Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Αφιέρωμα στη Φυσική Ιστορία του 17ου και του 18ου αιώνα

Μέρος δεύτερο: Νέες και ιερές θεωρίες για τη Γη στον 17ο αιώνα Κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα η Γη και η ηλικία της έγιναν αντικείμενο μελέτης. Αρκετοί διανοητές επιχείρησαν να εφαρμόσουν τις νέες μηχανοκρατικές προσεγγίσεις, όπως του Ντεκάρτ και του Νεύτωνα, προκειμένου να μελετήσουν την προέλευση και εξέλιξη της Γης. Τι πυροδότησε, όμως, αυτή την προσπάθεια; Ο 17ος αιώνας ήταν μια περίοδος κατά την οποία οι προτεστάντες θεολόγοι και διανοητές επιχείρησαν να χρονολογήσουν τη Γη μέσα από μια κυριολεκτική ανάγνωση της Βίβλου, λειτουργώντας στους αντίποδες της καθολικής Εκκλησίας. Όλα ξεκίνησαν από τον Ιρλανδό Τζέιμς Άσερ (1581-1656), αρχιεπίσκοπο του Άρμαγκ, ο οποίος υπολόγισε την ηλικία της Γης μέσα από την απαρίθμηση των εβραίων πατριαρχών. Σύμφωνα με τον υπολογισμό του, η Γη δημιουργήθηκε το 4004 π.Χ. Κάπως έτσι ξεκίνησε μια εκπληκτική αναζήτηση, την έκβαση της οποίας κανείς από τους διανοητές του 17ου αιώνα δεν θα φανταζόταν.
Τόμας Μπέρνετ

Στο πλαίσιο που αναφέρθηκε εντάσσεται η προσπάθεια του Τόμας Μπέρνετ (1638-1704). Με το έργο του “A Sacred Theory of Earth” («Μια Ιερή Θεωρία της Γης», 1681), παρουσίασε ένα νέο γεωφυσικό σύστημα, το οποίο βάσισε στη φιλοσοφία του Ντεκάρτ. Σύμφωνα με τον Μπέρνετ, η Γη αντικατοπτρίζει την αμαρτωλή φύση του ανθρώπου. Πριν την πτώση από τον Παράδεισο, ο άνθρωπος και η Γη ήταν τέλειοι. Μετά την πτώση, όμως, η Γη ανασχηματίστηκε ώστε να αντανακλά τη μολυσμένη φύση του ανθρώπου. Η Γη είναι ένα τεράστιο ερείπιο με άσχημα βουνά που μαρτυρεί την ανθρώπινη αμαρτία, γεμάτη επικίνδυνους ωκεανούς, σκληρό κλίμα και μη καλλιεργήσιμο έδαφος. Ο Μπέρνετ υποστήριζε ότι η Γη δημιουργήθηκε περίπου το 6000 π.Χ. και ο κατακλυσμός συνέβη 1600 χρόνια μετά. Ο κατακλυσμός του Νώε, δηλαδή, ήταν ένα γεγονός για τον Μπέρνετ. Από πού ήρθε, όμως, το νερό του κατακλυσμού; Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Μπέρνετ, απαιτείται οκταπλάσιος όγκος νερού από αυτόν που ήδη υπάρχει στους ωκεανούς για να καλύψει τις κορυφές των βουνών. Ακόμη και οι πιο δυνατές καταιγίδες δεν θα μπορούσαν να παράγουν αυτό τον όγκο νερού μέσα σε σαράντα μέρες, όπως χαρακτηριστικά λέει η Βίβλος. Η απάντηση είναι ότι το νερό βρισκόταν στο κέλυφος του πλανήτη και έσπασε ως τιμωρία της αμαρτωλής φύσης του ανθρώπου.

Ο Θεός για τον Μπέρνετ εμφανίζεται με τη μορφή φυσικών αιτίων και η παρεμβολή του πραγματοποιείται κατά τέτοιον τρόπο ώστε να είναι δυνατό να εξηγηθεί λογικά και όχι υπερφυσικά. Θεωρεί ότι υπάρχουν φυσικά, γεωμετρικά και μηχανικά αίτια που μπορούν να αποκαλύψουν την προέλευση του κόσμου. Οι γεωφυσικές υποθέσεις του Μπέρνετ αποτελούν επέκταση της σκέψης του Ντεκάρτ. Το έργο του ήταν μια προσπάθεια να συνθέσει γεωφυσικές υποθέσεις με τη Βίβλο. Οι τοποθετήσεις του προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις και, από το 1681 έως και το τέλος του αιώνα, εμφανίστηκαν στην Αγγλία και την υπόλοιπη Ευρώπη πάνω από τριάντα απαντήσεις απευθυνόμενες στον ίδιο. Απέκτησε, ωστόσο, και θαυμαστές. Αρκετοί τον παρουσίασαν ως διάδοχο και συνεχιστή του Πλάτωνα, του Κικέρωνα και του Τζον Μίλτον. Μερικοί από τους φιλοσόφους του Διαφωτισμού τον τοποθέτησαν στο ίδιο βάθρο με τους Ντεκάρτ και Νεύτωνα.

Η απάντηση του Γουίλιαμ Ουΐστον

Το 1696 ο μαθηματικός και φυσικός φιλόσοφος Γουίλιαμ Ουΐστον (1667-1752) δημοσίευσε το βιβλίο με το οποίο ασκεί την πολεμική του στη γεωφυσική θεωρία του Μπέρνετ: “A New Theory of the Earth” («Μια Νέα Θεωρία της Γης»). Ο Νεύτων ενέκρινε το βιβλίο κι αυτό κυκλοφόρησε. Το 1703, όταν ο Νεύτων έφυγε από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ για να γίνει διευθυντής στο Νομισματοκοπείο του Λονδίνου, ο Ουΐστον εκλέχτηκε να τον αντικαταστήσει στην έδρα των Μαθηματικών. Στην πορεία αποκάλυψε τις αντιτριαδικές απόψεις του και το 1710 τον έδιωξαν από το πανεπιστήμιο. Έπειτα από αυτή την έκβαση, αναγκάστηκε να ασχοληθεί με ένα πλήθος δραστηριοτήτων, έτσι ώστε να συντηρηθεί οικονομικά.

Η επίθεση του Ουΐστον στον Μπέρνετ οφειλόταν στο γεγονός ότι διέβλεπε κίνδυνο γελοιοποίησης της Βίβλου, καθώς ο Μπέρνετ δεν ακολουθούσε κατά γράμμα τη Βίβλο. Ο Ουΐστον θεώρησε πως είναι απαραίτητο η ερμηνεία των προφητειών της Βίβλου να διαμορφωθεί με βάση τη Μηχανική Φιλοσοφία του Νεύτωνα. Όπως και ο Μπέρνετ, ο Ουΐστον θεωρούσε φιλοσοφικά συνεπή τη μηχανιστική προβολή των δευτερογενών αιτίων στον φυσικό κόσμο. Αυτά τα αίτια ήταν υπεύθυνα για τις σταδιακές μεταμορφώσεις της Γης από την ημέρα της Δημιουργίας έως και τον κατακλυσμό. Ο Ουΐστον θεωρούσε τη Βίβλο ως μια λογική και κυριολεκτική εξήγηση. Κατά συνέπεια, κάθε φιλοσοφική εξήγηση γεωφυσικών φαινομένων ήταν απαραίτητο να την αντιμετωπίζει ως ιστορική απόδειξη. Η Φυσική Φιλοσοφία του Νεύτωνα ήταν η μοναδική πηγή από την οποία μπορούσε κανείς να βρει αποδείξεις για τη δημιουργία της Γης. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Ουΐστον προσπαθεί να εξηγήσει τον κατακλυσμό και άλλα φαινόμενα μέσω των κομητών.

