Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Με φαντασία και Λόγο

«Η γυάλα» της Τζένης Δάγκλα στο «Θεάτρο Φούρνος»

H «Γυάλα» της Τζένης Δάγκλα είναι ένας μονόλογος μιας νέας γυναίκας, της Λούση, που μοιάζει να έχει κατακτήσει όλα όσα αποτελούσαν για ολόκληρες γενιές γυναικών άπιαστο όνειρο, όπως αυτοδιάθεση, ελευθερία, κοινωνική χειραφέτηση, μα τώρα η πολύπλευρη κρίση -και η αδέκαστη, επίφθονη μοίρα- έρχονται να τα θέσουν πάλι υπό διαρκή εκκρεμότητα.

Η «Γυάλα» «ρίχνει μια λοξή και αντισυμβατική ματιά στη σύγχρονη πραγματικότητα της Αθήνας μέσα από τις ιστορίες της Λούση. Μας μιλάει για τον αγαπημένο της που την εγκατέλειψε και για τον παλιό της συμμαθητή, τον Στέλιο, που αυτοκτόνησε. Παιδικές αναμνήσεις, σκέψεις για τη ζωή της, φόβοι και ανασφάλειες συμπλέκονται με τα όσα ζούμε σήμερα στην πόλη».

Με απίστευτη ενεργητικότητα και χιούμορ, παρά τις συνεχείς απογοητεύσεις της, η Λούση μιλάει ακατάπαυστα με ένα λόγο που απευθύνεται τυπικά στον μοναδικό ακροατή που της έχει μείνει, ένα χρυσόψαρο σε γυάλα, που φέρει το ίδιο όνομα με εκείνη! Όλα, ερωτικές προδοσίες και ιστορίες καθημερινής τρέλας, λέγονται με φόντο την Αθήνα της κρίσης και των ανθρώπων που καταφθάνουν απελπισμένοι σε αυτήν αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο. Η πόλη της Αθήνας είναι η άλλη πρωταγωνίστρια της «Γυάλας».

«Το κείμενο», σημειώνει η θεατρολόγος Έλση Σακελλαρίου, «βρίθει σε συνειρμική σκέψη, γλωσσικά παιχνίδια και αμφίσημες αναφορές μέσα από τις οποίες η αφηγήτρια αδειάζει το μυαλό της και ελευθερώνει τα οδυνηρά, απωθημένα βιώματά της επιτυγχάνοντας ένα είδος ομιλητικής ψυχοθεραπείας. Το τοπίο της Αθήνας μεταλλάσσεται με την προσθήκη δύο άλλων σύντομων, ανεξάρτητων μονόλογων (extensions) που εκτυλίσσονται στις ακτές της Λέσβου και στα νερά του Έβρου, όπου πλήθος απελπισμένων μεταναστών εξακολουθούν να βρίσκουν τον θάνατο στις μέρες μας.

Η αφήγηση, έτσι, επεκτείνεται και ξεπερνά ατομικά και εθνικά σύνορα, ακόμη και τα συγκεκριμένα ιστορικά και γεωπολιτικά δεδομένα, για να αναχθεί σε μια ενσυνείδητη φιλοσοφική ποιητικότητα όπως στα κείμενα του Μπέκετ ή στην κατακερματισμένη αλλά οξυδερκή συμπαντική ευαισθησία που αποδίδουν οι ασώματες φωνές στο ‘Τραγούδι της Ινδίας’ της Μαργκερίτ Ντυράς».

Οι ιστορίες δύο διαφορετικών ανθρώπων μπαίνουν, έτσι, η μία μέσα στην άλλη (τηλεσκοπικά) και εκφέρονται από το ίδιο πρόσωπο (παλίμψηστο).

Στο θέατρο «Φούρνος» η σκηνοθέτης Άσπα Τομπούλη έχει συλλάβει ορθά το έργο, με το ασκημένο αυτί της, ως ένα εκτεταμένο απόσπασμα μιας χαμένης μουσικής δωματίου, για άρπα ιδίως, που θέτει στον εκτελεστή το δυσεπίλυτο πρόβλημα της «παλίντονης αρμονίας». Ως ένα ολοκληρωμένο και αύταρκες κομμάτι ενός απολεσθέντος, βυθισμένου, μεγαλύτερου όλου, που και εκείνο, με τη σειρά του, αρνείται να μας αποκαλύψει ολόκληρο τον όγκο του.

Απαιτεί, γι’ αυτό, μια σχεδόν κινηματογραφική, πολυπρισματική οπτική, με λήψεις από πολλές γωνίες συγχρόνως, και μια συμβολική υποκριτική, στο ακριβές (αν είναι δυνατόν να ορισθεί) σημείο τομής του «έξω» με το «μέσα», που να πηγάζει από τη μνήμη και το θυμικό χωρίς να φανερώνει άμεσα τις πηγές του. Χρειάζεται και μια ηθοποιό βιρτουόζο στα μικροδιαστήματα, τις αδιόρατες παύσεις, τις διαθλάσεις, τα κενά, που ο χρησμικός της λόγος να μη λέει ούτε να αποκρύπτει, αλλά να σημαίνει. Η παράσταση τα είχε και τα δύο.

Η σκηνοθέτης (Άσπα Τομπούλη) και η ηθοποιός (Μάνια Παπαδημητρίου) συναντήθηκαν εδώ αρμονικά και έδωσαν πλούσιο έργο αλληλοσυμπληρούμενες. Η Παπαδημητρίου είναι, με μια λέξη, συναρπαστική. Ο μοναδικός τρόπος που διαχειρίζεται τις σιωπές, ο τρόπος που μπολιάζει με φαντασία τον λόγο και καμπυλώνει τον δοσμένο σκηνικό της χρόνο είναι για σεμινάριο δημιουργικής υποκριτικής.

Ο Ευθύμης Χρήστου ευθύβολος, άμεσος, βρίσκει τον στόχο. Η επιμέλεια σκηνικού χώρου, τα κοστούμια της Χριστίνας Παπούλια και οι φωτισμοί του Αποστόλη Τσατσάκου συμπορεύονται με τη σκηνοθεσία. Σύνθεση ήχων και μουσική επιμέλεια του Δημήτρη Ιατρόπουλου, όπως πάντα, άκρως ευρηματικές.

Δείτε όλα τα σχόλια