Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Οπερέτα Ίντιμε στο θέατρο Άλφα - Ιδέα

Ο βαρύτονος Χάρης Ανδριανός και η μεσόφωνος Ειρήνη Καραγιάννη

Είναι μια ιδιότυπη ομηρεία να βρίσκεσαι εγκλωβισμένος ανάμεσα στο πληκτρολόγιο και την επινοητικότητά σου, ενώ το οπτικό πεδίο τού αρκούντως ψυχρού βορεινού σου παραθύρου καταλαμβάνει ο καλοσυνάτος ήλιος της υμνημένης δεύτερης μέρας των Χριστουγέννων. Έχοντας μάλιστα υποδεχθεί, το αμέσως προηγούμενο εορταστικό 24ωρο, το θλιβερό άγγελμα του αδόκητου χαμού 60 μελών ενός τόσο πλούσιου σε ιστορία χορωδιακού συνόλου όσο εκείνο το οποίο πολλοί, έστω και στην περίμετρο των ενδιαφερόντων μας, γνωρίσαμε ως «Χορωδία του Ερυθρού Στρατού» μέσα από τις εντυπωσιακές ηχογραφήσεις τής τότε κρατικής δισκογραφικής εταιρείας Μелодия. Τις προμηθευόμασταν, κατά τους πρώτους χρόνους μετά τη Μεταπολίτευση, από μαγαζάκια που είχαν πλημμυρίσει το κέντρο της Αθήνας ειδικευμένα σε αυτό το -έστω και προπαγανδιστικά ελαυνόμενο- εμπόριο πολιτισμού με την τότε Σοβιετική Ένωση. Οι χαράξεις αυτές, γεμάτες στρατιωτική ενέργεια και χαρακτηριστικά σλαβική πλησμονή φωνητικού βάθους, κυκλοφορούσαν και επίσημα στη Δύση μέσα από μια συμφωνία της Γαλλικής εταιρείας Le Chant du Monde, όπου σημαίνοντα ρόλο έπαιζε η Ελληνίδα πιανίστα Βάσω Δεβετζή, καλλιτέχνις με προνομιακή σχέση προς τότε και πάντοτε θρυλικούς Σοβιετικούς ομότεχνούς της, Ρίχτερ, Ροστροπόβιτς, Όιστραχ κ.ο.κ.

Αλλά αυτά τα Χριστούγεννα μας επιφύλασσαν, με μιαν ακρίβεια που η ιστορία συνήθως αρκείται να αποκαλεί σύμπτωση, ένα περαιτέρω πλήγμα προκλητικής επικαιρότητας. Ο Ελληνοκυπριακής καταγωγής Κυριάκος Παναγιώτου, ο αιρετικός σταρ που η ποπ κουλτούρα αποθέωσε ως George Michael, έφυγε διακριτικά και πρόωρα στα 53 του και ανήμερα των Χριστουγέννων, με όχημα τη νοσταλγική ανάκληση των οποίων (Last Christmas I gave you my heart!) είχε κατακτήσει το πολυπόθητο ρεκόρ πωλήσεων της διεθνούς καταξίωσης, ακόμη τότε ως το προβεβλημένο μέλος του συγκροτήματος των Wham! Είναι απίστευτο για έναν αστέρα που έμελλε προσωπικά να ριζοσπαστικοποιηθεί τόσο αποφασιστικά, κυρίως μέσα από τη διεκδίκηση της ερωτικής του ταυτότητας, αλλά και για τον εν γένει εκτός ορίων πλέον χώρο του, το πόσο συμβατική ήταν η θεματική και η μελωδία αυτού του χιτ, λόγος ενδεχομένως για την ήδη εν τω μεταξύ μετάταξή του στην κατηγορία των evergreens...

Όλα τα παραπάνω δεν υπήρχαν ακόμη ως γεγονότα και συνεπώς ως λόγος δαπάνης χώρου από το σημερινό εν άλλοις εορταστικό μας δημοσίευμα, όταν, στις 22 Δεκεμβρίου, διαβαίναμε με προεόρτια προαίρεση το κατώφλι του Θεάτρου Άλφα - Ιδέα, για «μια θεατρική - ραδιοφωνική εκπομπή αφιερωμένη στην οπερέτα». Η ραδιοφωνική αναφορά αφορούσε την παρουσίαση της εκδήλωσης, με αναγνωρίσιμη ποιότητα λόγου και εκφοράς του, από την παλιά μας γνώριμη και έμπειρη στο αντικείμενο Μαργαρίτα Μυτιληναίου. Από το επί σκηνής γραφείο της στη δεξιά πλευρά, που αποτελούσε ταυτοχρόνως και εκφωνητήριο για αυτήν τη φανταστική εκπομπή, επισκοπούσε ένα τυπικό καθιστικό σαλόνι των σπιτιών μας στις δεκαετίες 1950-60, που οριοθετούσε από τα αριστερά το πιάνο, συχνό ακόμη τότε ως δηλωτικό της απαραίτητης αστικής μουσικής ανατροφής. Κύριός του για την περίσταση ο ευαισθητοποιημένος και σε αυτό το μουσικό πεδίο Δημήτρης Γιάκας, ένας δεξιοτέχνης με μακρά και εν γένει προνομιακή σχέση προς λυρικούς καλλιτέχνες που συντροφεύει ήδη μια ζωή, όπως η μεσόφωνος Ειρήνη Καράγιαννη και ο βαρύτονος Χάρης Ανδριανός. Μέσα σε 1 ½ ώρα, που πέρασε σαν νερό, οι 3 τους επωμίσθηκαν μια καλοχτισμένη ακολουθία ελληνικών και ξένων μελωδιών, από τον Θεόφραστο Σακελλαρίδη και τον ανταγωνιστή του Νίκο Χατζηαποστόλου έως τον πολύπλευρο Κώστα Γιαννίδη, με εύστοχες εκδρομές μιας κάποιας εκλεκτικής συγγένειας στον Φραντς Λέχαρ, τον Κάρλος Γκαρντέλ, τον Σερ Φραντσέσκο Πάολο Τόστι και τον Φρανσίς Πουλένκ.

Σε όλη αυτή τη διαδρομή, αν και δεν κατορθώσαμε να αντιπαρέλθουμε αναφορές σαν του άδικα λησμονημένου Μιχάλη Χελιώτη στην «Πλουπλού» ή του θρυλικού ζεύγους Βίτσου - Επιτροπάκη στα «Αγάπης λόγια», απολαύσαμε μολαταύτα δυο καλλιτέχνες με συνειδητή βίωση της άρθρωσης των κειμένων, αντίστοιχη έγνοια για εξευγενιστική φωτοσκίαση της δυναμικής, αλλά και ευπρόσδεκτη πρόθεση αυτοσχεδιασμού, στοιχεία που μαρτυρούσαν τον σεβασμό σε μια σφαιρική και επαΐουσα αντίληψη της σοβαρής αυτής μουσικής, που εξάλλου ελάχιστα χαλαρώνει τις απαιτήσεις της μαζί με το παπιγιόν της ιλαρότητας.

Τι κι αν τα δευτεραγωνιστικά ντουέτα στην οπερέτα είναι ενίοτε ισχνά στο μουσικό πεδίο ή αν η «Λεϊλά» τής κατά Σακελλαρίδη «Χαλιμάς», παρά την εκπεφρασμένη αγάπη της καλλιτέχνιδας, λειτουργεί πιο άνετα σε πιο υψηλή τεσιτούρα από αυτήν που τάχθηκε να υπηρετεί η Καράγιαννη (στ’ αυτιά μας αντηχεί ακόμη η δωρική justesse του τενόρου Ορέστη Μακρή). Την απολαύσαμε στα «Chemins de l’ amour», όπως και τον Ανδριανό, κατ’ εξοχήν στο «Μια φορά μονάχα ζούμε» του Γιαννίδη, ως πραγματικό δραπέτη της «Μάντρας» του Αττίκ στη διαχείριση της μπαλάντας. Το συνολικό αποτέλεσμα διέθετε μιαν οιονεί οικιακή intimité, απελευθερωμένη από χωρικές φορτίσεις θεσμικής ή άλλης υφής. Το μόνο που μας έλειπε -και ίσως μας επιτραπεί στο μέλλον- ήταν ένα ποτήρι με τον αφρώδη οίνο της θεματικής αναφοράς του genre. Καλή χρονιά!...

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια