Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Στις παρυφές της τραγωδίας

©YiannisGizmoBereris

Μαζί με τον Μπύχνερ και τον Κλάιστ, ο Λεντζ εντάσσεται στην άτυπη ομάδα των Γερμανών “καταραμένων ποιητών” του δέκατου όγδοου αιώνα, που αγωνίστηκαν σκληρά για να ανοίξουν τον...

Του Λέανδρου Πολενάκη

 

Μαζί με τον Μπύχνερ και τον Κλάιστ, ο Λεντζ εντάσσεται στην άτυπη ομάδα των Γερμανών “καταραμένων ποιητών” του δέκατου όγδοου αιώνα, που αγωνίστηκαν σκληρά για να ανοίξουν τον δρόμο από το ρομαντικό δράμα στο νεότερο αστικό “ρεαλιστικό” θέατρο, αντιπαλεύοντας ταυτόχρονα τον πανίσχυρο, ισοπεδωτικό γερμανικό απολυταρχισμό, που τους συνέθλιψε. Πέθαναν νέοι προφταίνοντας να αφήσουν ένα έργο πρωτοποριακό, σημαντικό, που αναγνωρίστηκε πολλά χρόνια μετά τον θάνατό τους.

Για τη ζωή και το έργο του Λεντζ ο Μπύχνερ μας άφησε ένα συγκλονιστικό αφήγημα: γεννημένος στη Λιβονία στα 1751, συνδέθηκε με τον Γκαίτε με στενή φιλία και πήγαν μαζί στη Βαϊμάρη. Λίγο αργότερα ήρθε σε ρήξη με τον “μέντορά” του και αυτό τον οδήγησε σε σταδιακή πνευματική παρακμή, ώς την ολοκληρωτική κατάρρευση.

“Σε έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει Θεός”, γράφει ο Μπύχνερ για τον Λεντζ, δεν απομένουν παρά δύο μόνο δρόμοι: ή να αυτοκτονήσει κάποιος ή να αγωνιστεί και να παλέψει έχοντας πλήρη επίγνωση ότι η πάλη είναι χαμένη...”. Αυτό μας δίνει, ενδεχομένως, ένα κλειδί για να καταλάβουμε τους “Στρατιώτες” του Λεντζ.

Ο Λεντζ προεκτείνει και ανασκευάζει, ξεκινώντας από τον γνωστό μονόλογο του Άμλετ, “να ζει κανείς ή να μη ζει”, επικεντρωμένο στο πρόβλημα της αυτοκτονίας, τη ρομαντική σύλληψη του Άμλετ από τον δάσκαλό του, Γκαίτε, που “γέννησε” μεταξύ άλλων τον Βέρθερο / Άμλετ και τη Μαργαρίτα / Οφηλία.

Ο Λεντζ, ωθούμενος ίσως και από προσωπικά βιώματα, ως απάντηση στον δάσκαλό του, Γκαίτε, μεταγράφει τον ρομαντικό Άμλετ σε ένα σκληρό προδρομικό αστικό δράμα ρεαλιστικών προδιαγραφών. Όπου η βία, σεξουαλική, εναντίον των γυναικών κυριαρχεί και όπου αριστοκράτες αξιωματικοί, καταχρώμενοι της θέσης τους, αποπλανούν τα κορίτσια των αστικών οικογενειών υποσχόμενοι γάμο και τα εγκαταλείπουν στη μοίρα τους. Το έργο τελειώνει βίαια, όπως ο “Αμλετ”, με ηθικό εξευτελισμό, ατίμωση, πυροβολισμούς και πτώματα.

Το πιο ερεθιστικό στοιχείο είναι ότι ο Λεντζ δεν παρουσιάζει την αστική οικογένεια ως αθώο θύμα κακόβουλων σχεδίων. Ο αστός πατέρας - αφέντης, αφελής και δολοπλόκος, “πουλάει” την κόρη του στους επίδοξους βιαστές. Την εκπορνεύει, όπως ο σαιξπηρικός Πολώνιος την Οφηλία, για να αποκομίσει οφέλη κοινωνικά και οικονομικά. Έχουμε, έτσι, εδώ, μια οξύτατη κριτική του θεσμού της αστικής οικογένειας, αλλά και της ανερχόμενης γερμανικής αστικής τάξης.

