Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ο κόκκος του σίτου

"Kanata" με το "Θέατρο του Ήλιου" στο Μέγαρο Μουσικής

Του Λέανδρου Πολενάκη

Μια λίγο γνωστή γενοκτονία έχει ως θέμα της η παράσταση του Ρομπέρ Λεπάζ (συνδραματουργία του Μισέλ Ναντώ) με το "Θέατρο του Ήλιου" της Αριάν Μνουσκίν: τη μεθοδευμένη γενοκτονία των ιθαγενών του Καναδά. Πράγματι, ένα από τα ειδεχθέστερα εγκλήματα των “πολιτισμένων εθνών” της Δύσης, Αμερικής και Ευρώπης, έχει υπάρξει η γενοκτονία των αυτοχθόνων πληθυσμών από τους εισβολείς εποίκους διά πυρός και σιδήρου και η ολοσχερής εξάλειψη του πολιτισμού τους. Μια σύντομη ιστορική αναδρομή πριν μπω στο κυρίως θέμα.

Αυτό το “ευγενές σπορ” των Δυτικών, κάτι σαν το αριστοκρατικό κυνήγι της αλεπούς από μια ορδή έφιππων λόρδων με σκυλιά, που, όχι σπάνια, μετατρεπόταν σε κυνήγι ανθρώπων, αποκτούσε, ανάλογα με το πνεύμα των διωκτών, τον κατάλληλο κάθε φορά ιδεολογικό εξοπλισμό. Οι Ισπανοί, π.χ., κατακτητές της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής ως πρόσχημα για την εξόντωση λαών της χρησιμοποίησαν αρχικά την αντίστασή τους στον βίαιο εκχριστιανισμό. Η πρώτη αυτή αιτιολόγηση της σφαγής δημιούργησε αντιδράσεις στην Ισπανία και, αντί να θέσουν τέρμα στο μακελειό, άλλαξαν τη ratio. Την απέσπασαν από τον κύκλο του θρησκευτικού και την ενέταξαν... στον χώρο του Διεθνούς Δικαίου, το οποίο διαμορφωνόταν ήδη τότε από τον σπουδαίο Ισπανό νομομαθή και μοναχό Φρανσίσκο Βιτόρια. Αιτιολογούσαν τώρα τη σφαγή ότι δήθεν οι ιθαγενείς, με την αντίστασή τους, έβαζαν εμπόδια στην “ελεύθερη επικοινωνία των θαλασσών”, που αναγορεύτηκε, τότε, σε θεμελιώδη αρχή του Διεθνούς Δικαίου...για να δικαιολογήσει “μοντέρνα” το ειδεχθές έγκλημα κατά των ντόπιων πληθυσμών.

Οι διάδοχοι των Ισπανών κατακτητών Άγγλοι αποικιοκράτες ξεπέρασαν σε επινοητικότητα και κυνισμό κατά πολύ τους δασκάλους τους. Όταν ο φιλόσοφος και φυσικός και πολλά άλλα Francis Bacon, ελληνιστί Βάκων, στην κόψη του 16ου με τον 17ο αιώνα, με το περίφημο βιβλίο του "Novum Organum" καταπολέμησε τον μεσαιωνικό σχολαστικισμό και θέσπισε τα πρωτεία του επιστημονικού λόγου απέναντι στις άλλες μορφές της γνώσης. Καθιέρωσε όμως έτσι, χωρίς να το επιδιώκει, τον διαχωρισμό των εθνών σε “πολιτισμένα” και “απολίτιστα” με αυθαίρετο κριτήριο τον βαθμό “επιστημοσύνης” τους. Εγκαθιδρύοντας με αυτόν τον τρόπο την υπεροχή των Εθνών της Δύσης απέναντι σε όλα τα άλλα, με “φυσικό” αναφαίρετο δικαίωμα των πρώτων να επιβάλλουν με “επιστημονική” βία στα δεύτερα τον “ανώτερο” πολιτισμό τους. Έτσι ξεκίνησε και θέριεψε ο βρετανικός ιμπεριαλισμός ως “εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης”. Να μη μιλήσουμε για τη γενοκτονική μανία των ναζί με βάση τη θεωρία περί “ανώτερης Άριας φυλής” και άλλες εγκληματικές ιδεολογικές ασυναρτησίες.

