Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η επιστήμη έκανε την τεχνολογία ή η τεχνολογία την επιστήμη;

Μέρος Τέταρτο: Όταν ο τεχνολογικός ντετερμινισμός συναντά την ανθρώπινη πρόθεση

 

Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ, σημαντικός φιλόσοφος του 20ού αιώνα, είχε σημειώσει ότι η νεωτερική τεχνολογία αποτελεί εφαρμογή της επιστήμης στην υπηρεσία της εξουσίας. Μέσω της νεωτερικής τεχνολογίας παράγονται αντικείμενα που έχουν συγκεκριμένες χρήσεις. Πόροι μετατρέπονται σε νέους πόρους. Άλλοι φιλόσοφοι, όπως ο Τζον Ντιούι, θεωρούσαν ότι η επιστήμη είναι θεωρητική τεχνολογία και η τεχνολογία αποτελεί εφαρμοσμένη επιστήμη. Το επιχείρημα είναι ότι μέσα από αυστηρά ορθολογικές επιστημονικές θεωρίες μόνο συγκεκριμένες τεχνικές επινοήσεις μπορούν να προκύψουν. Αυτές οι θέσεις, που προσεγγίζουν την τεχνολογία ως εφαρμοσμένη επιστήμη, οδηγούν δυνητικά σε έναν τεχνολογικό ντετερμινισμό. Οδηγούν, δηλαδή, σε μια θέαση που ορίζει οποιαδήποτε τεχνική / τεχνολογική επινόηση ως κάτι που καθορίζει και καθορίζεται από τα κοινωνικά συμβάντα, μια θέαση που περιορίζει τις διαδρομές της Ιστορίας. Το «πρόβλημα», ευτυχώς ή δυστυχώς, είναι ότι στην Ιστορία και στα πράγματα που επινοούν οι άνθρωποι τίποτα δεν είναι αναπόφευκτο, εκτός κι αν κάποιος πιστεύει στη μοίρα ή επιθυμεί να θέσει την Ιστορία υποκείμενη σε ένα άκαμπτο ιδεολογικό αφήγημα. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η θέαση, του τεχνολογικού ντετερμινισμού, μόνο εκ των υστέρων μπορεί να κριθεί.

Οι δρώντες, είτε από την πλευρά της επιστήμης είτε της τεχνολογίας, δεν αντιλαμβάνονται καν την ύπαρξη αυτής της υποτιθέμενης γραμμικής ακολουθίας. Όταν οι επιστήμονες κάνουν επιστήμη, γνωρίζουν ότι οι θεωρίες τους δεν μπορούν να εφαρμοστούν με την ίδια ακρίβεια με την οποία τίθενται. Ομοίως, όσοι και όσες κάνουν τεχνολογία, γνωρίζουν ότι δεν εφαρμόζουν με ευλαβική ακρίβεια τις επιστημονικές θεωρίες, αλλά το βασικό τους μέλημα είναι να δουλέψει αυτό που κατασκευάζουν. Ο φιλόσοφος Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν είχε σημειώσει ότι καμία ενέργεια δεν μπορεί να καθοριστεί από έναν κανόνα επειδή κάθε ενέργεια μπορεί να παρουσιαστεί έτσι ώστε να συμφωνεί με τον κανόνα.

Αυτή η θέση αποτελεί προέκταση της σκέψης ενός άλλου φιλοσόφου, του Ντέιβιντ Χιουμ, ο οποίος είχε θέσει στα τέλη του 18ου αιώνα το περίφημο πρόβλημα της επαγωγής. Ο Χιουμ είχε σημειώσει ότι ένας πεπερασμένος αριθμός παραδειγμάτων με ένα πεπερασμένο μέγεθος εξηγήσεων δεν μπορεί να δεσμεύσει και να προκαταβάλει οριστικά μια οποιαδήποτε επόμενη ανεξέταστη περίπτωση. Με απλά λόγια, ο τρόπος με τον οποίο θα εκφραστεί ένας κανόνας δεν δεσμεύει ούτε καθορίζει την εφαρμογή του. Η εφαρμογή μπορεί να γίνει με έναν τρόπο που να διαφοροποιείται από τον κανόνα. Η αδυναμία απόλυτου υποκαθορισμού της πράξης στον κανόνα, ωστόσο, δεν θα πρέπει να θεωρείται πρόβλημα. Αντιθέτως, αναδεικνύει τους διαφορετικούς όρους με τους οποίους παράγεται νέα γνώση και αυτοί οι όροι είναι αρκετά πιθανό να διαφεύγουν της προσπάθειάς μας να τους ανιχνεύσουμε ή να τους υποτάξουμε σε μια συγκεκριμένη ερμηνεία.