Ο Ουΐστον υποστήριζε πως ο αρχικός σχηματισμός της Γης, ο κατακλυσμός και η ενδεχόμενη καταστροφή της αποτελούν γεγονότα που μπορούν να εξηγηθούν με όρους φαινομένων που σχετίζονται με τους κομήτες. Σύμφωνα με τον Ουΐστον, η Γη διαμορφώθηκε από τη νεφελώδη ατμόσφαιρα ενός κομήτη, από το χάος, χωρίς μορφή και κενό. Ο κατακλυσμός ήταν το αποτέλεσμα ενός άλλου κομήτη. Τέλος, στην προφητεία της Αποκάλυψης το τέλος του κόσμου θα προέλθει από τη σύγκρουση της Γης με έναν άλλο κομήτη. Στις αρχές του 1726 ξεκίνησε να δίνει διαλέξεις στο κοινό σχετικά με τα ιστορικά γεγονότα που θα συμβούν κατά τη διάρκεια της χιλιετίας. Σε μια διάλεξή του το 1746 ανακοίνωσε ότι το τέλος του κόσμου ήταν μόλις είκοσι χρόνια μακριά. Δεν έζησε βέβαια, ώστε να δει ότι έκανε λάθος, καθώς πέθανε το 1752.

Σε περιπτώσεις που έμοιαζε αδύνατο να εξαχθεί ένα λογικό συμπέρασμα ανάμεσα στον αποκαλυπτικό χαρακτήρα της Βίβλου και της κανονικής πορείας της φύσης, ο Ουΐστον συνιστούσε υπομονή. Η θέση του ήταν ότι αυτό που φαινόταν να είναι πέρα από τις δυνατότητες κατανόησής μας κάποια μέρα θα αιτιολογηθεί και θα ερμηνευτεί. Η αδυναμία κατανόησης δεν αποτελεί λόγο να θεωρηθούν τα βιβλικά κείμενα ως επινοήσεις ή να διατυπωθούν υποθέσεις για εναλλακτικές ή αλληγορικές ερμηνείες, όπως έκανε ο Μπέρνετ. Το συμπέρασμα στο οποίο και καταλήγει δεν είναι άλλο από την παραδοχή ότι η Γη είναι το αποτέλεσμα ενός φυσικού νόμου. Μετά την πτώση του ανθρώπου, η Γη ορίζεται από σταθερούς και απαραβίαστους νόμους, όπως και το ηλιακό σύστημα.

Καταληκτικά, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι μέσα από θεολογικές επερωτήσεις και διαφωνίες προέκυψαν νέες προσεγγίσεις στη μελέτη της φύσης, προσεγγίσεις που προέβλεπαν τη γέννηση επιστημών όπως η Παλαιοντολογία, η Γεωλογία και η Βιολογία. Επίσης, οι διαμάχες κρίνονταν ανάλογα και με τις θεωρητικές προτιμήσεις των διανοητών (π.χ., Νεύτων ή Ντεκάρτ). Η μετατόπιση από μία υπερφυσική εξήγηση σε μία φυσική, έστω κι αν ο Θεός ήταν ακόμη παρών, υποδηλώνει ότι η μελέτη της φύσης ακολουθεί μονοπάτια που δεν είναι προδιαγεγραμμένα και μπορούν να γίνουν κατανοητά μόνο αν τα δούμε στο ιστορικό τους πλαίσιο.

 

Δημήτρης Πετάκος

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Όλοι στο Παλαί ντε Σπορ

Η σημερινή συγκέντρωση του ΣΥΡΙΖΑ στη Θεσσαλονίκη με ομιλητή τον Αλέξη Τσίπρα στέλνει δύο μηνύματα. Το πρώτο, που έχει σταλεί από καιρό με μια πλειάδα συγκεντρώσεων σε όλη την Ελλάδα, είναι ότι οι...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο