Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ο Ντένης Ζαχαρόπουλος μιλά για τη ζωή και το έργο της Μαρίας Λάσνιγκ: "Ποτέ δεν της άρεσε να της βάζουν ετικέτα"

«Το κοινό θα δει πολύ σπουδαία έργα, πολύ σημαντικής γραφής, όπως οι 'Καρυάτιδες', ο 'Λαοκόων'» μας λέει ο γνωστός ιστορικός τέχνης Ντένης Ζαχαρόπουλος μιλώντας για την έκθεση που εγκαινιάζεται στις 4 Απριλίου στη Δημοτική Πινακοθήκη της Αθήνας

«Η Αυστριακή Μαρία Λάσνιγκ είναι πάρα πολύ μεγάλη ζωγράφος. Μια μοναδική μορφή στη γενιά της, στην πρώτη μεταπολεμική γενιά της Ευρώπης, που η τέχνη της δεν έχει τίποτα από αυτό που λέμε πειραματισμό. Τέχνη που δεν θα χάσει ποτέ το κέντρο βάρους της, καθώς η ίδια η καλλιτέχνις μπορεί να γελάσει ακόμα και με μια τραγωδία, το οποίο σημαίνει ότι πρέπει να γνωρίζεις κάτι πολύ βαθιά για να απελευθερωθείς από αυτό, νιώθοντας και καταλαβαίνοντας πως δεν είναι ούτε μεγαλύτερο, αλλά ούτε και μικρότερο από σένα».

Με αυτά τα λόγια ο διακεκριμένος ιστορικός και κριτικός τέχνης, καλλιτεχνικός διευθυντής της Πινακοθήκης, Μουσείων και Συλλογών του Δήμου Αθηναίων Ντένης Ζαχαρόπουλος, παίζοντας στα δάχτυλα την ιστορία της τέχνης και έχοντας θητεύσει σε σημαντικότατες θέσεις διαχείρισης πολιτισμού και ακαδημαϊκής διδασκαλίας ανά τον κόσμο, μας εισάγει στο έργο της σπουδαίας δημιουργού και της αντισυμβατικής σχέσης της με την Ελλάδα και τη μυθολογία, η οποία βρίσκεται και στο επίκεντρο της έκθεσης που εγκαινιάζεται στις 7 Απριλίου στη Δημοτική Πινακοθήκη, στην πλατεία Αυδή, στο Μεταξουργείο. Τίτλος της, «Tο Μέλλον Επινοείται με Θραύσματα του Παρελθόντος».

Για τον ίδιο, που διατηρεί άριστες σχέσεις με την Αυστρία, έχοντας βαθιά γνώση της χώρας καθώς υπήρξε για χρόνια καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών της Βιέννης, με θέση στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της πόλης, επιμελητής εκθέσεων στο Γκρατς, τη Βασιλεία και αλλού, η οργάνωση της έκθεσης από κοινού με τον επιμελητή της Hans Ulrich Obrist και τον πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος Μαρία Λάσνιγκ, Peter Pakesch, ήταν μια εύκολη υπόθεση.

«Τα έργα της Λάσνιγκ φιλοξενούνται σε έναν χώρο σχεδιασμένο από τον Δανό αρχιτέκτονα Χάνσεν, τον ίδιο που, εκτός από εμβληματικά κτήρια των Αθηνών, σχεδίασε και ολόκληρο το ιστορικό κέντρο της Βιέννης. Υπάρχει μια ιστορία της Ευρώπης που βρίσκεται πίσω από όλα αυτά», αφηγείται ο γνωστός ιστορικός τέχνης, αναφερόμενος στη ζωή της Αυστριακής εικαστικού, η οποία, ύστερα από έναν σύντομο γάμο και χωρισμό με τον επίσης σπουδαίο Άρνουλφ Ράινερ, βρίσκεται στο Παρίσι «κάνοντας μια πολύ μεγάλη καριέρα και επιδίδεται σε πειραματισμούς, χωρίς ωστόσο να μπει ποτέ σε καμία σχολή. Αν και εκείνη την περίοδο τη χαρακτήριζαν αφηρημένη ζωγράφο, η ίδια άρχισε να κάνει μη αφηρημένα έργα. Άλλωστε ποτέ δεν της άρεσε να της βάζουν ετικέτα» σημειώνει ο κ. Ζαχαρόπουλος, που γνώρισε από κοντά τη Λάσνιγκ όταν διένυε την όγδοη δεκαετία της ζωής της, περιγράφοντάς τη ως «μια γυναίκα πάρα πολύ ελεύθερη, με έναν φοβερό αυτοσαρκασμό στο έργο της. Αναρωτιέται κανείς πώς μια τέτοια γυναίκα, που το έργο της είναι η συνεχής προβολή άγριων και σκληρών εικόνων του εαυτού της, μπορεί να διατηρεί την απλότητα και τη στωικότητα των καθημερινών ανθρώπων”.

