Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Δράκοι και «δράκοι»

Ο Δράκος του παραμυθιού διαφεντεύει την καστροπολιτεία στην οποία έχει εγκατασταθεί χρόνια τώρα. Είναι ένας δράκος διπλωμάτης, με πολιτικό αισθητήριο, ευφυής, με καυστικό χιούμορ...

Στο θέατρο Πόρτα ανεβαίνει η παράσταση «Ένας Δράκος... μα ποιος Δράκος;» σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου. Πρόκειται για τη διασκευή του «Δράκου» του Γεβγένι Σβαρτς (1944), την οποία υπογράφουν από κοινού η Ξένια Καλογεροπούλου και ο Θωμάς Μοσχόπουλος. Το εγχείρημα είναι για ακόμη μια φορά ενδιαφέρον και «προκλητικό». Ενδιαφέρον γιατί η παράσταση «ανοίγει» την αλληγορία του Σβαρτς στο κοινό όλων των ηλικιών, προκλητικό γιατί μέσα από τη σκηνική επιτέλεση μιας κατ’ επίφαση παραμυθένιας συνθήκης αναδεικνύονται ζητήματα πολιτικά, πολιτιστικά και κοινωνικά, που στις μέρες μας κηδεμονεύουν αμείλικτα την πραγματικότητα.

Ο Δράκος του παραμυθιού διαφεντεύει την καστροπολιτεία στην οποία έχει εγκατασταθεί χρόνια τώρα. Είναι ένας δράκος διπλωμάτης, με πολιτικό αισθητήριο, ευφυής, με καυστικό χιούμορ... Θα μπορούσε να είναι ένας πολύ ευχάριστος συνδαιτυμόνας, ένας πνευματώδης συνομιλητής αν δεν είχε τη συνήθεια να νυμφεύεται και στη συνέχεια να τρώει την εκάστοτε κοπέλα που παίρνει για ταίρι. Σαν τον Μινώταυρο νέμεται τα νιάτα και την ομορφιά, κανοναρχεί τη ζωή της καστροπολιτείας, «πουλά προστασία». Σαν «μοντέρνος» εξουσιαστής έχει διαστρεβλώσει την έννοια και την εφαρμογή του δικαίου, κινεί τα νήματα της ζωής στην πολιτεία, ενώ, όπως διαφαίνεται, και οι πολίτες δεν είναι άμοιροι των ευθυνών τους. Τον κοινωνικό μιθριδατισμό διαταράσσουν η αντίρρηση της τελευταίας επιλεγμένης κοπέλας να τον νυμφευθεί, αλλά και η εμφάνιση ενός ιππότη, του Λανσελότου, που σαν ένας νέος Αη-Γιώργης πρέπει να εξολοθρεύσει τον δυνάστη - δράκο. Βέβαια, ο ιππότης συναντά δυσκολίες κάθε είδους στην προσπάθεια να πετύχει τον στόχο του. Και αυτές έχουν τέτοια χροιά, που τον κάνουν να αμφιβάλλει. Και η αμφιβολία είναι για κάθε αγωνιστή και κίνητρο αλλά και τροχοπέδη.

Στην παράσταση, η ανθρωπογεωγραφία της καστροπολιτείας, η ιδιοσυγκρασία τόσο του Δράκου όσο και των αντιπάλων του, η έκφραση της κοινωνικής συνοχής ή ασυνέχειας, η αγάπη, το θάρρος, η αμφιβολία, όλα φωτίζονται θεατρικά και παραβολικά. Ζητήματα με τα οποία ενοφθαλμίζει ο Σβαρτς το «παραμύθι» του τίθενται επί σκηνής με τρόπο ευρηματικό αλλά και υποδόριο. Οι μορφές της εξουσίας, η λαϊκή βούληση, η έννοια του ήρωα, η χειραγώγηση των μαζών, οι διακρίσεις, οι ιδιοτέλειες που μπορούν να οδηγήσουν σε τερατωδίες αναδεικνύονται μέσα από τη σκηνική αφήγηση.

Η παράσταση καθαυτή, πέρα από το εννοιολογικό φορτίο που φέρει, λειτουργεί όπως ένα καλοκουρδισμένο ρολόι. Πρόκειται για τις ευτυχείς φορές που η ομάδα των ηθοποιών λειτουργεί υποδειγματικά, με αποτέλεσμα όλοι να κερδίζουν τα εύσημα (Σ. Πατσίκας, Τ. Θάνος, Μ. Μιχαλακίδης, Μ. Γαλάνης, Ειρ. Μπούνταλη, Π. Βασιλόπουλος, Ε. Βλάχου, Τ. Δημητρόπουλος). Όλοι τους, με κινήσεις και εκφράσεις εμπεδωμένες, αμφιρρέπουν μεταξύ της παραμυθίας και της πραγματικότητας, μεταξύ σοβαρού και αστείου, χρησιμοποιώντας υποκριτικά το στοιχείο της ειρωνείας.

Τα σκηνικά (Ε. Θεριανού) είναι εντυπωσιακά στη σύλληψή τους, λιτά, αλλά καλά στιλιζαρισμένα στην εκτέλεσή τους, ενώ η πρεσαρισμένη όψη τους «ακούει» τη σκηνοθετική άποψη. Οι φωτισμοί της Σοφίας Αλεξιάδου συνεπικουρούν μελετημένα στη δημιουργία της εκάστοτε «ατμόσφαιρας» και στην ανάδειξη αισθημάτων και χωροχρονικοτήτων. Οι χρωματικές επιλογές των φωτισμών συνδιαλέγονται με τα κοστούμια των προσώπων (Κλ. Μπρέισγουελ). Η ενδυματολογική άποψη ακολουθεί τη λογική της μείξης διαφόρων στιλ, με έμφαση στη σύγχρονη καθημερινότητα. Όμως επειδή η λογική είναι μεταμοντέρνα, γίνεται μείξη με κάποια πιο παραμυθιακά κοστούμια και αξεσουάρ, ενώ οι χρωματικές γκάμες είναι πότε συμπληρωματικές και πότε αρμονικές με τους φωτισμούς, παίζοντας και στο επίπεδο θερμών και ψυχρών χρωματισμών.

«Ο Δράκος... μα ποιος Δράκος» είναι σίγουρα μία από τις πιο ενδιαφέρουσες παραστάσεις της σεζόν και αφορά όλο το εύρος των ηλικιών. Προς τούτο συστήνεται ανεπιφύλακτα.

Δείτε όλα τα σχόλια