Το έργο του Λεντζ με τη βαθιά ψυχολογία των ηρώων και την άριστη διαγραφή των γυναικείων, κυρίως, χαρακτήρων, είναι ήδη, στον καιρό του, ένα εντελές αστικό δράμα, στις παρυφές της τραγωδίας.

Έτσι το πιάνει, “από τα μαλλιά” κυριολεκτικά, και το δίνει η σκηνοθεσία και μετάφραση (δραματουργία Παναγιώτας Κωνσταντινάκου) του νέου Παντελή Φλατσούση, ενός από τους πιο προικισμένους σκηνοθέτες της νεότερης γενιάς, που ξέρει να διαβάζει κείμενα: σαν μια αστική τραγωδία “in progress”.

Βλέπει το εν δυνάμει αμλετικό στοιχείο, στην ουσία πολιτικό, και το δίνει εν δράσει, με αύξοντες ρυθμούς σε έκπαγλο ύφος (και ήθος) μιας προσβεβλημένης (από τα ίδια της τα πεπραγμένα) πραγματικότητας. Ακολουθεί κατά γράμμα τη “ματωμένη” ιχνογραφή Σαίξπηρ - Γκαίτε - Λεντζ ώς το εκρηκτικό τέλος. Με αποτέλεσμα συναρπαστικό. Το έργο “έρχεται” αβίαστα στο σήμερα, προσανατολισμένο στη βία κατά των γυναικών μιας δήθεν απελευθερωμένης και χωρίς “ταμπού” εποχής.

Οι ρόλοι δίνονται “μεσογειακά”, σε δικό μας κλίμα και ταμπεραμέντο. Η Θεανώ Μεταξά κατορθώνει το πολύ δύσκολο, να είναι συγχρόνως μια ντροπαλή “Οφηλία των δρόμων” και μαζί το είδωλό της “απέναντι”, μια “Ιουλιέτα με ακράτητο αίμα” (wanton blood). Ένα ανεπιφύλακτο εύγε!

Η έξοχη Μαριάνθη Παντελοπουλου χτίζει αθόρυβα μια από τις “Τρομερές Μητέρες” του Γκαίτε. Άλλως την τρομερότερη, τη σαιξπηρική Γερτρούδη. Που είναι με τη σειρά της μια μετωνυμία της “Μέγαιρας”. (μια από τις Ερινύες). Ο Βαγγέλης Αμπατζής κινηματογραφεί πλαγίως, εξαιρετικά, με αμβλυγώνιο φακό έναν Άμλετ των καιρών μας.

Ο Φοίβος Συμεωνίδης είναι “ο πάντοτε δικός μας” Πολώνιος. Το “τετράγωνο των τεράτων” (Αντώνης Αντωνόπουλος, Μάριος Κρητικόπουλος, Γιώργος Κριθάρας, Μάνος Στεφανάκης) ντύνεται κατάσαρκα τη στολή της θεσμοθετημένης βίας. Η μουσική του Ανρί Κεργκομάρ είναι και όμορφη και ταιριαστή. Το ίδιο οι φωτισμοί Νίκος Βλασσόπουλος), τα σκηνικά (Πουλχερία Τζόβα), τα κοστούμια (Βασιλεία Ροζάνα), τα “επιτόπου” βίντεο (Γιάννης Μπερερής).

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Πού αλλού γίνονται αυτά;

Μετά από δύο εβδομάδες καραντίνας, η κατάσταση που διαμορφώνεται είναι η εξής: Πρώτον, η δημόσια Υγεία δοκιμάζεται από ελλείψεις προσωπικού, υλικού και εξοπλισμού ασφάλειας. Μέχρι τώρα η κυβέρνηση έχει εξασφαλίσει μόνο τον εφοδιασμό της σε χειροκροτήματα.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο
Όλες οι Ειδήσεις