Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το πρόβλημα της «άδολης» παραπλάνησης

Ιστορίες Επιστήμης

Υπάρχουν διάφορες κατηγορίες πιστών ανθρώπων. Υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν λόγω μιας βαθύτερης μεταφυσικής ανάγκης. Υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν λόγω συνήθειας και εκπαίδευσης από το σχολείο. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν ομολογούν ότι δεν πιστεύουν εξαιτίας της πίεσης ή και της κατακραυγής του κοινωνικού πλαισίου. Υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν επειδή πείθονται.

Ίσως να φανεί περίεργο στον αναγνώστη, αλλά δεν αναφέρομαι στις θρησκείες. Αναφέρομαι στις επιστήμες. Η εύλογη απορία είναι: Τι σχέση έχει η λέξη «πίστη» με τις επιστήμες; Οι επιστήμες έχουν μεθόδους, πειραματικές πρακτικές, γλώσσες και παράγουν γνώση που τίθεται υπό διαρκή έλεγχο. Υπάρχουν επιστημονικές κοινότητες, δηλαδή, που ασκούν κριτικό έλεγχο σε οποιαδήποτε επιστημονική πρόταση. Έως εδώ καλά. Δεν μοιάζει να υπάρχει κάτι που να μοιάζει με πίστη και όλα είναι ορθολογικά. Όχι μόνο δεν μοιάζει με πίστη, αλλά, όπως έχουν δείξει η Ιστορία και Φιλοσοφία των επιστημών και της τεχνολογίας στις τελευταίες δεκαετίες, η επιστημονική γνώση παράγεται μέσα από κοινωνικούς κανόνες, πολιτικές συμμαχίες, συγκρούσεις συμφερόντων και δίκτυα σχέσεων εξουσίας. Από τη στιγμή που γνώση παράγεται με αυτούς τους όρους, δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητη από τους ανθρώπους. Δεν μας επιβάλλει κάποιος τους κανόνες. Εμείς συμφωνούμε ποιους κανόνες θα ακολουθήσουμε. Οι επιστήμες, δηλαδή, είναι επινόηση των ανθρώπων. Είναι δική μας επινόηση! Έως εδώ καλά. Τα παραπάνω μάς οδηγούν στο εύλογο συμπέρασμα ότι οι επιστήμες είναι ενδεχομενικές, δηλαδή θα μπορούσαν να είναι διαφορετικές. Θα μπορούσαν να είναι διαφορετικές αν οι άνθρωποι είχαν συμφωνήσει σε διαφορετικούς κανόνες. Επομένως, από τη στιγμή που οι επιστήμες καθορίζονται σε τόσο μεγάλο βαθμό από τον ανθρώπινο παράγοντα, δεν είναι αντικειμενικές και δεν είναι αναπόφευκτα αληθείς. Μάλλον τώρα τα πράγματα δεν μοιάζουν τόσο καλά και, ενδεχομένως, ορισμένοι και ορισμένες από εσάς να αντιδράσατε αρνητικά διατυπώνοντας τα εξής ερωτήματα: Πώς είναι δυνατόν οι επιστήμες να μη μας λένε την αλήθεια; Πώς γίνεται να αμφισβητούνται τα θεμέλια του ορθολογισμού μας;

Τα θεμέλια του ορθολογισμού μας, όμως, είναι στέρεα ακριβώς επειδή τα αμφισβητούμε, τα υποβάλλουμε σε διαρκή αμφισβήτηση και δεν τα αντιμετωπίζουμε σαν να είναι διαρκώς αληθή. Με ορθολογικά κριτήρια αμφισβήτησε ο Κοπέρνικος τον Αριστοτέλη και ο Αϊνστάιν τον Νεύτωνα. Δεν υπήρχε τίποτα μη ορθολογικό σε όσα υποστήριζαν. Το κρίσιμο σημείο, επομένως, δεν είναι ότι κρίνουμε τις επιστήμες ως ανορθολογικές, αλλά ότι αποδίδουμε ένα διαφορετικό νόημα στην ίδια την έννοια του ορθολογισμού. Ορθός λόγος σημαίνει κριτικός λόγος. Και κριτικός λόγος σημαίνει να μην υποθέτεις τίποτα παραπάνω από αυτό που σου λέει κάποιος και να αναρωτιέσαι για ακριβώς αυτό που σου λέει. Αυτή τη διαδικασία, δυστυχώς, δεν την ακολουθούμε οι περισσότεροι από εμάς τόσο σε ζητήματα πολιτικής όσο και σε ζητήματα «επιστημοσύνης».

