Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το παράλογο άλλοτε και τώρα

«Πάρτυ Γενεθλίων» του Πίντερ στο «Από Μηχανής»

Το θέατρο που ονομάστηκε «παράλογο» και κυριάρχησε τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες σε Ανατολή και Δύση, με διασημότερους εκπρόσωπους τον Μπέκετ και τον Πίντερ, γεννήθηκε στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου μέσα από την πλήρη διάψευση των ελπίδων για έναν καλύτερο, ειρηνικό κόσμο και τον τρόμο μιας επικείμενης πυρηνικής καταστροφής.

Ο όρος «παράλογο» δεν αποδίδει ακριβώς το πράγμα. Παράλογο δεν υπάρχει στη μεγάλη τέχνη, όπου όλα γίνονται δυνατά και όλα επιτρέπονται. Το «παράλογο» ήταν ένας κρυπτικός κώδικας για να ειπωθούν πολιτικά πράγματα, παραπλανώντας είτε την επίσημη λογοκρισία των ανατολικών καθεστώτων είτε την άτυπη αλλά υπαρκτή των δυτικών. Στον χώρο του «παραλόγου» ο Μπέκετ, μόνος, στέκει αλλιώς. Ένας «μεταφυσικός μετά τη μεταφυσική» βλέπει την κατάρρευση του ανθρωπιστικού ιδεώδους, που ήταν έως τότε το θεμέλιο του ευρωπαϊκού πολιτισμού, σαν λύτρωση από ψευδαισθήσεις. Με τον άνθρωπο του μεταπολέμου, πια, μια ασήμαντη μονάδα, ριγμένη τυχαία σε ένα σύμπαν ακατανόητο, βουβό, τυφλό, κουφό, χωρίς αρχή, μέση, τέλος. Η διαπίστωση αυτή της γυμνής και ανυπεράσπιστης φύσης του ανθρώπου δίνει στα έργα του Μπέκετ μια χροιά ανθρώπινης κωμωδίας, κάτι σαν τις μελαγχολικές κωμωδίες του Σαίξπηρ, που κανείς ποτέ δεν σκέφτηκε να ονομάσει «παράλογες».

Δεν πρέπει, λοιπόν, γι' αυτό να συγκρίνουμε τον Πίντερ με τον Μπέκετ. Ο Μπέκετ πιστεύει ότι δεν έχει νόημα να εξηγούμε λογικά τις ενέργειες των ανθρώπων. Ο Πίντερ, αντίθετα, διερευνά την πολλαπλότητα των ανθρωπίνων κινήτρων.

Το «Πάρτι Γενεθλίων», ένα από τα πρώτα έργα του, που μας απασχολεί σήμερα, θα μπορούσε κάλλιστα να διαβαστεί, όταν πρωτοπαίχτηκε, σαν ένα ψυχολογικό θρίλερ α λα Χίτσκοκ ή ένα έργο «νουάρ». Τέτοιο ήταν το κλίμα τότε. «Διαβάστηκε» όμως ως «παράλογο», λόγω της άρνησης των κοινωνιών της Δύσης να αποδεχθούν ότι στον λογικοκρατούμενο «ελεύθερο κόσμο» τους μπορεί να συμβαίνουν πράγματα που θυμίζουν καφκικούς εφιάλτες.

Πράγματι το έργο βγαίνει κατ’ ευθείαν από τη «Δίκη» του Κάφκα. Σήμερα που έπεσαν οι μάσκες, ξέρουμε. Το θέατρο του Πίντερ δεν χωρίζει την αιτία από το αποτέλεσμα, δεν είναι αποσταγμένο, αφηρημένο, «παράλογο», είναι ακριβώς αυτό που ζούμε τώρα και που προετοιμαζόταν χρόνια πριν, μέσα σε ερμητικά κλειστά πολιτικά και άλλα γραφεία. Ο Πίντερ το προβλέπει και το περιγράφει με ακρίβεια ανατριχιαστική.

Αυτή είναι η αληθινή φύση το πιντερικού θεάτρου: ακραιφνώς πολιτικό, ξεσκεπάζει το χυδαίο πρόσωπο της εξουσίας, καταγγέλλει ωμά τη βια της. Συμπερασματικά τα έργα του Πίντερ δεν είναι αλληγορίες. Μπορεί και πρέπει να παίζονται ρεαλιστικά, σαν οργανικά κομμάτια της απτής πραγματικότητας.

Έτσι είδε και σκηνοθέτησε το «Πάρτυ Γενεθλίων» ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος στο «Από Μηχανής Θέατρο» επιλέγοντας ένα ύφος μεικτού, μετριασμένου, ραγισμένου ρεαλισμού, μένοντας δηλαδή εν μέρει πιστός στον γνωμικό στίχο του Τ.Σ. Έλιοτ ότι: «το γένος των ανθρώπων δεν αντέχει πάρα πολλή πραγματικότητα»... Σχεδιάζει, γι' αυτό, τους ρόλους να ξεχειλώνουν λίγο από το καθημερινό «κοστούμι» τους, μιας και δεν είναι καθημερινή η ιστορία που αφηγείται, χωρίς να φτάνει στο γκροτέσκο. Ξετυλίγει ασύμμετρα την ιστορία του, πλαγιοκοπώντας την με αύξοντες, τρομερούς ρυθμούς έως το εκρηκτικό φινάλε, σαν μια παρτίδα φρενιασμένου πόκερ με σημαδεμένη τράπουλα. Χωρίς να λείπουν τα στοιχεία της «μαύρης κωμωδίας», αρμονικά ενταγμένα στο πολυπρισματικό σύνολο.

Ο Άκης Βλουτής είναι συναρπαστικός ως το παγιδευμένο ανθρώπινο θήραμα μιας παντοδύναμης αόρατης εξουσίας που δεν λέει το όνομά της αλλά τη γνωρίζουμε. Εξαιρετικός ο Φώτης Αρμένης σε ρόλο Πόντιου Πιλάτου. Η χαρισματική Μίνα Αδαμάκη με μειδίαμα Σφίγγας σε ένα ρόλο παραπλανητικά «ελαφρύ». Έξοχοι «σταυρωτήδες» οι Αλέξανδρος Μούκανος, Γιώργος Κοψίδης. Η Δήμητρα Κόκκορη μια αυθεντική, μοιραία ντάμα πίκα. Τα ωραία σκηνικά - κοστούμια του Νίκου Αναγνωστόπουλου και οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη δένουν με το πνεύμα της σκηνοθεσίας.

 

Δείτε όλα τα σχόλια