Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μεταφυσικός χωρίς μεταφυσική

«Τρεις ψηλές γυναίκες» του Αλμπι στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας

Με καταβολές από Ίψεν και Στρίντμπεργκ, ο πιο «Ευρωπαίος» σύγχρονος Αμερικανός δραματουργός Έντουαρντ Άλμπι γράφει ένα σκεπτόμενο πολιτικό θέατρο, ασκώντας καταλυτική κριτική στο κυρίαρχο δυτικό μοντέλο ανάπτυξης, που βασίζεται στην άκαμπτη, προτεσταντική ενοχική ηθικολογία, στη συσσωρευτική μανία και στην ιδεοληψία του κέρδους.

Το έργο «Τρεις ψηλές γυναίκες» (1991) είναι συγχρόνως η πνευματική του διαθήκη. Ο συγγραφέας, ως «άσωτος υιός» της βιβλικής παραβολής, μας αφηγείται το ταξίδι της επιστροφής του, όχι στην επικράτεια ενός αιωνίως απόντος, αφανούς, βωβού «πατέρα», αλλά σε αυτό που εκπροσωπεί το μνημειακό, ανυπέρβλητο μητρικό του υπερεγώ: μια τρομερή αρχετυπική, «σεληνιακή» μητέρα (Κλυταιμνήστρα, Γερτρούδη, Λαίδη Άλβινγκ), που κρύβει από τον γιο τον «ήλιο πατέρα» καθηλώνοντάς τον στη νηπιακή ηλικία και στο πρώιμο, κατά Φρόυντ, στάδιο ανάπτυξης της λίμπιντο. Μέχρι να σωριαστεί, διεμβολισμένο από αυτόν, το μητρικό είδωλο, σπασμένο σε τρία κομμάτια.

Πρόκειται για ένα παράδοξο, ανοιχτό ψυχαναλυτικό παιχνίδι του Άλμπι με αυτοβιογραφικά στοιχεία, όπου παρακολουθούμε την επίπονη διαδικασία μετάβασης του «γιου», σε πρώτο στάδιο, από τη φαινομενική του ενότητα στη διπλότητα: στην εικόνα του εαυτού του ως «άλλου» -Imago- της μάνας μέσα σε θολό κάτοπτρο (ναρκισσιστικό στάδιο), για να ακολουθήσει η διάσπαση του ειδώλου σε τρεις μορφές ή τρεις ηλικίες, οι οποίες αντιστοιχούν στις τρεις υποστάσεις του θήλεος μέσα στον άνδρα: μάνα, ερωμένη, αδελφή. Τρεις μορφές, που τελικά είναι μία.

Το έργο αφηγείται τη συμφιλίωση του γιου με την εικόνα τής, όχι πια παντοδύναμης, μητέρας - θεάς από το σώμα της οποίας κάποτε είχε αποστεί, προκαλώντας ή νομίζοντας ότι είχε προκαλέσει την οργή της. Συμφιλίωση εν τέλει με τον πραγματικό του εαυτό, μέσα στον οποίο βρίσκεται βυθισμένος ο αδρανής (ευνουχισμένος) πατέρας. Ένα τέλος λυτρωτικό που υπερβαίνει τα όρια της τυπικής ψυχανάλυσης και ανοίγει τον δρόμο στον θεατή για να ξεκινήσει το δικό του ανεπανάληπτο μυητικό ταξίδι σε αφαιρετικά τοπία συλλογικής μνήμης.

Η σκηνοθεσία του Άρη Τρουπάκη, βασισμένη στην καλή και χρηστική μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ, είδε το έργο, σωστά, σαν ένα ταξίδι αυτοπραγμάτωσης στα ενδότερα του εαυτού. Επιλέγοντας ένα ύφος ραγισμένου, ονειρικού ρεαλισμού, έδωσε τους ρόλους ως ρευστές, μεταβλητές μορφές που ανακλώνται σε θολό κάτοπτρο αναδιπλωμένης συνείδησης: μπεκετικές φιγούρες που προσμένουν μάταια τον «Γκοντό» ή δεσμώτες ενός αδιέξοδου, μεταπλατωνικού «σπηλαίου» που προσμένουν, εξίσου μάταια, το υπεσχημένο από την επιστήμη «θαύμα». «Σπήλαιο», σημειώνω, ονόμαζαν στην ελληνιστική εποχή τον ημιφωτισμένο χώρο πίσω απ’ το προσκήνιο, όπου άλλαζαν τη σκευή τους οι υποκριτές. Αλλά και την κεντρική πύλη εξόδου τους στο φως. Αν το ασυνείδητο είναι, όπως λένε, μια ημιφωτισμένη σκηνή θεάτρου, αυτό μας δίνει το κλειδί του αρχετυπικού έργου του Άλμπι: μόνο το μεγάλο θέατρο λόγου, με την τραγική μίμηση πράξεως, γίνεται ξανά στην εποχή μας, όσο και αν το συκοφαντούν κακόβουλοι, τυχάρπαστοι και άσχετοι ατζέντηδες, πύλη εξόδου του δεσμώτη ανθρώπου από το σπήλαιο στο φως. Ο Άλμπι είναι ο πρώτος Δυτικός «μεταφυσικός χωρίς μεταφυσική».

Η συστημική σκηνοθεσία είδε τις επιμέρους μορφές σαν σκιές μιας και της αυτής πρισματικής οντότητας, που ο όγκος της δεν «χωράει» στη σκηνή. ΄Επαιξε δημιουργικά με τις μικροκλίμακες, τα μικροδιαστήματα, τις εγκοπές του λόγου, τις σιωπές, τις παύσεις, τα κενά, «γράφοντας», με τη βοήθεια των υπαινικτικών φωτισμών του Αλέκου Αναστασίου και της ομόλογης «όψης» της Ελένης Μανωλοπούλου, παιγνιώδη σχήματα που σήμαιναν πολλά.

Ακόμη περισσότερα σήμαιναν οι λεπτοδουλεμένες, ακονισμένες «στην πέτρα της υπομονής» ερμηνείες των ρόλων. Η πολύπειρη Μπέττυ Αρβανίτη, στο απόγειο της καριέρας της και σε πλήρη ωριμότητα μέσων, «δίνει ρέστα». Καταφάσκει την πεμπτουσία της ζωής ως χαρμολύπης λούζοντάς την με ένα σολωμικό διαρκές μειδίαμα αγγελικού φωτός. Η Μαρία Κεχαγιόγλου, δίπλα της, λάμπει σαν μια λεπίδα εξωστρεφούς, ένυλου, καθαρτήριου «μαύρου» θάμβους. Με έντονη σκηνική παρουσία, η νεότατη Νεφέλη Κουρή παίζει ενσυνείδητα και αποφασιστικά τον ρόλο ρυθμιστή του όλου συστήματος ενεργειακής ροής από σώμα σε σώμα. Εύχομαι να περιοδεύσει αυτή η παράσταση στην Ευρώπη, μήπως διαπιστώσουν οι «σοφοί» μας εταίροι ποιοι αληθινά είμαστε.

Δείτε όλα τα σχόλια