Ο Λεπάζ μας κάνει γνωστή, μέσα από το έργο που σκηνοθετεί, την ιστορία της συνεχιζόμενης γενοκτονίας, με ποικίλους τρόπους, των αυτοχθόνων του Καναδά. “Μια βίαιη και ύπουλη λεηλασία. Αναρίθμητες προδοσίες. Υποσχέσεις που ποτέ δεν τηρήθηκαν. Συμφωνίες που καταπατήθηκαν. Διαχείριση των Πρώτων Εθνών με όρους γενοκτονίας. Συστηματικός αποκλεισμός και περιθωριοποίηση. Μια πραγματική επίθεση της Καθολικής Εκκλησίας και του καναδικού κράτους ενάντια στον πολιτισμό των αυτοχθόνων, με τον αποκλεισμό της συμμετοχής των γονιών και της κοινότητας στη διανοητική, πολιτισμική και πνευματική ανάπτυξη των παιδιών τους μέσω του διαβόητου απωθητικού συστήματος των οικοτροφείων, όπου τα έγκλειστα παιδιά εξαναγκάζονται σε μια ανόητη, καταχρηστική έως σαδιστική, πέραν πάσης λογικής, διαδικασία εξομοίωσης...” (από τη συνέντευξη της Αριάν Μνουσκίν).

Πίσω στην ιστορία που ξετυλίγει ο Λεπάζ. Ένα ζευγάρι Γάλλων μετακομίζει στο Βανκούβερ. Η γυναίκα είναι ζωγράφος και εξαιτίας ενός τυχαίου περιστατικού συνδέεται με μια νεαρή αυτόχθονα τοξικομανή που έχει παρατήσει το σπίτι της και ζει στον δρόμο. Για λίγο καιρό τη φιλοξενεί, σύντομα όμως η κοπέλα εξαφανίζεται, για να βρεθεί έπειτα από λίγο νεκρή, σφαγμένη από το χέρι ενός κατά συρροή δολοφόνου εκδιδομένων γυναικών. Το περιστατικό συγκλονίζει τη ζωγράφο, που αποφασίζει να κάνει μια έκθεση με τα πορτρέτα των αυτόχθονων γυναικών που έπεσαν θύματα προκειμένου να ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη. Η κοινότητα όμως των αυτοχθόνων, αντιδρά. “Πώς μια ξένη τολμά να αγγίζει μια κουλτούρα που δεν γνωρίζει; Με ποιο δικαίωμα εκθέτει σε δημόσια θέα τον πόνο μιας οικογένειας;” Εδώ το πράγμα παίρνει μια στροφή εν δυνάμει τραγική. Αλλά ο σκηνοθέτης (και συνδραματουργός) δεν ακολουθεί το επικίνδυνο μονοπάτι. Προτιμάει ένα συμβατικό και ανώδυνο τέλος, με περίτεχνους διανοητικούς προβληματισμούς, περί αναγωγής του ιδιωτικού σε δημόσιο, του ατομικού σε συλλογικό κ.ά. Ξεφεύγει από το καυτό θέμα και είναι πράγματι κρίμα. Στα χέρια της Μνουσκίν ίσως να ήταν διαφορετικά...

Η παράσταση διαθέτει ένα λαμπρό πολυεθνικό δυναμικό ασκημένων ηθοποιών του “Θεάτρου του Ήλιου”, που συνειδητά βαδίζουν στην κόψη ανάμεσα στο συναίσθημα και στο είδωλό του στον καθρέφτη. Καθρέφτη όχι του Στανισλάφσκι, που δείχνει τα πράγματα όπως είναι τη στιγμή που είναι, αλλά του Μέγιερχολντ, που δείχνει τα πράγματα στο “εν δυνάμει” τους, όπως κάθε στιγμή μπορούν να είναι. Εδώ μπαίνει ακάλεστο αλλά παντοδύναμο το τραγικό στοιχείο από τη “στενή πύλη”, των ηθοποιών, σε αυτήν την “τρομερή και ημιτελή ιστορία” του “κόκκου σίτου” που “εάν αποθάνει πολύν καρπόν φέρει”.

Δείτε όλα τα σχόλια