Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Τραγωδία της χέρσας γης

«Πόθοι κάτω από τις λεύκες» στο Εθνικό

Το αμερικανικό θέατρο προήλθε από μια γόνιμη συνάντηση με τους κορυφαίους δραματουργούς της Γηραιάς Ηπείρου. Η Αμερική είχε πια ανάγκη, στις αρχές του περασμένου αιώνα, να δει στη θεατρική της σκηνή κάτι άλλο, πέρα από τις επιφάνειες του ρεαλισμού και του ψευδοδαρβινισμού των πρώτων, ατελών προσπαθειών.

Αυτό το άλλο πρόσφερε ο -θεωρούμενος εύλογα ως «πατέρας» του- Ευγένιος Ο’ Νηλ. Ιρλανδός, γιος ηθοποιού, μεγαλωμένος σε καθολικό περιβάλλον που αργότερα το απαρνήθηκε, συστηματικός μελετητής της ευρωπαϊκής κουλτούρας, λάτρης του Σω, του ΄Ιψεν και του Στρίντμπεργκ, αναζητά στα έργα του τις αιτίες της σύγχρονης πνευματικής παρακμής με την κατάρρευση των παλιών -λίγο ή πολύ φθαρμένων, αλλά κοινόχρηστων- αξιών και με την αποτυχία της επιστήμης να δώσει ένα καινούργιο νόημα στη ζωή.

Από τα σπουδαιότερα έργα του θεωρείται το «Πόθοι κάτω από τις λεύκες» (1924), πρώτη απόπειρα του συγγραφέα να συνθέσει μια μοντέρνα τραγωδία. Χρόνος δράσης το 1850, χώρος η Νέα Αγγλία, εκεί όπου για πρώτη φορά μεταφυτεύτηκε παραλλαγμένο το παλιό ευρωπαϊκό μοντέλο της εξουσιαστικής κοινωνίας, με τον πατέρα - δυνάστη - θεό που «τρώει» τα παιδιά του, πρότυπο μιας κοινωνίας όπου, για να υπάρχεις, πρέπει να πετύχεις, όπου το χρήμα είναι ο συνεκτικός κοινωνικός ιστός και ο σαρκικός έρωτας θανάσιμο αμάρτημα.

Οι «Πόθοι...» αποτυπώνουν μια τέτοια αρχετυπική ιστορία, μέσα στον πρωτογονισμό και την αγριότητα της ανθρώπινης φύσης δοσμένης στην πάλη με έναν τόσο δύσκολο, απαιτητικό και ανταγωνιστικό «πέτρινο» θεό, όταν συμβαίνει αιφνίδια το θαύμα ενός «αμαρτωλού», απαγορευμένου σαρκικού πάθους που διακόπτει το σχέδιο της Πρόνοιας, συνιστά ανταρσία και αφανίζει τους πρωταγωνιστές του.

Στην αρχαιοελληνική αντίληψη, «αμαρτία» σημαίνει λάθος, υπέρβαση των ορίων του ήρωα... Στην αντίστοιχη βιβλική σημαίνει παράβαση της εντολής του θεού. Έχουμε, εδώ, μια παραλλαγμένη βιβλική εκδοχή της «αμαρτίας», ως ανυπακοής στην ολοκληρωτική εξουσία του πατέρα - αφέντη, άρπαγα και σφετεριστή γης και ανθρώπινων σωμάτων.

Για τους πιο πάνω λόγους έχω την εντύπωση ότι το έργο πρέπει ανάλογα να παίζεται: σκληρά, σχεδόν ρεαλιστικά, γυμνό εντελώς από ανθρωπιστικές ανησυχίες, χωρίς νεωτερικές ευαισθησίες, ώστε ο θεατής να νιώθει επάνω του, κυριολεκτικά, το βάρος ενός ωμού, εκδικητικού, τιμωρού θεού. Αλλιώς με πρωταγωνιστή μια ανυπότακτη γη που «εκχερσώνει» τους επίδοξους εκχερσωτές της.

Φοβάμαι ότι η παράσταση που σκηνοθέτησε με το «Εθνικό» ο Αντώνης Αντύπας (χορογραφία Σταυρούλας Σιάμου), στην υποδειγματική μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα, δεν διέθετε τις πιο πάνω προδιαγραφές. Η μεγάλη δυσκολία συνίσταται στο να πετύχεις να μοιάζει φυσική, χωρίς να γίνεται μελόδραμα, μια ιστορία τόσο ακραία ως πλοκή και ως μύθος.

Η σκηνοθεσία δεν αφέθηκε με εμπιστοσύνη στους σοφούς «βιολογικούς» ρυθμούς του έργου και της μετάφρασής του: χρόνοι, τέμπα, εσωτερικές αναπνοές, ατμόσφαιρα, κλίμα, χρώματα, σχήματα, όλα αδρά, τετράγωνα, πρωτόγονα. Επιχείρησε να επιβάλει κράτημα και δισταγμό σε φωνή και κίνηση, για να επιβληθούν οι χαμηλοί τόνοι, να μεταφερθεί το βάρος από τις πράξεις των ηρώων στα κίνητρα, να φωτιστεί το ψυχολογικό τους βάθος.

Αλλά το έργο δεν είναι δράμα δωματίου, είναι τραγωδία της χέρσας γης και αντιστάθηκε σθεναρά στις προσπάθειες «εξευμενισμού» του. Οι ξεπεσμένοι αριστοκράτες της Ευρώπης δεν έχουν, άλλωστε, συγγένεια εκλεκτική με τους Αμερικανούς, ημιάγριους, «διά πυρός και σιδήρου» εκχερσωτές της Δύσης.

Οι ηθοποιοί πειθάρχησαν στη σκηνοθεσία, δίνοντας παράλληλα καλό αγώνα, καθείς με τα όπλα του, μέχρι να κατορθώσουν, με συνοδηγό την ωραία μουσική της Καραΐνδρου, αρωγούς τα σκηνικά - κοστούμια του Πάτσα, τους φωτισμούς της Μάσχα, να κρατήσουν οριακά το έργο εκτός μελοδράματος.

Η Μαρία Κίτσου έδωσε -και έσωσε- την «αμαρτωλή» «Άμπι» ως πρόπλασμα τραγικής ηρωίδας κομμένης πάνω στο «χνάρι» μιας καμπίσιας πέτρας, στην άκρη του γκρεμού. Ο Γιώργος Κέντρος δίνει αδρά, όπως ξέρει, σαν σμιλεμένο σε αγκωνάρι, τον «πατέρα - αφέντη». Καλή, συντονισμένη ομάδα, αντίπαλη «ορδή των γιών» κατά τον Φρόυντ, οι Γιώργος Χριστοδούλου, Νίκος Γιαλελής, Παναγιώτης Παναγόπουλος. Και ο Σταύρος Μερμήγκης ως «Σερίφης». Ο περιορισμένος χώρος, δυστυχώς, δεν μου επιτρέπει να αναφερθώ σε όλα τα ονόματα.

Δείτε όλα τα σχόλια