Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Θαύματα και Επιστήμη

Ο Duns Scotus και ο Θωμάς ο Ακινάτης, δύο από τους πιο σημαντικούς φιλοσόφους και θεολόγους του ύστερου Μεσαίωνα, ασχολήθηκαν συστηματικά με την περίφημη διάκριση Γενικής και Ειδικής Πρόνοιας. Η Γενική Πρόνοια του Θεού ήταν ο «κανονικός» τρόπος με τον οποίο είχε ρυθμίσει τη φύση.

«Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Τι βοάς σε μένα; Πες στους γιους Ισραήλ να ξεκινήσουν· κι εσύ ύψωσε τη ράβδο σου, και έκτεινε το χέρι σου προς τη θάλασσα, και σχίσε τη θάλασσα στα δύο, κι ας περάσουν οι γιοι Ισραήλ διαμέσου ξηράς στο μέσον της θάλασσας».

 

Όταν ο Θεός κάνει θαύματα, παραβιάζει την εύτακτη πορεία της φύσης; Γνωρίζει από πριν ο Θεός πότε να παρέμβει μέσω θαυμάτων; Αυτά τα δύο ερωτήματα απασχολούσαν θεολόγους και φυσικούς φιλοσόφους από την εποχή ανάδυσης του Χριστιανισμού. Τους απασχολούσαν επειδή, πέρα από το ζήτημα των ιδιοτήτων του Θεού, αφορούσαν και ζητήματα γνώσης. Αν ο Θεός παραβιάζει διαρκώς και με διαφορετικούς τρόπους την πορεία της φύσης, τότε πώς μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για όσα μελετάμε; Πώς μπορούμε να λέμε ότι υπάρχουν κανονικότητες στη φύση αν αυτές μπορούν να παραβιαστούν ανά πάσα στιγμή; Επίσης, αν ο Θεός κάνει θαύματα για να επιδιορθώσει τον κόσμο, τότε αυτό δεν αποτελεί ένδειξη έλλειψης της παντοδυναμίας Του; Είναι δυνατό να είναι ο Θεός ένας κακός ωρολογοποιός, που διαρκώς επιδιορθώνει τον κόσμο για να τον επαναφέρει στην κανονική του πορεία; Επίσης, αν ο Θεός γνωρίζει τα πάντα πριν συμβούν, τότε τα θαύματα που κάνει είναι προσχεδιασμένα. Τι σημαίνει αυτό για την ελευθερία βούλησης; Είναι πραγματικά ελεύθερος ο άνθρωπος να επιλέξει;

Ο Duns Scotus και ο Θωμάς ο Ακινάτης, δύο από τους πιο σημαντικούς φιλοσόφους και θεολόγους του ύστερου Μεσαίωνα, ασχολήθηκαν συστηματικά με την περίφημη διάκριση Γενικής και Ειδικής Πρόνοιας. Η Γενική Πρόνοια του Θεού ήταν ο «κανονικός» τρόπος με τον οποίο είχε ρυθμίσει τη φύση. Για παράδειγμα, οι κινήσεις των ουράνιων σωμάτων, η πέτρα που κατευθύνεται πάντα προς τα κάτω, η γέννηση των όντων αποτελούσαν εκφράσεις της Γενικής Πρόνοιας του Θεού. Η Ειδική Πρόνοια αποτελούσε τον τρόπο παρέμβασης του Θεού σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και είχε πάντα συγκεκριμένο στόχο. Για παράδειγμα, το πέρασμα του Μωυσή μέσα από την Ερυθρά Θάλασσα και η Ανάσταση του Χριστού αποτελούσαν σημάδια εκδήλωσης της Ειδικής Πρόνοιας του Θεού. Αποτελούσαν, δηλαδή, ιστορικά γεγονότα που δεν μπορούσαν να εξηγηθούν μέσω της κανονικής πορείας της φύσης. Ήταν θαύματα.

Κατά τη διάρκεια του 16ου και του 17ου αιώνα, οι φυσικοί φιλόσοφοι μελέτησαν τη φύση με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο από τους προκατόχους τους. Στη μελέτη της φύσης μπήκαν τα Μαθηματικά με έναν πρωτοφανή τρόπο. Τα Mαθηματικά, ως γνωστόν, έχουν αξιώματα. Τα αξιώματα αυτά συνιστούν τους μαθηματικούς νόμους. Αυτοί οι νόμοι, ωστόσο, αφορούν μόνο την εσωτερική συνέπεια των Mαθηματικών. Δεν είναι απαραίτητο να αντιστοιχούν σε κάτι ανεξάρτητο από αυτά. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι δύο παράλληλες ευθείες δεν τέμνονται ποτέ είναι ένα αξίωμα, το οποίο είναι αληθές χωρίς να χρειάζεται να ψάξουμε να βρούμε στη φύση δύο τέλειες και παράλληλες ευθείες. Άλλωστε, στη φύση δεν υπάρχουν τέτοιου είδους αντικείμενα. Φυσικοί φιλόσοφοι του 17ου αιώνα και μαθηματικοί, όπως ο Κοπέρνικος, ο Κέπλερ, ο Γαλιλαίος, ο Ντεκάρτ και ο Νεύτων, άρχισαν να δείχνουν ότι τα Μαθηματικά μπορούσαν να αποτελέσουν μια γλώσσα που θα περιέγραφε και θα εξηγούσε τη φύση με έναν διαφορετικό τρόπο. Αυτή η γλώσσα, όμως, περιέγραφε τα πάντα μέσω αξιωμάτων/νόμων. Και αυτοί οι νόμοι αναγκαστικά είναι αμετάβλητοι και δεν υπόκεινται σε εξαιρέσεις.

