Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

"Σκληρό μαρκάρισμα" με απρόβλεπτη κατάληξη

Μετά την απόφασή του για αποχώρηση από την πολυμερή συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν ο Αμερικανός Πρόεδρος κουνάει το δάχτυλο σε εχθρούς και φίλους

Στα δύο έχει σπάσει η διεθνής "κοινότητα" μετά την προχθεσινή απόφαση Τραμπ να αποσύρει μονομερώς τις ΗΠΑ από την πολυμερή διεθνή συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν που υπογράφτηκε το 2015. Από τη μια η Αμερική, το Ισραήλ και το μέτωπο των αραβικών χωρών με επικεφαλής τη Σαουδική Αραβία που διάκειται εχθρικά στην Τεχεράνη, απ' την άλλη η Ευρώπη, μαζί της και η Βρετανία, που με επικεφαλής τη Γερμανία διαμηνύει ότι θα κρατήσει ζωντανή τη συμφωνία.

Μια ημέρα μετά την ανακοίνωση της απόφασής του, ο Τραμπ διατύπωσε ευθείες απειλές κατά της Τεχεράνης προειδοποιώντας την πως είτε θα διαπραγματευτεί εκ νέου είτε "κάτι θα συμβεί" και πως, αν ενεργοποιήσει το πυρηνικό πρόγραμμά της, θα υπάρξουν "πολύ σοβαρές συνέπειες".

Σημειωτέον ότι η Διεθνής Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας (IAEA) διαβεβαίωσε και χθες πως το Ιράν συνεχίζει να τηρεί τις δεσμεύσεις του στο πλαίσιο της πολυμερούς διεθνούς συμφωνίας και υπενθύμισε πως η χώρα τελεί υπό το αυστηρότερο καθεστώς επιτήρησης στον κόσμο.

Την ώρα που ο Τραμπ επιμένει ότι η συμφωνία δεν είναι αρκετά αποτελεσματική ως προς την εποπτεία των πυρηνικών δραστηριοτήτων του Ιράν, η IAEA απαντά ότι οι επιθεωρητές της έχουν εγκαταστήσει 2.000 απαραβίαστες σφραγίδες στον εξοπλισμό και στα υλικά των ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες φωτογραφίες λαμβάνονται κάθε μέρα από κάμερες παρακολούθησης τελευταίας τεχνολογίας, ο αριθμός των οποίων έχει διπλασιαστεί από το 2013.

Προς την Ευρώπη

Το Ιράν έχει στρέψει τώρα την προσοχή του και έχει εναποθέσει τις ελπίδες του στον ευρωπαϊκό παράγοντα στην προσπάθειά του να αποφύγει μια νέα διεθνή απομόνωση, όμως η κόντρα των Ευρωπαίων με την αμερικανική υπερδύναμη είναι εκ των πραγμάτων άνιση και ενέχει απρόβλεπτους κινδύνους, ειδικά αν λάβει κανείς υπόψιν απροκάλυπτα ωμές παρεμβάσεις, όπως η χθεσινή του Αμερικανού πρέσβη στο Βερολίνο.

Ο αρχηγός της αμερικανικής διπλωματικής αποστολής στη Γερμανία Ρίτσαρντ Γκρένελ, ο οποίος μάλιστα έδωσε εφέτος τα διαπιστευτήριά του στην κυβέρνηση, "προειδοποίησε" τις γερμανικές επιχειρήσεις να σταματήσουν άμεσα τις δραστηριότητές τους στο Ιράν. Σε δηλώσεις του επικαλέστηκε το διάγγελμα Τραμπ ότι οι νέες αμερικανικές κυρώσεις "θα στοχεύουν κρίσιμης σημασίας τομείς της ιρανικής οικονομίας" και ως εκ τούτου οι γερμανικές επιχειρήσεις "θα πρέπει να σταματήσουν άμεσα τις δραστηριότητές τους" στο Ιράν.

Εκ των πραγμάτων πάντως η οικονομική συνεργασία των Ευρωπαίων με την Ισλαμική Δημοκρατία, που εγκαινιάστηκε με πολύ καλούς οιωνούς το 2015 ανοίγοντας τις πύλες μιας παρθένας και δυναμικής αγοράς, καθίσταται προβληματική μετά την απόφαση Τραμπ υπό την απειλή να επιβληθούν αμερικανικές κυρώσεις εναντίον τους.

