Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Γεωργία Μαυραγάνη: "Η ανάγκη του ανθρώπου να αφηγηθεί είναι μια θεραπευτική διαδικασία"

Στο Μικρό Θέατρο της Μονής Λαζαριστών το "Γκιακ"

«Οι ιστορίες αναζητούν την αναπαράστασή τους» υποστηρίζει με πίστη και εμμονή η Γεωργία Μαυραγάνη, που συνεργαζόμενη για πρώτη φορά με το ΚΘΒΕ “στήνει” στο Μικρό Θέατρο της Μονής Λαζαριστών μια σκηνική αφήγηση γύρω, πάνω και κάτω από ένα τραπέζι, σκηνοθετώντας τέσσερα διηγήματα από τη βραβευμένη συλλογή “Γκιακ” του Δημοσθένη Παπαμάρκου.

«Έχω καιρό που τα αγαπάω αυτά τα διηγήματα, κάποια τα είχα δουλέψει με τη μορφή θεατρικού αναλογίου στη σχολή όπου διδάσκω. Φαίνεται να είναι ιστορίες που ο Παπαμάρκος τις άκουσε ή κάποιος του τις είπε και τις ζωντανεύει με τέτοιον τρόπο σαν να είναι ο ίδιος πρωταγωνιστής» σημειώνει η σκηνοθέτις.

Οι ιστορίες διακρίνονται από μια σπάνια αυθεντικότητα όπως ένα δημοτικό τραγούδι. “Μπορεί να γίνει θέατρο ένα δημοτικό τραγούδι;” τη ρωτάμε. «Και βέβαια μπορεί να γίνει, γιατί είναι κυρίως μια αφήγηση. Όσο πιο πολύ κανείς προχωρά μέσα στα δημοτικά τραγούδια, τόσο πιο πολύ συναντά και την πρωταρχική ανάγκη του ανθρώπου να αφηγηθεί, που είναι μια θεραπευτική διαδικασία».

Γύρω από ένα τραπέζι όπου έχει στηθεί ένα γλέντι γυρισμού από τον πόλεμο, ξετυλίγονται οι ιστορίες των συνδαιτυμόνων του Γκιακ με πρωταγωνιστές Αρβανίτες από τα χωριά της Λοκρίδας, που έχουν πολεμήσει στη Μικρασιατική Εκστρατεία κι έχουν βιώσει το βίαιο τραύμα του πολέμου και της μάχης. Όταν επιστρέφουν στον τόπο τους δεν είναι πια οι ίδιοι. Θα συγκρουστούν με τις παραδοσιακές νόρμες της κοινωνίας και θα κλονιστούν βαθιά, καθώς τίποτα πια δεν είναι το ίδιο.

Η παράσταση ξεκινάει με την ερώτηση «Πώς ήταν στον πόλεμο, παιδιά;” και έτσι η μία ιστορία ξεδιπλώνεται μέσα στην άλλη απαντώντας αυτό το ερώτημα.

Για “μια προσπάθεια να κρυφτούν κατά κάποιον τρόπο κάποιες αφηγήσεις ενός ελληνικού επεκτατικού πολέμου” κάνει λόγο η κ. Μαυραγάνη προσθέτοντας πως “συστηματικά κρύβουμε ότι η Ελλάδα έχει διαπράξει έναν κατακτητικό πόλεμο”.

Με έναν σκληρό, λαϊκό, έντονα προφορικό λόγο, οι ήρωες θα εκμυστηρευτούν τις ιστορίες τους.

Η σκηνοθέτις επιλέγει τα διηγήματα “Ντο τ’α πρες κοτσσίδετε”, “Γυάλινο μάτι”, “Ήρθε ο καιρός να φύγουμε” και “Νόκερ”.

“Το ‘Νόκερ’ είναι το τελευταίο διήγημα στη σειρά του βιβλίου και αφηγείται την ιστορία ενός ανθρώπου που σκοτώνει ζώα, αυτή είναι η δουλειά του. Όταν πάνω σε ένα γιορτινό τραπέζι τον ρωτούν πώς ήταν στον πόλεμο από τον οποίο μόλις είχε επιστρέψει, ο ήρωας αρχίζει να τα λέει και να τα περιγράφει όλα με κάθε λεπτομέρεια. Περιγράφει δηλαδή όλη τη σφαγή και, όταν η οικογένεια αντιδρά, εκείνος φεύγει πηγαίνοντας όσο πιο μακριά μπορεί, καταλαβαίνοντας ωστόσο ότι το αίμα θα τον ακολουθεί για πάντα.

Απευθυνόμενος στον εαυτό του μονολογεί και λέει ‘στα αίματα έμαθες, στα αίματα θα συνεχίσεις’ και για τριάντα χρόνια γίνεται ‘Νόκερ’, σκοτώνει ζώα. Πρόκειται για μια συγκλονιστική αφήγηση που μοιάζει με κύκλο και περιγράφει την ιστορία με τον πιο σκληρό τρόπο” καταλήγει η σκηνοθέτις αποκαλύπτοντας πως όλοι οι ήρωες και των τριών υπόλοιπων διηγημάτων θα επαναλάβουν με έναν τρόπο τα δικά του λόγια.

 

Δείτε όλα τα σχόλια