Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η μοναχική και αυθεντική πορεία της Ο' Κιφ στον μοντερνισμό

Στην «Kunstforum» της Βιέννης, τη μεγαλύτερη και σπουδαιότερη έκθεση που έχει παρουσιαστεί ποτέ στην ηπειρωτική Ευρώπη, αφιερωμένη στο έργο της Τζόρτζια Ο’ Κιφ

«Μισώ τα λουλούδια, τα ζωγραφίζω απλά επειδή είναι φτηνά, δεν στοιχίζουν όσο τα μοντέλα και επιπλέον δεν κουνιούνται». Δεν γίνεται να μην πάρει κανείς υπόψη αυτή την αφοριστική δήλωση της σπουδαίας Αμερικανίδας εικαστικού Τζόρτζια Ο’ Κιφ που αφορά την πιο προβεβλημένη σειρά του έργου της.

Σε αυτήν συγκαταλέγεται και το «Λευκό Λουλούδι» που «χτύπησε» σε δημοπρασία του 2014 το μεγαλύτερο πόσο (44 εκατομμύρια ευρώ) που δόθηκε ποτέ παγκοσμίως σε έργο γυναίκας εικαστικού. Το εν λόγω έργο παρουσιάζεται από τα μέσα του προηγούμενου μήνα στην «Kunstforum» της Βιέννης, τη μεγαλύτερη και σπουδαιότερη έκθεση που έχει παρουσιαστεί ποτέ στην ηπειρωτική Ευρώπη αφιερωμένη στο έργο της Τζόρτζια Ο’ Κιφ.

Η Κιφ, στα άνθη της με ψυχαναγκαστική επιμονή στη λεπτομέρεια, χωρίς αυτό να συνιστά μία άνευρη αποτύπωση, προσέφερε πεδίο σε ιδιοτελείς ερμηνείες ότι είναι συγκαλυμμένες αναπαραστάσεις της γυναίκειας φύσης. Απόψεις τις οποίες η ίδια αντέκρουσε λέγοντας πως «Όταν οι παρατηρητές των έργων μου διακρίνουν ερωτικά σύμβολα, τότε μάλλον προβάλλουν αποκλειστικά δικές τους υποθέσεις». Όμως οι παρατηρητές υπερκέρασαν τις απόψεις της Αμερικανίδας δημιουργού ερμηνεύοντας με το φροϋδικό μοντέλο την ομοιότητα των λουλουδιών της με τη θηλυκή ανατομία.

Τα 140 έργα που φιλοξενεί ο εκθεσιακός χώρους του Kunstforum στοιχειοθετούν μία πλήρη αποτύπωση του καλλιτεχνικού της σύμπαντος συνεπικουρούμενα από φωτογραφίες, σημειώσεις, εκδόσεις και προβολές. Ένα υλικό που προέρχεται από μουσεία και συλλογές κυρίως των ΗΠΑ, αλλά και της Ευρώπης, το οποίο σκιαγραφεί ένα πλήρες αποτύπωμα του στίγματος της Κιφ στην εξέλιξη της εικαστικής τέχνης στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού.

Η μεγάλη κυρία της αμερικανικής avant-garde και μετέπειτα σεβάσμια ερημίτης στα απομονωμένα τοπία του Νέου Μεξικού έζησε 96 χρόνια. Ένας εθνικός μύθος με επτά δεκαετίες δημιουργικής παρουσίας.

Η έκθεση τονίζει τη μοναχική και αυθεντική πορεία της Ο’ Κιφ στον μοντερνισμό. Η δουλειά της δημιούργησε ένα αυτόνομο σημείο επαφής του αμερικανικού μοντερνισμού με τα ευρωπαϊκά κινήματα των αρχών του εικοστού αιώνα. Στη μεγάλη και συνάμα παραγωγική ζωή της συνεχώς επαναπροσδιόριζε τον εαυτό της διατηρώντας πάντα την ανεξαρτησία της. Επιδιώκοντας πάντοτε να αποδώσει μέσω του έργου της το συναίσθημα που απορρέει από τη δύναμη των εικόνων του φυσικού κόσμου σε μία μείξη αιωνιότητας και μυστήριου.