Σύμφωνα με τους αναλυτές, μπορεί οι Ευρωπαίοι να διαβεβαιώνουν πως θα κρατήσουν ζωντανή τη συμφωνία με την Τεχεράνη, εντούτοις η άκαμπτη και αλαζονική αμερικανική στάση θα υπονομεύσει δίχως αμφιβολία τις προσπάθειές τους. Σε κάθε περίπτωση, αν το ευρωπαϊκό μέτωπο παραμείνει αρραγές και επιμείνει, θα βρεθεί με μαθηματική ακρίβεια αντιμέτωπο με τον Τραμπ βαθαίνοντας ακόμη περισσότερο το ρήγμα επικοινωνίας και πολιτικής κουλτούρας ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Προφανώς, αυτή τη διάσταση θέλησαν να αναδείξουν και να επισημάνουν οι Αμερικανοί αναλυτές στα χθεσινά άρθρα τους γράφοντας χαρακτηριστικά (στους "New York Times") για "ταπείνωση της Ευρώπης από τον Τραμπ, η οποία προσπαθεί να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της" και για "διεύρυνση του χάσματος με τους Ευρωπαίους συμμάχους των ΗΠΑ" ("Washington Post").

"Σκληρό μαρκάρισμα"

Για τον αμερικανικό Τύπο, και ειδικά για τους "New York Times", η απόφαση του Αμερικανού Προέδρου για αποχώρηση απ' τη συμφωνία με το Ιράν δεν είναι τίποτε άλλο από το "αποτύπωμα" του δόγματος "πρώτα η Αμερική" στην εξωτερική πολιτική του Λευκού Οίκου και σηματοδοτεί, κατά τα φαινόμενα, την αρχή μιας περιόδου επανακαθορισμού του στίγματος των ΗΠΑ στη διεθνή σκηνή, η οποία ενδέχεται να διαρκέσει χρόνια.

Όσον αφορά το παρασκήνιο της απόφασης, οι πηγές θεωρούν ότι υπήρξαν ελάχιστες έως μηδαμινές αντιρρήσεις σε επίπεδο κυβέρνησης με δεδομένο ότι ο Τραμπ είχε ήδη "ξεφορτωθεί" από τον Μάρτιο δύο απ' τους σημαντικότερους υποστηρικτές της συμφωνίας με το Ιράν, το υπουργό Εξωτερικών Ρεξ Τίλερσον και τον σύμβουλο εθνικής ασφαλείας Χέρμπερτ ΜακΜάστερ, τους οποίους αντικατέστησε με τα "γεράκια" Μάικ Πομπέο και Τζον Μπόλτον.

Για τους στενούς ανθρώπους του κύκλου του που τον γνωρίζουν προσωπικά, όπως ο Κρίστοφερ Ρούντι, πρόεδρος του ομίλου ΜΜΕ Newsmax, πρόκειται "για μια κλασική διαπραγματευτική τακτική α λα Ντόναλντ Τραμπ", δηλαδή, "δεν μου αρέσει μια συμφωνία, τη σκίζω, φτιάχνω μια άλλη και διορθώνω τα πράγματα". "Είναι μια τακτική σκληρού μαρκαρίσματος αυτό που κάνει, αλλά συμβαδίζει με τον τρόπο που προσεγγίζει τις καταστάσεις" λέει ο Ρούντι.

Ψύχραιμοι αναλυτές υπογραμμίζουν την άκρως αρνητική πτυχή αυτής της πολιτικά ανορθόδοξης προεδρικής τακτικής. Ακόμη κι αν ο Τραμπ επιθυμεί όντως επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας με το Ιράν επιδιώκοντας καλύτερους όρους για τις ΗΠΑ, εκτιμώντας ενδεχομένως ότι η τακτική του "σκληρού μαρκαρίσματος" ήταν αποτελεσματική στην περίπτωση της Βόρειας Κορέας, γίνεται φανερό πως η διεθνής κοινότητα δεν μπορεί στο εξής να βασίζεται στην Ουάσιγκτον και να τη θεωρεί αξιόπιστο παράγοντα στις διεθνείς υποθέσεις.

Αυτή η παράπλευρη διάσταση της υπόθεσης ήταν που έκανε τον πρώην Πρόεδρο Μπάρακ Ομπάμα, ο οποίος σπάνια σχολιάζει δημόσια αποφάσεις του Τραμπ, να μιλήσει για "σοβαρό λάθος", τον πρώην υπουργό Εξωτερικών Τζον Κέρι να αναφερθεί σε "αθέτηση του λόγου της Αμερικής", τον πρώην αντιπρόεδρο Τζον Μπάιντεν να προειδοποιήσει ότι η ΗΠΑ "απομονώνονται από όλες τις υπόλοιπες παγκόσμιες δυνάμεις" και τον πρώην διευθυντή της CIA Τζον Ο. Μπρέναν να χαρακτηρίσει την απόφαση Τραμπ "βλακώδη και επικίνδυνη".

 

Δείτε όλα τα σχόλια