Υπάρχει, επομένως, κάποιο πρόβλημα. Από τις τέσσερις αρχικές κατηγορίες πιστών, θα σταθώ στην τέταρτη, σε αυτούς που πιστεύουν επειδή πείθονται. Και θα σταθώ σε αυτούς γιατί αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι οι μηχανισμοί πειθούς. Το ότι πείθονται κάποιοι σημαίνει ότι κάποιοι μπήκαν στη διαδικασία να τους πείσουν. Ποιοι πείθουν; Προφανώς, οι επιστήμονες. Για την ακρίβεια, μια μεγάλη μερίδα επιστημόνων. Πρόκειται για επαγγελματίες που δεν λένε ότι οι επιστήμες είναι μια ανθρώπινη δραστηριότητα, στην οποία οφείλουμε να ασκούμε κριτική και να μην υποθέτουμε ότι μας λέει περισσότερα από αυτά που πραγματικά μας λέει. Λένε, συνήθως, ακριβώς το αντίθετο. Οι επιστήμες, όμως, δεν είναι αστρολογία ή θρησκεία, αλλά βασίζονται στη διαρκή αμφισβήτηση. Επομένως, οι επιστήμονες που επιχειρούν να πείσουν τους πολίτες ότι δεν πρέπει να αμφισβητούμε τις επιστήμες απλώς προσπαθούν να αντικαταστήσουν μια θρησκεία με μια άλλη. Και το χειρότερο είναι ότι δεν το καταλαβαίνουν, ακριβώς όπως ένας πιστός θεωρεί ότι η δική του θρησκεία είναι καλύτερη από τη θρησκεία ενός άλλου. Η μεγαλύτερη ειρωνεία είναι ότι στις επιστήμες πάντα υπάρχουν διαφορετικές απόψεις και διαμάχες. Δεν είναι ευθύνη του επιστήμονα να παρουσιάσει τις αντικρουόμενες θέσεις, ανεξάρτητα με το τι πιστεύει ο ίδιος;

Ας υποθέσουμε ότι υπάρχουν τρεις κατηγορίες ανθρώπων που επικαλούνται τις επιστήμες ως μια αντικειμενική αλήθεια στην οποία δεν πρέπει να φέρνουμε καμία αντίρρηση (θυμίζει λίγο Όργουελ;). Προφανώς, κάποιος μπορεί να βρει και άλλες κατηγορίες, αλλά ας δούμε αυτές. Η πρώτη κατηγορία είναι οι θετικιστές και τεχνοκράτες. Πρόκειται για μια τεράστια κατηγορία ανθρώπων και επιστημόνων που θεωρούν πως κάθε πρόβλημα, τόσο στον κοινωνικοπολιτικό όσο και στον επιστημονικό χώρο, έχει μία, αυστηρή και αναντίρρητη επιστημονική λύση. Για να λυθεί το οικονομικό πρόβλημα της Ελλάδας, για παράδειγμα, απαιτούνται αυτά τα μέτρα και όχι κάποια άλλα. Γιατί; Γιατί μας το λένε τα Μαθηματικά και πρέπει να υπακούσετε. Η δεύτερη κατηγορία ανθρώπων είναι αυτοί που επικαλούνται τις επιστημονικές μεθόδους για εμπορικούς σκοπούς. Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει στις διαφημίσεις για την «ειδικό στο πλύσιμο των ρούχων» ή για τις έγκυρες μελέτες του τάδε πανεπιστημίου σχετικά με τροφές που δεν προξενούν καρκίνο ή άλλες ασθένειες ή για ινστιτούτα που βάζουν στον τίτλο τους μια σειρά από επιστημονικές έννοιες (π.χ., κβαντικός, συνείδηση κ.τ.λ.) απλώς και μόνο για να προσελκύσουν πελάτες;

Υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία επαγγελματιών, ωστόσο, που κάνει κάτι χειρότερο. Επικαλούνται τις ίδιες τις επιστήμες και τις μεθόδους τους (π.χ., πείραμα, μαθηματικές γλώσσες) για να ισχυριστούν πως όσα μας λένε οι επιστήμες σημαίνουν κάτι άλλο. Τις τελευταίες δεκαετίες αρθρώνεται παγκοσμίως ένας δημόσιος μεσσιανικός λόγος για τις επιστήμες, που έχει κάτι από μυστικισμό, ανατολίτικες θρησκείες και, σε ελληνικές περιπτώσεις τουλάχιστον, αρκετή αρχαιοελληνική «επιστήμη». Κυκλοφορούν αρκετά βιβλία και γίνονται δημόσιες διαλέξεις από ανθρώπους που υποστηρίζουν πως οι σύγχρονες επιστημονικές έρευνες έχουν «αποδείξει» ότι δεν υπάρχει θάνατος, ότι ζούμε σε έναν ψεύτικο κόσμο, ότι υπάρχει τηλεπάθεια, ότι η Φυσική έχει εξηγήσει το «Κακό Μάτι», ότι γύρω μας υπάρχει μια τεράστια συμπαντική συνείδηση, ότι η Κβαντική Φυσική αποδεικνύει την ύπαρξη του Θεού, ότι τη σύγχρονη Φυσική την είχαν προφητεύσει οι αρχαίοι Έλληνες και πρώτοι Χριστιανοί και άλλες τέτοιες «διακηρύξεις». Καμία επιστημονική μέθοδος ή θεωρία (από την Κβαντική Μηχανική έως τη Θεωρία της Σχετικότητας) δεν μπορεί να διεκδικήσει ότι μπορεί, έστω και κατά προσέγγιση, να αποδείξει τα παραπάνω. Είναι μη επιστημονικές εικασίες και ad hoc ερμηνείες. Από τη στιγμή που δεν γίνεται κάτι να αποδειχθεί, τότε αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί και να αμφισβητηθεί. Με άλλα λόγια, κάποιοι «επαγγελματίες επιστήμονες» μετατρέπουν τις εικασίες τους σε βεβαιότητα και τις επιστήμες σε πίστη. Και όταν γίνεται αυτό, ο κριτικός λόγος μοιάζει περιττή πολυτέλεια.

Στο προηγούμενο αφιέρωμα τριών άρθρων για τα Μαθηματικά έγινε μια προσπάθεια να δείξουμε ότι η σχέση Μαθηματικών και φύσης κάθε άλλο παρά αυτονόητη ή δεδομένη είναι. Αν υπάρχουν τόσες αγεφύρωτες δυσκολίες μεταξύ Μαθηματικών και φυσικής πραγματικότητας, τότε πώς μπορεί να προβαίνει κανείς σε ισχυρισμούς που δεν αποτελούν απλώς νοητικά άλματα, αλλά είναι αποτέλεσμα κυριολεκτικά προσωπικής πίστης; Η σκηνή από τον Ιντιάνα Τζόουνς στην «Τελευταία Σταυροφορία», όταν κάνει το άλμα πίστης (leap of faith), είναι το μόνο που μπορώ να σκεφτώ. Ωστόσο, ο αγαπημένος μας Ίντι δεν έβαλε σε κίνδυνο κανέναν άλλο πέρα από τον εαυτό του. Εδώ, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Είναι απολύτως σεβαστή η πίστη, αλλά, όπως κάθε μορφή πίστης στη νεωτερικότητα, δεν έχει καμία σχέση με τον επιστημονικό λόγο και την κουλτούρα του κριτικού στοχασμού. Είναι πιο γόνιμο να αρθρώνεται ένας δημόσιος λόγος που οδηγεί στον διάλογο και στην αμφισβήτηση, παρά στον προσηλυτισμό.

Από το επόμενο τεύχος, θα ξεκινήσει ένα αφιέρωμα τριών κειμένων με σκοπό τη σκιαγράφηση περιπτώσεων που ανήκουν στις παραπάνω τρεις κατηγορίες.

 

Δείτε όλα τα σχόλια