Στη διάρκεια της πολύχρονης ζωής και σταδιοδρομίας της -πέθανε 94 ετών-, η Λάσνιγκ δημιούργησε ένα σημαντικό σύνολο έργων ζωγραφικής και γραφιστικής, με παράλληλες εξορμήσεις στον κινηματογράφο και τη γλυπτική. Η ίδια διατηρούσε εστιασμένο διάλογο με την τέχνη της, η οποία βρισκόταν αδιάλειπτα στο επίκεντρο της ζωής της. Κεντρική έννοια που την απασχολεί είναι η «επίγνωση μέσω του σώματος, ανακαλύπτοντας δηλαδή διά της ενδοσκόπησης την πραγματική φύση της κατάστασής της, εξέφραζε σωματικές αισθήσεις με καλλιτεχνικά μέσα. Μάλιστα μεγάλος αριθμός αυτοπροσωπογραφιών συνηγορεί για τη διαδικασία και τη μορφή της αυτοανάλυσης στην οποία υπέβαλλε ακατάβλητα τον εαυτό της.

Ο Ντένης Ζαχαρόπουλος χαρακτηρίζει τις αυτοπροσωπογραφίες της Λάσνιγκ «αντίβαρο σε αυτές καλλιτεχνών όπως ο Φράνσις Μπέικον, που έδωσαν βαρύτητα στην αυτοπροσωπογραφία τους, αλλά προσδίδοντας έναν ηρωικό χαρακτήρα στο πορτρέτο του καλλιτέχνη. Η Λάσνιγκ απορρίπτει τελείως την ηρωικότητα. Γι’ αυτό και φεύγει από το Παρίσι όταν βλέπει πως η τέχνη, στα χρόνια του ’50 και ’60, αρχίζει να γίνεται πολύ λυρική» διευκρινίζει ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Δημοτικής Πινακοθήκης της Αθήνας.

 

Τα έργα και η λατρεία της Μεσογείου

«Το κοινό θα δει πολύ σπουδαία έργα, πολύ σημαντικής γραφής, όπως οι 'Καρυάτιδες', ο 'Λαοκόων', εμπνευσμένα από την ελληνική μυθολογία, αλλά και με αντεστραμμένο τον μύθο, με πολύ χρώμα και μεσογειακό φως, αλλά και κάποια άλλα, ποιο δύσκολα» εξηγεί ο γνωστός ιστορικός τέχνης αναφερόμενος στην έκθεση, η οποία περιλαμβάνει ζωγραφικά έργα που ξεκινούν χρονολογικά από τη δεκαετία του 1960 και φτάνουν έως και το 2008.

«Είχε λατρεία με τη Μεσόγειο, στο έργο της το φως και το χρώμα είναι πολύ σημαντικά, αλλά και το σχέδιο και το χάσιμο του σχεδίου, ακόμα και το λευκό. Όσο για τη σχέση της με την Ελλάδα, νομίζω πως είναι περιπετειώδης, όπως και ο τρόπος που ζούσε παντού: Βιέννη, Παρίσι, Νέα Υόρκη. Στην Αμερική γυρίζει ταινίες. Γι’ αυτό και οργανώνεται η προβολή της κινηματογραφικής δουλειάς της σε συνεργασία με την Ταινιοθήκη της Ελλάδας, αλλά πιθανότατα και η προβολή ταινιών της στους εξωτερικούς χώρους της Δημοτικής Πινακοθήκης το καλοκαίρι. Και εδώ συνεχίζει να μην παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά. Αυτοσαρκάζεται συνεχώς. Η εικόνα της την ξεπερνάει. Το ίδιο της το σώμα με τα μέλη που δεν υπάρχουν, όπως τα χέρια, σηματοδοτούν και τις ίδιες τις σκηνικές μετατοπίσεις όλων των ειδών της μυθολογίας. Η ζωή της θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μια ζωή χωρίς υπότιτλους, όπως οι κινηματογράφοι στη Βιέννη που προβάλλουν ταινίες χωρίς υπότιτλους, καθώς θεωρείται πως ο θεατής που θα μπει σε σινεμά της πόλης γνωρίζει τη γλώσσα, έτσι και το έργο της Λάσνιγκ έχει τη δική του παγκόσμια γλώσσα»

 

Η συγγραφή και η χειραφέτηση

Η Λάσνιγκ υπήρξε πρωτοπόρος της γυναικείας χειραφέτησης στον ανδροκρατούμενο κόσμο της τέχνης. Το έργο που οραματίστηκε και πραγματοποίησε άσκησε ευρύτατη επίδραση στις μεταγενέστερες γενιές καλλιτεχνών.

«Το ίδιο καυστικό με το εικαστικό έργο της είναι και το συγγραφικό. Τα κείμενά της που έχουν εκδοθεί βρίσκονται σε συνομιλία με γυναίκες συγγραφείς του καιρού της, καθώς ο λόγος αποτελεί ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της ζωής και της τέχνης της» σημειώνει ο Ν. Ζαχαρόπουλος. «Και εδώ αφήνει σαφέστατες αιχμές πως πρόκειται για αυτοπροσωπογραφία όπου αναρωτιέται για τον εαυτό της. Είναι εντυπωσιακό έως ποίου βαθμού δεν ενδίδει ποτέ στην εικόνα της".

