρωες υπάρχουν μόνο μέσα στον ποιητικό λόγο που τους δόθηκε. (...) Η σύγχρονη ψυχολογική ερμηνεία διαγράφει το τραγικό και το υποκαθιστά με το παθολογικό».

Η γαλλική ανθρωπολογική σχολή, με κύριο εκπρόσωπο τον διαπρεπή ελληνιστή Ζαν Πιέρ Βερνάν, προβάλλει ανάλογες αντιρρήσεις : «Αυτή η απόδειξη (του Φρόυντ) έχει όλη την αυστηρότητα ενός συλλογισμού βασισμένου σε φαύλο κύκλο. Μια θεωρία που γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας ξεκινώντας από κλινικές περιπτώσεις και σύγχρονα όνειρα βρίσκει την επιβεβαίωσή της σε ένα δραματικό έργο μιας άλλης εποχής (...) Το κλειδί αυτής της τραγωδίας δεν βρίσκεται στο όνειρο πολλών ανδρών ότι κοιμήθηκαν με τη μητέρα τους, αλλά στο τραύμα της εγκατάλειψης του Οιδίποδα βρέφους από μια απορριπτική μάνα».

Η ανάλυση του Φρόυντ αφήνει εν μέρει αναπάντητα τα ερωτήματα που θέτει ο «Οιδίπους επί Κολωνώ». Το γεγονός ότι έρχεται στο τέλος του βίου του ως τυφλός ικέτης στην πόλη της Αθήνας, για να υπερασπιστεί άλλη μια φορά τη δημοκρατική συνθήκη και τον αναπόσπαστο με αυτήν θεσμό της φιλοξενίας, θα πρέπει να μας βάζει σε διαρκή εγρήγορση.

Η επιλογή του σκηνοθέτη Σταύρου Τσακίρη να απομακρυνθεί από τη στενή ψυχολογική φροϋδική ερμηνεία είναι νόμιμη. Επειδή το καταληκτικό σημείο της περιπλάνησης του Οιδίποδα δεν είναι ένα τέλος ταξιδιού, με τη, σημερινή σημασία της λέξης. Είναι ένας τόπος, όπου η ανάγκη συμφιλιώνεται με την ελευθερία. Ένα ελληνικό, θα το έλεγα σολωμικό, διαχρονικό τοπίο, όπου, η γνώση της αλήθειας δεν είναι αποτέλεσμα ατομικής διανοητικής ικανότητας. Είναι γεγονός σχέσης και εμπειρίας μετοχής στη δυναμική των σχέσεων. Είναι εμπειρία θανάτου. Η έννοια του λόγου και της λογικής προϋποθέτουν τον κοινό λόγο του Ηράκλειτου. Όχι «σκέπτομαι, άρα υπάρχω», αλλά «συλλογίζομαι, άρα συνυπάρχω», για να λειτουργήσει η αλήθεια ως ενοποιό κοινωνικό γεγονός. Έτσι μόνο εξηγούμε την οργή του Οιδίποδα απέναντι στον «δίχα» λόγο των γιων του. Αυτό είναι το κλειδί της τραγωδίας που κατανόησε η σκηνοθεσία του Σταύρου Τσακίρη στην Επίδαυρο, πηγαίνοντας το οριακό έργο πέραν των καθιερωμένων. Το έδωσε ως βυζαντινότροπο πολυφωνικό ορατόριο, επιφανειακά στατικό, αλλά με εσωτερική κίνηση, παραπέμποντας στη δημιουργική σύνθεση των δύο διαμετρικά αντίθετων οντολογικών αντιλήψεων που πέτυχε με μεγάλο μόχθο και υπέρογκο, τραγικό τίμημα ο ελληνισμός των μέσων χρόνων.

Ο Κώστας Καζάκος, κάτοχος ενός μοναδικού προσωπικού λόγου, δίνει την πεμπτουσία της γνώσης, το «κύκνειο άσμα» του. Ο Δημήτρης Λιγνάδης σε έναν διευρυμένο ρόλο «ξένου», καθαρός και διαυγής. Η Κόρα Καρβούνη αληθινή Αντιγόνη χωρίς περιττά στολίδια. Η Τζένη Κόλλια ανθρώπινη Ισμήνη. Ο Άρης Τρουπάκης πειστικός Θησέας, ο Δημήτρης Ήμελλος φέρει το ήθος του Κρέοντα και ο Δημήτρης Λάλος εξαίρετος Πολυνείκης, που δικαιολογεί την αδελφική προσήλωση της Αντιγόνης. Ο διπλός χορός, ανδρικός και γυναικείος, υπηρετεί το πνεύμα της σκηνοθεσίας. Κάπως «υπερβολικά» τα κοστούμια (Θάλεια Ιστικοπούλου), λειτουργικότερα τα σκηνικά (Κέννυ Μακ Λέλαν). Η σύμμεικτη μουσική του Μίνωα Μάτσα σε διδασκαλία της Βαλέριας Δημητριάδου μέρος οργανικό της σκηνοθεσίας, όπως οι καίριοι φωτισμοί του Αλέκου Γιάνναρου.

Δείτε όλα τα σχόλια