Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Γ. Δραγασάκης: Η αποπληρωμή του χρέους πρέπει να συνδέεται με την ανάπτυξη

Σε εφ' όλης της ύλης συνέντευξη στη Suddeutsche Zeitung ο Γιάννης Δραγασάκης, αντιπρόεδρος της ελληνικής κυβέρνησης, δηλώνει ότι παρά τις προόδους στην μεταρρύθμιση του δημοσίου «υπάρχει ακόμα πολύ δουλειά μπροστά μας»

Ο Γ. Δραγασάκης αναφερόμενος στην αντιμετώπιση της κρίσης ο αντιπρόεδρος τονίζει ότι «η Ελλάδα βρίσκεται πάλι σε τροχιά ανάπτυξης. Θα χρειαστεί ωστόσο πολύς χρόνος έως ότου δοθεί λύση στα διαρθρωτικά προβλήματα».

Στο ερώτημα αν θεωρεί ακόμα λάθος την επιβολή πολιτικής λιτότητας ο κ. Δραγασάκης απαντά: «Ήταν απαραίτητο να υποβληθεί η Ελλάδα σε μια τέτοια δοκιμασία, να της ζητηθούν τόσες θυσίες; Το ερώτημα θα μας απασχολεί για πολύ ακόμα. Πιστεύω ότι υπήρχαν άλλες δυνατότητες. Δεν θα αποφεύγαμε τη λιτότητα. Θα μπορούσε ωστόσο να αποτραπεί μια τόσο βαθιά ύφεση μετά το ξέσπασμα της κρίσης».

Αναφερόμενος στα αίτια της κρίσης στην Ελλάδα ο Γ. Δραγασάκης κάνει λόγο για εσωτερικούς και εξωτερικούς παράγοντες: «Δεν ήμασταν προετοιμασμένοι για την ευρωζώνη. Η χώρα κυβερνιόνταν από κόμματα που δρούσαν σαν καρτέλ εξουσίας. Από την άλλη πλευρά η Ευρώπη δεν ήταν εξοπλισμένη με τα κατάλληλα εργαλεία για να αντιμετωπίσει μια κρίση τέτοιων διαστάσεων. Η Ελλάδα έγινε πειραματόζωο».

Τέλος ο αντιπρόεδρος της ελληνικής κυβέρνησης μίλησε για την αναγκαιότητα ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους υπογραμμίζοντας: «Σε περίπτωση που συμβεί κάτι απρόοπτο και η οικονομία δεν θα μπορεί να αναπτύσσεται κάθε χρόνο, χρειαζόμαστε ένα μηχανισμό, βάσει του οποίου η αποπληρωμή του χρέους να συνδέεται με την ανάπτυξη».

Διαβάστε ορισμένα σημεία της συνέντευξης στα ελληνικά

Πώς άλλαξε η κρίση τη χώρα και τους ανθρώπους της;

Έχουμε απολέσει το ένα τέταρτο του ΑΕΠ μας. Στο απόγειο της κρίσης η ανεργία ανήλθε στο 27%. Η περιουσία των πολιτών έχει χάσει την αξία της. Οι κοινωνικές επιπτώσεις ήταν βαρύνουσες. Απομένει να φανεί τι μάθαμε από την κρίση. Στόχος δεν μπορεί να είναι να επιστρέψουμε απλώς στην προ κρίσης εποχή. Πρέπει να οικοδομήσουμε το κράτος και την οικονομία μας σε νέα θεμέλια.

Είναι πολύ αργά [σ.σ. για αλλαγή παραδείγματος];

Όχι. Δυστυχώς συχνά οι μεγάλες αλλαγές έρχονται μετά από μεγάλες κρίσεις. Πρέπει να μεταρρυθμίσουμε το κράτος. Έχουμε σημειώσει πρόοδο στον αγώνα κατά της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής. Υπάρχει όμως ακόμη πολλή δουλειά μπροστά μας.

Η Ελλάδα μπαίνει στο τελευταίο έτος του τρίτου προγράμματος. Τι ακολουθεί;

Στην τελική φάση έχουμε μπροστά μας 113 προαπαιτούμενα. Πρέπει να βγούμε στις αγορές, να εκσυγχρονίσουμε το θεσμικό πλαίσιο για τα κλειστά επαγγέλματα και τη Δημόσια Διοίκηση. Ο τομέας της ενέργειας πρέπει να αναμορφωθεί. Αυτό θα έπρεπε να είχε γίνει ήδη πριν από πολλά χρόνια. Τόσο εμείς όσο και οι εταίροι μας θα κάνουμε ό,τι είναι αναγκαίο προκειμένου το Πρόγραμμα να ολοκληρωθεί επιτυχώς.