«Ένιωθα υποχρεωμένη να δημιουργήσω κάτι το οποίο ανταποκρίνεται σε ό,τι αισθανόμουν όταν παρατηρούσα και όχι να το αντιγράψω» έλεγε η ίδια.

Αν και η έκθεση έχει χρονολογική διάρθρωση η πρώτη επαφή της έκθεσης με τον επισκέπτη γίνεται από την αίθουσα που περιέχει αφηρημένα έργα της εικαστικού. Στην πιο προβεβλημένη θέση βρίσκεται το έργο με κυρίαρχες της αποχρώσεις του μωβ. «Με χρώμα και σχήμα μπορούσα να εκφράσω πράγματα που δεν μπορούσα διαφορετικά. Δεν είχα λόγια» τόνιζε.

Τα έργα, το πλούσιο φωτογραφικό υλικό, οι σημειώσεις συνθέτουν μία πλήρη, για τον επισκέπτη, διείσδυση στον κόσμο της σπουδαίας Αμερικανίδας εικαστικού.

Η ίδια πρωτοείδε το φως της ζωής σε ένα αγρόκτημα του Ουισκόνσιν το 1887. Η οικογένεια Ο’ Κιφ διατηρούσε μια φάρμα γαλακτοκομικών προϊόντων. Είχε έξι αδέλφια και τα παιδικά της χρόνια σημάδεψαν ο αλκοολισμός του πατέρα της και η φυματική μητέρα της.

Η Κιφ αποφάσισε να σπουδάσει ζωγραφική. Σε μία εποχή που οι γυναίκες που ασχολούνταν με την τέχνη είχαν προδιαγεγραμμένη καριέρα σε κάποια σχολική αίθουσα διδασκαλίας.

Γράφτηκε στο Ινστιτούτο Τέχνης του Σικάγου και στην Art Students League της Νέας Υόρκης. Λόγω των οικονομικών δυσχερειών ασχολήθηκε παράλληλα με τη διαφήμιση. Εν τέλει αναγκάστηκε να κάνει αυτό που απευχόταν, να διδάξει σε δημόσια σχολεία στο Αμαρίλο του Τέξας, στο κολέγιο Κολούμπια της Νότιας Καρολίνας. Όμως δεν σταμάτησε να ζωγραφίζει ακολουθώντας το ένστικτό της. «Έχω πράγματα στο μυαλό μου τα οποία είναι διαφορετικά από αυτά που έχω μάθει. Σχήματα και ιδέες που για να τις υλοποιήσω έπρεπε να ξεκινήσω από την αρχή και να αποβάλω ό,τι έχω διδαχθεί μέχρι τώρα» σημείωνε εκείνη την εποχή.

Μέσω κάποιου φιλικού προσώπου έφτασαν στα χέρια του γκαλερίστα και μοντερνιστή φωτογράφου Άλφρεντ Στίγκλιτς κάποια σχέδιά της. Στην γκαλερί «291» που είχε ιδρύσει ο Στίγκλιτς ήρθαν για πρώτη φορά από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού έργα των κορυφαίων Ευρωπαίων δημιουργών της avant gard, όπως Πικάσο, Ματίς, Μπρανκούζι, Σεζάν, Ντουσάμπ κ.ά. Ο φωτογράφος ενθουσιάστηκε από την δουλεία της και της πρότεινε να εκθέσει τα έργα της. Έτσι κι έγινε παρά την αντίθεσή της.