Από τη στιγμή που μπήκαν τα Μαθηματικά στη μελέτη και την ερμηνεία της φύσης, επινοήθηκε και μια νέα εικόνα για τη φύση. Η φύση για τους διανοητές του 17ου αιώνα ήταν αμετάβλητη. Οι μεταβολές που παρατηρούμε στη φύση αφορούν τα μέρη από τα οποία αποτελείται η φύση. Σύμφωνα με ποιους κανόνες, όμως, γίνονται αυτές οι αλλαγές; Ο Ντεκάρτ θα απαντούσε ότι οι κανόνες σύμφωνα με τους οποίους λάμβαναν χώρα αυτές οι αλλαγές ήταν οι φυσικοί νόμοι. Η πεποίθηση που έχουμε σήμερα για τους φυσικούς νόμους, ότι δηλαδή τα πάντα στη φύση υπακούν σε αυτούς, γεννήθηκε με το έργο του Ντεκάρτ. Το εύλογο ερώτημα είναι: Ποιος είναι ο νομοθέτης;

Η απάντηση για όλους τους διανοητές, έως τον 18ο αιώνα, έμοιαζε σαφής. Ο νομοθέτης ήταν ο Θεός. Αυτός τοποθέτησε τους φυσικούς νόμους σύμφωνα με τους οποίους κινούνται και αλλάζουν τα πάντα εντός της φύσης. Οι φυσικοί νόμοι, όμως, επειδή προέρχονταν από μια μαθηματική γλώσσα και αντιστοιχούσαν στο μεγαλείο του Θεού, έπρεπε αναγκαστικά να είναι απαράλλαχτοι. Και τότε άρχισαν να δημιουργούνται κάποια σοβαρά θεολογικά ζητήματα. Πώς γίνεται να κάνει ο Θεός θαύματα σε έναν κόσμο με συγκεκριμένους κανόνες; Μπορούσε, δηλαδή, ο Θεός να αλλάξει τους φυσικούς νόμους; Είχε την ικανότητα να τους παραβιάσει; Αν δεν μπορούσε, τότε δεν ήταν παντοδύναμος. Αν, από την άλλη, μπορούσε να τους παραβιάσει, τότε η φύση δεν υπάκουε σε αιώνιους φυσικούς νόμους. Η λύση που επινοήθηκε ήταν απλή αλλά και λογική. Τα θαύματα δεν αποτελούσαν, πλέον, παραβιάσεις των φυσικών νόμων, αλλά ο θαυματουργός τους χαρακτήρας είχε να κάνει με το «πότε» συνέβαιναν. Για παράδειγμα, ο Κατακλυσμός του Νώε δεν ήταν θαύμα που παραβίαζε τους φυσικούς νόμους, αλλά ο Θεός αξιοποίησε τους φυσικούς νόμους, ώστε να προκαλέσει τον Κατακλυσμό τη στιγμή που έπρεπε. Το θαύμα, δηλαδή, ήταν θαύμα επειδή συνέβαινε τη στιγμή που συνέβαινε. Σύντομα, τα θαύματα θα έχαναν την αξία που είχαν παλιότερα επειδή, ως τραγική ειρωνεία, υπήρχαν λογικές εξηγήσεις για το πώς συνέβαιναν.

Υπάρχει και ένα τελευταίο ζήτημα. Αν ο Θεός γνωρίζει από πριν πότε θα γίνει ένα θαύμα, τότε σημαίνει ότι έχει προδιαγράψει την πορεία της φύσης. Γνωρίζει, δηλαδή, όλες τις πράξεις μας πριν τις κάνουμε και κρίνει πότε πρέπει να τοποθετηθεί ένα θαύμα. Υπό αυτή την έννοια, ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος. Υπάρχει πάντα κάποιος που ξέρει την έκβαση των πραγμάτων. Αυτό σημαίνει πως οτιδήποτε κάνουμε είναι αναπόφευκτο. Αυτή, ομολογουμένως, δεν είναι μια ευχάριστη σκέψη! Σημαίνει και κάτι άλλο όμως. Ότι, από τη στιγμή που όλα είναι προδιαγεγραμμένα, ο Θεός δεν έχει και κάποιον ιδιαίτερο ρόλο στον κόσμο. Αν ο κόσμος λειτουργεί σαν καλοκουρδισμένο ρολόι, τότε ο Θεός θα μπορούσε να «αποσυρθεί». Έπρεπε, επομένως, οι διανοητές να επιλέξουν μεταξύ δύο εναλλακτικών, ενός Θεού που δεν έχει φτιάξει έναν εύτακτο κόσμο και παρεμβαίνει διαρκώς σε αυτόν μέσω θαυμάτων και ενός Θεού που έχει φτιάξει έναν τέλειο και εύτακτο κόσμο και δεν είναι απαραίτητος σε αυτόν. Αυτές οι δύο εναλλακτικές ήταν και ο βασικός λόγος της διαμάχης μεταξύ Νεύτωνα και Leibniz στη δεύτερη δεκαετία του 18ου αιώνα. Ήταν μια διαμάχη που δεν αφορούσε απλώς διαφορετικές επινοήσεις της φύσης, αλλά και διαφορετικούς Θεούς.

 

Δ.Π.

Δείτε όλα τα σχόλια