 

Το σώμα

Αναφερόμενος στον ρόλο του καλλιτέχνη, της γυναίκας και της Ιστορίας, με αφορμή τα έργα και τη ζωή της Λάσνιγκ, "με τη συνοχή και το μέτρο της έκφρασης", ο κ. Ζαχαρόπουλος επισημαίνει πως η δημιουργός «είναι παντού μέσα στα έργα της, σαν να παίζει θέατρο. Άλλωστε το να παριστάνουμε τα τραγικά πρόσωπα είναι θέατρο. Είναι πολύ ενδιαφέρον πως ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να αναπαραστήσει καν τον εαυτό του ως καλλιτέχνη, μπορεί να υπάρχει σαν γραφή, σαν σώμα, σαν χειρονομία, σαν γυναίκα, αλλά πρέπει να ζήσει κανείς μια ζωή ολόκληρη για να φτάσει να πει πως είναι σώμα».

Και θυμάται την ιστορία ενός πολύ αγαπημένου του πίνακα και ενός από τα πιο συγκλονιστικά έργα τέχνης για τον ίδιο. «Όταν, σε ηλικία άνω των 85 ετών, η Λάσνιγκ κάνει έναν πίνακα όπου είναι ολόγυμνη, δεν έχει κανένα πρόβλημα για το αν είναι όμορφη ή άσχημη. Είναι μια γυναίκα, που σε προχωρημένη ηλικία πια, με ανοιχτά τα πόδια και φανερό το αιδοίο της, κρατά ένα πιστόλι στραμμένο προς το κεφάλι της και ένα προς το μέρος του θεατή. Πρόκειται για τους πιο δυνατούς πίνακες που έχω δει στη ζωή μου. Ένα έργο που θέτει το θέμα ότι ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να αυτοκτονήσει χωρίς να ακυρώσει πιο πριν το έργο του. Και από την άλλη μεριά, αν ο θεατής δεν δεχτεί ότι η τέχνη έχει τη δύναμη να τον κάνει να σκεφτεί τι κρύβεται πίσω από όλη αυτήν την κίνηση, έχει ακυρώσει το έργο του καλλιτέχνη. Είναι η μεγάλη συζήτηση για το σώμα, τον καλλιτέχνη, τη συνεχή απειλή του θανάτου και της αντίστασης που πρέπει να βρει για να μπορέσει να επιβιώσει» καταλήγει ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Πινακοθήκης του Δήμου Αθηναίων.

 

Η πορεία και τα βραβεία

Η Λάσνιγκ έζησε και δίδαξε στη Βιέννη από το 1980 μέχρι τον θάνατό της, το 2014. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου φοιτούσε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της αυστριακής πρωτεύουσας και τη δεκαετία του 1950 αποτέλεσε μέρος της ομάδας «Χοντσγκρούπε», στην οποία συμμετείχε ο Άρνουλφ Ράινερ, ο Ερνστ Φουκς, ο Άντον Λίχμντεν, ο Άρικ Μπράουερ και ο Βόλφγκανγκ Χόλεγκα. Τη δεκαετία του ’50 επιλέγει το Παρίσι και από το 1968 έως το 1980 διαμένει στη Νέα Υόρκη, όπου γυρίζει έξι ταινίες μικρού μήκους. Το 1980 επιστρέφει στην Αυστρία και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης μέχρι το 1997. Διανύοντας την έβδομη δεκαετία της ζωής της, η Λάσνιγκ αρχίζει να αναγνωρίζεται ευρέως. Εκπροσωπεί τη χώρα της στην Μπιενάλε της Βενετίας το 1980, ενώ το 1996 πραγματοποιείται αναδρομική έκθεση έργων της στο Κέντρο Ζορζ Πομπιντού. Το 1982 και το 1997 συμμετέχει στην Documenta.

Υπήρξε η πρώτη γυναίκα καλλιτέχνις που κέρδισε το Μεγάλο Αυστριακό Κρατικό Βραβείο το 1988, ενώ απέκτησε και τον Μεγαλόσταυρο επιστημών και τέχνης το 2005. Είχε προηγηθεί η απονομή του Διεθνούς Βραβείου Roswitha Haftmann το 2002, ενώ η κορυφαία διάκριση που έλαβε ήταν ο Χρυσός Λέων στην Μπιενάλε της Βενετίας, το 2013 για τη συνολική προσφορά της.

Η έκθεση «Tο Μέλλον Επινοείται με Θραύσματα του Παρελθόντος» στην Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων θα είναι ανοιχτή για το κοινό από τις 7 Απριλίου έως 16 τις Ιουλίου, στο κτήριο του Μεταξουργείου, Λεωνίδου και Μυλλέρου, στην πλατεία Αυδή.

 

Δείτε όλα τα σχόλια