Οι Σπουδές Επιστήμης και Τεχνολογίας έχουν υποστηρίξει ότι τόσο οι επιστήμες όσο και η τεχνολογία δεν αποτελούν ανεξάρτητα φυσικά είδη με συγκεκριμένες και διαχρονικές ιδιότητες. Το πώς προκύπτει μια νέα γνώση ή το πώς κατασκευάζεται ένα νέο τεχνούργημα αποτελεί μια σύνθετη διεργασία που εμπλέκει πολύ περισσότερα πράγματα από μερικούς κανόνες. Η Ιστορία των Επιστημών έχει αναδείξει με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους ότι οι επιστημονικές μέθοδοι ούτε απαράλλακτες ήταν ούτε αδιαμφισβήτητες. Όπως έχει σημειώσει ο φιλόσοφος της τεχνολογίας Σέρτζιο Σισμόντο, δεν υπάρχει προνομιακή επιστημονική μέθοδος που να μπορεί να μεταφράσει τη φύση σε γνώση ούτε τεχνολογική μέθοδος που να μπορεί να μεταφράσει τη γνώση σε τεχνουργήματα.

Αυτό που είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον σχετικά με τη σχέση επιστήμης και τεχνολογίας είναι ότι αρκετές θεωρίες δεν διατυπώθηκαν με σκοπό να εφαρμοστούν. Οι επιστήμονες που τις διατύπωσαν δεν ενδιαφέρονταν για την ωφελιμότητά τους, αλλά παρακινήθηκαν περισσότερο από την επιθυμία να κατανοήσουν τη φύση ή να επιλύσουν προβλήματα που είχαν άλλες θεωρίες. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Κλαρκ Μάξγουελ και της συμβολής τού κορυφαίου φυσικού στον ηλεκτρομαγνητισμό. Το 1873 δημοσίευσε τις θεωρητικές του εξισώσεις σε μια επιστημονική πραγματεία. Οι ανακαλύψεις που θα ακολουθούσαν τα επόμενα χρόνια θα επιβεβαίωναν τον Μάξγουελ. Το 1887-1888, ο Χάινριχ Χερτς απέδειξε την ύπαρξη των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων που μεταφέρουν τα ραδιοφωνικά σήματα. Έλυσε, δηλαδή, ένα θεωρητικό πρόβλημα που υπήρχε. Τόσο ο Μάξγουελ όσο και ο Χερτς δεν σκέφτηκαν ότι αυτές οι θεωρητικές εργασίες θα μπορούσαν να έχουν κάποια πρακτική εφαρμογή. Λίγα χρόνια μετά, εμφανίστηκε ο Γουλιέλμο Μαρκόνι, ο οποίος ήταν ένας ικανός τεχνίτης και εφευρέτης. Τον Μαρκόνι τον ενδιέφερε αποκλειστικά η χρησιμότητα. Στον Μαρκόνι πιστώνεται η εφεύρεση του ραδιοφώνου. Το μόνο που έκανε ήταν να επινοήσει τον δέκτη που ονομάζεται «συνοχέας» και χάρη σε αυτόν να επιτύχει την εκπομπή ραδιοκυμάτων σε πολύ μεγάλη απόσταση. Το 1909 θα βραβευόταν μαζί με τον Καρλ Φέρντιναντ Μπράουν με το Βραβείο Νόμπελ για τη συμβολή τους στην ανάπτυξη της ασύρματης τηλεγραφίας.

Φαινομενικά, κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι ο Μαρκόνι απλώς εφάρμοσε τις θεωρητικές εργασίες του Μάξγουελ. Εν μέρει, είναι αληθές. Ωστόσο, στην Ιστορία των Επιστημών και της τεχνολογίας οφείλουμε να εξετάζουμε τους λόγους για τους οποίους παράγεται μια νέα γνώση ή ένα νέο τεχνούργημα. Ο Μάξγουελ δεν ενδιαφερόταν για την ωφέλιμη και πρακτική εφαρμογή της φυσικής επιστήμης. Τον ενδιέφερε η επίλυση προβλημάτων που είχαν να κάνουν με φυσικά φαινόμενα. Οι εργασίες του ήταν περισσότερο το αποτέλεσμα μιας έμφυτης περιέργειας. Επομένως, οι διαφορετικές προθέσεις των υποκειμένων υπονομεύουν και τον ισχυρισμό της υποταγής της τεχνολογίας στην επιστήμη. Από την άλλη, η άρρηκτη και αδιαμφισβήτητη σχέση μεταξύ επιστήμης και τεχνολογίας υποδηλώνει ότι δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να τις αντιμετωπίζουμε ως δύο χώρους με ανεξάρτητες οντολογίες. Αντιθέτως, συναντιούνται σε έναν κοινό χώρο, ο οποίος είναι αυστηρά ανθρωπολογικός.

 

Δημήτρης Πετάκος

Δείτε όλα τα σχόλια