 

Με την πρώτη ευκαιρία την κάλεσε στην Νέα Υόρκη. Και αυτή η συνάντηση έμελλε να ήταν καθοριστική και για τους δύο. Η Κιφ έγινε η μούσα και το ιδανικό μοντέλο του. Το 1917 παρουσίασε η Ο’ Κιφ στην γκαλερί ατομική έκθεση με έργα της. Το 1921 ο Στίγκλιτζ εξέθεσε τις γυμνές φωτογραφίες της. Έγιναν ζευγάρι και το 1924 - αφού πρώτα χώρισε ο Στίγκλιτς από την πρώτη του γυναίκα- παντρεύτηκαν. Η Κιφ βρέθηκε σε ένα καλλιτεχνικό περιβάλλον που διαπνεόταν από τις αρχές της πρωτοπορίας.

 

Η εναρκτήρια αίθουσα της έκθεσης είναι αφιερωμένη σε εκείνη την περίοδο. Τα πρώτα της έργα αλλά και το υλικό που στοιχειοθετεί αυτή την καθοριστική συνάντηση συνθέτουν τη χρονική περίοδο που η Ο’ Κιφ διαμορφώνει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Φωτογραφίες της, τα πρώτα μικρών διαστάσεων αφηρημένα σχέδια με μολύβι αλλά και το μοναδικό της γλυπτό· μία γήινη, μικρών διαστάσεων, αφηρημένη φόρμα από μάρμαρο.

Αξιοσημείωτη είναι μία έκδοση του 1924 αφιερωμένη στους εκπροσώπους της σύγχρονης τέχνης στις ΗΠΑ. Το βιβλίο είναι ανοικτό στις σελίδες που είναι αφιερωμένες στην Ο’ Κιφ.

Έργα από εκείνη την περίοδο απεικονίζουν τους ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης με δυναμική κατακόρυφη προβολή.

Η εικαστικός βρέθηκε στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του 1920 στο επίκεντρο μίας αναπτυξιακής φρενίτιδας στις ιδέες στη βιομηχανία και την αρχιτεκτονική που διακόπηκε απότομα από την οικονομική κρίση του 1929. Οι ουρανοξύστες που έκρυβαν μέρα με τη μέρα τον ορίζοντα της πόλης υπήρξαν το σύμβολο αυτής της εποχής.

Η επόμενη αίθουσα είναι αφιερωμένη στις νεκρές φύσεις. Εκεί εντάσσεται και η πολυποίκιλη σειρά με τα λουλούδια. Αυτά τα έργα έγιναν λάβαρα για το φεμινιστικό κίνημα την δεκαετία του 1970.

Η Ο’ Κιφ δεν ήταν ενθουσιασμένη με τον κύκλο της ζωής στη Νέα Υόρκη. Έψαχνε αφορμή για συνεχόμενες αποδράσεις στην Δύση. Οδηγώντας ένα Ford T ανακάλυψε το αρχέγονο τοπίο του Νέου Μεξικού. Και τη μάγεψε.

Η ιδιαίτερη φύση της έδωσε τα κατάλληλα ερεθίσματα. Πολλές φορές προσάρμοζε τον καμβά της στο παράθυρο του αυτοκινήτου και ζωγράφιζε. Η απεραντοσύνη και η χρωματικά πλούσια παλέτα του ουρανού, οι άνυδρες αχανείς εκτάσεις όπου δέσποζαν ορεινοί όγκοι τής πρόσφεραν την έμπνευση αλλά και την αναγκαία μεταρρύθμιση στης ζωής της που υποσυνείδητα επεδίωκε. Όπως και τη μοναξιά που χρειαζόταν για να αφοσιωθεί στην τέχνη της.

Τα ταξίδια της σε αυτή την περιοχή όπου ακόμα ζούσαν οι μύθοι και οι δοξασίες των ινδιάνικων φυλών έγιναν πυκνά, και, όπως η ίδια είχε αφηγηθεί, συχνά ζωγράφιζε κάτω από ένα δέντρο μαζί με γηγενείς που αναζητούσαν σκιά από τον καυτό ήλιο.

Όταν πέθανε ο σύζυγός της το 1946 -είχαν μεγάλη διαφορά ηλικίας- εγκατέλειψε για πάντα την αμερικανική μητρόπολη. Εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Αμπικούιου του Νέου Μεξικού.