Είναι το τρίτο πρόγραμμα καλύτερο από τα δύο προηγούμενα;

Φυσικά. Αυτό το Πρόγραμμα δεν οδήγησε σε νέα ύφεση.

Όσον αφορά τα συγκεκριμένα βήματα [σ.σ. ελάφρυνσης του χρέους], έγιναν εντέλει –ενόψει προφανώς και των γερμανικών εκλογών– λίγα. Τι περιμένετε από την επόμενη κυβέρνηση;

Έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου η Ελλάδα θα πρέπει να είναι σε θέση να αναχρηματοδοτεί τα χρέη της στις αγορές. Αυτό προϋποθέτει ότι τα συμφωνηθέντα βήματα για τη διαχείριση του χρέους θα πρέπει και να υλοποιηθούν.

Ποια είναι αυτά;

Μιλάμε για μέτρα ελάφρυνσης του χρέους. Πολλά από αυτά έχουν ήδη λίγο πολύ συζητηθεί. Εάν αυξηθούν εκ νέου τα επιτόκια διεθνώς, θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι η Ελλάδα δεν θα επηρεαστεί. Και σε περίπτωση που συμβεί κάτι απρόοπτο στο μέλλον και η οικονομία δεν μπορεί να αναπτύσσεται κάθε χρόνο, χρειαζόμαστε ένα μηχανισμό, βάσει του οποίου η Ελλάδα σ’ αυτό το χρονικό διάστημα θα πληρώνει όσα μπορεί να αντέξει η οικονομία της. Το ζητούμενο είναι να συνδέσουμε το χρέος με την ανάπτυξη.

Η Μέρκελ μοιάζει να επιβραβεύεται στις εκλογές και για τη σκληρή της στάση στη διάσωση της Ελλάδας.

Εμείς είμαστε της γνώμης πως ό,τι είναι προς όφελος της Ελλάδας είναι και προς όφελος της Ευρώπης και προς όφελος της Γερμανίας. Σ’ αυτό βασίζεται η πολιτική μας. Παρότι είχε υποστηριχθεί το αντίθετο, αυτός ήταν ο στόχος μας εξαρχής, όταν κερδίσαμε τις εκλογές το 2015. Όμως πιστεύαμε –και πιστεύουμε ακόμη– ότι η υπέρμετρη λιτότητα δεν είναι η σωστή πολιτική ούτε για την Ελλάδα ούτε για καμία άλλη χώρα.

Όταν λήξει το πρόγραμμα, θα ξαναγυρίσει ο ΣΥΡΙΖΑ στα παλιά; Στην πολιτική των μεγάλων υποσχέσεων και του λαϊκισμού;

Εδώ υπάρχει μια παρεξήγηση. Πολλά από αυτά που μας επιβλήθηκαν αργότερα με οδυνηρό τρόπο ήταν πράγματα που εμείς οι ίδιοι θέλαμε να κάνουμε:  Αγωνιζόμασταν, ήδη προτού εκλεγούμε, ενάντια στο πελατειακό κράτος και την αδιαφανή σύμπραξη κράτους – ΜΜΕ – τραπεζών. Μόνο που θέλαμε να το κάνουμε αυτό σε ένα διαφορετικό πλαίσιο, ώστε να αποφύγουμε αυτές τις κοινωνικές συνέπειες. Οι πολίτες θα ξέρουν επακριβώς ποια πολιτική θα ακολουθηθεί μετά το τέλος του προγράμματος. Έχουμε ήδη ξεκινήσει να εργαζόμαστε γι’ αυτό.

Αν δει κανείς τις αποφάσεις που έχει πάρει η κυβέρνηση υπό τον Τσίπρα τα δυόμισι τελευταία χρόνια, κάποιες φορές δεν θυμίζουν αριστερή πολιτική.

Εγώ το βλέπω αλλιώς.  Η Αριστερά μετά το 1989 δεν είναι πια η Αριστερά που γνωρίζαμε από τον 20o αιώνα. Το λέω γιατί είμαι στην πολιτική ήδη από τότε. Είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε τα πάντα με τα μάτια του κράτους. Αυτό τώρα έχει αλλάξει. Η κοινωνία έχει βρεθεί στο επίκεντρο, το κράτος είναι απλώς το μέσο. Το να αγωνιστούμε για ένα ισχυρό Κοινωνικό Κράτος, ειδικά στην Ελλάδα, με όλες τις κοινωνικές της επισφάλειες, είναι μια θεμελιακή κοινωνική ανάγκη. Εδώ συγκαταλέγονται επίσης η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και ο εκσυγχρονισμός του κράτους – ανεξάρτητα από το εάν αυτό το ονομάσουμε «κεντρώα» ή «αριστερή» πολιτική.

Δείτε όλα τα σχόλια