Αυτή η διαδρομή διαγράφεται στις υπόλοιπες δύο αίθουσες της έκθεσης με μεγάλων και μικρών διαστάσεων έργα και θεματικές να προκύπτουν από τα τοπία, τα κόκαλα που ξάσπριζαν στην έρημο, τις απέριττες φόρμες από τις παραδοσιακές κατοικίες και τις λαϊκές παραδόσεις. Ένα σύμπαν που μετέφερε στα τελάρα της με αφαιρετικές γραμμές.

Στον θεατή επιβάλλεται το έργο στο οποίο το περίγραμμα ενός σταυρού βρίσκεται σε πρώτο πλάνο μπροστά από έναν έναστρο ουρανό. Και η σύνθεση «Από το μακρινό στο κοντινό», όπου το κρανίο ενός κερασφόρου ζώου αντιπαραβάλλεται με ορεινούς μονολιθικούς όγκους που προβάλλουν μέσα από ένα ερημικό τοπίο.

«Με εντυπωσιάζει πόσοι άνθρωποι διαχωρίζουν την αντικειμενική τέχνη από την αφηρημένη. Η αντικειμενική τέχνη δεν είναι καλή, εκτός εάν εντάσσεται σε μία αφηρημένη αίσθηση. Ο λόφος και τα δέντρα είναι αδύνατον να δημιουργήσουν μία καλή σύνθεση αν είναι μόνο δέντρα και λόφοι. Είναι γραμμές και χρώμα που, αν τις εντάξεις μαζί, τότε έχουν να πουν κάτι. Η αφηρημένη τέχνη είναι συχνά η πιο οριστική μορφή για το άυλο πράγμα στον εαυτό μου που μπορώ να εκφράσω με σαφήνεια στο χρώμα».

Σε ειδικό χώρο προβάλλεται ντοκιμαντέρ παραγωγής του 1976 που γυρίστηκε στο Νέο Μεξικό στο οποίο η καλλιτέχνης μιλάει για τη ζωή και το έργο της. Όπως λέει χαρακτηριστικά ότι ψάχνει καθημερινά για αυτά «τα μαγικά λεπτά της εναλλαγής από το φως στο σκοτάδι».

Τα τελευταία της χρόνια άρχισε να αδυνατίζει η όρασή της. Όμως αυτό δεν την πτόησε στο να συνεχίζει να μεταφέρει τα σήματα των αισθήσεών της στον καμβά. Το 1983 έδωσε μία εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στον Άντυ Γούορχολ, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ιnterview». Έφυγε από τη ζωή στις 6 Μαρτίου 1986 σε ηλικία 98 ετών.

 

Το κτήριο που φιλοξενεί την έκθεση, χτισμένο το 1914 ως κεντρικό τραπεζικό κατάστημα με αρχιτεκτονικές επιρροές από τα παλάτσα της Ιταλικής Αναγέννησης, άλλαξε χρήση σε εκθεσιακό χώρο το 2000. Τότε ο διάσημος Αυστριακός αρχιτέκτονας Gustav Peichl ανέλαβε να προσδώσει νέο ύφος στο μέγαρο με δύο ορθογώνιες στήλες που περιτοιχίζονται από λευκό και μπλε μάρμαρο και μία χρυσή σφαίρα πάνω από την κιονοστοιχία της εισόδου. Στοιχεία που προσφέρουν εύλογους συσχετισμούς με την αισθητική του Jugendstil που άκμασε στη Βιέννη των αρχών του 20ού αιώνα.

Η έκθεση στο Kunstforum παρουσιάστηκε το προηγούμενο φθινόπωρο στην Tate Modern του Λονδίνου. Επιμελητές της έκθεσης είναι οι: Heike Eipeldauer και Tanya Barson. Διάρκεια έως τις 26 Μαρτίου 2017.

Δείτε όλα τα σχόλια