Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Χημικά όπλα, τοξική ενημέρωση

Από τα όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ στα χημικά του Άσαντ

Αρκετά πια με τις θεωρίες συνωμοσίας, θα μπορούσε να αναφωνήσει αγανακτισμένος κάποιος νηφάλιος αναγνώστης του 1939 εάν διάβαζε ότι οι Πολωνοί σαμποτέρ που διέσχισαν τα σύνορα και επιτέθηκαν σε γερμανικό ραδιοσταθμό ήταν στην πραγματικότητα αξιωματικοί των SS. Η ιστορία, όμως, είναι γεμάτη πολέμους που ξεκίνησαν από ψέματα.

Ψέματα που στην εποχή της μαζικής επικοινωνίας μεγεθύνονται και αναπαράγονται με φρενήρη ρυθμό. Η αλήθεια λάμπει πάντοτε καθυστερημένα. Όταν είναι πια ακίνδυνη, το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης έχει στραφεί αλλού και ο επιθυμητός στόχος έχει επιτευχθεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο πόλεμος του Βιετνάμ.

Στις αρχές Αυγούστου του 1964, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Λίντον Τζόνσον κατήγγειλε οργισμένος την επίθεση που δέχτηκε πλοίο του πολεμικού ναυτικού στον Κόλπο του Τονκίν. Ήταν μια πρόκληση που η Ουάσιγκτον δεν μπορούσε να αφήσει αναπάντητη και η αφορμή για την κλιμάκωση της αμερικανικής επέμβασης στη μακρινή χώρα της νοτιοανατολικής Ασίας. Έπειτα από μήνες και όταν πια το Κογκρέσο είχε εγκρίνει τον πόλεμο, ο Αμερικανός Πρόεδρος ομολογούσε κυνικά: “Απ' όσο γνωρίζω, το ναυτικό μας έριχνε σε φάλαινες εκεί πέρα”.

Μια πλασματική επίθεση δεν είναι όμως πάντοτε τόσο εύκολο να κατασκευαστεί. Γιατί να μην κατασκευάσει κάποιος καλύτερα ένα μυστικό οπλοστάσιο στα χέρια ενός σατανικού ηγέτη που θα μπορούσε να τινάξει ολόκληρο τον πλανήτη στον αέρα; Όπως κατανοεί κανείς, τα διαβόητα “όπλα μαζικής καταστροφής” του Σαντάμ Χουσεΐν έχουν ξεχωριστή θέση στην ιστορία της πολεμικής παραπληροφόρησης.

Τόσο το μυστικό οπλοστάσιο του Σαντάμ όσο και οι υποτιθέμενοι δεσμοί του με την Αλ Κάιντα ήταν φυσικά ασύστολα ψεύδη που χρησιμοποιήθηκαν ως πρόσχημα για μια επέμβαση με στόχο τον έλεγχο των πλούσιων πετρελαϊκών κοιτασμάτων του Ιράκ. Το καθεστώς του Μπάαθ δεν διέθετε τίποτε περισσότερο από τα πρωτόγονα χημικά με τα οποία το είχε εφοδιάσει η ίδια η Δύση στα χρόνια του πολέμου Ιράκ - Ιράν, το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας είχε εγκαταλειφθεί υπό την επίβλεψη του ΟΗΕ και φυσικά ο Σαντάμ δεν είχε κανένα λόγο να συμπαθεί τους σουνίτες φονταμενταλιστές της Αλ Κάιντα.

Τίποτε δεν σταμάτησε ωστόσο τον Τζορτζ Μπους, τον Τόνι Μπλερ, τον Ντικ Τσένι να μιλούν διαρκώς στις αρχές του 2003 για τα “όπλα μαζικής καταστροφής” που απειλούσαν την ανθρωπότητα, ενώ κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει και την εικόνα του τότε υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Κόλιν Πάουελ να παρουσιάζει αεροφωτογραφίες από τις υποτιθέμενες εγκαταστάσεις τους.

Ο πόλεμος στηρίχτηκε σε ένα ή περισσότερα ψέματα αλλά η πραγματικότητα που άφησε πίσω του ήταν εξαιρετικά ζοφερή. Μια ολόκληρη χώρα καταστράφηκε και βυθίστηκε, έπειτα από την εισβολή, σε έναν χαοτικό εμφύλιο που ακόμη αφήνει τα σημάδια του. Οι νεκροί ξεπερνούν το ένα εκατομμύριο άτομα και οι πρόσφυγες τα τέσσερα εκατομμύρια.

Η αποκάλυψη των ψεμάτων τα επόμενα χρόνια κάθε άλλο παρά αποθάρρυνε τους γκουρού της παραπληροφόρησης. Απλώς ήταν πλέον προφανής η ανάγκη για μια αλλαγή στη συσκευασία του προϊόντος. Και κάπως έτσι φτάσαμε στο 2011 και την επέμβαση σε μια ακόμη πετρελαιοπαραγωγό χώρα, αυτή τη φορά τη Λιβύη.

Οι διαδηλώσεις κατά του καθεστώτος Καντάφι μετατράπηκαν σύντομα σε εμφύλιο. Όταν ο κυβερνητικός στρατός άρχισε να βομβαρδίζει ένα από τα προπύργια των ανταρτών, την πόλη Μισράτα, οι νεκροί ήταν εκατοντάδες. Ακόμη και πηγές της αντιπολίτευσης μιλούσαν τότε για 257 θύματα. Μέσα σε ελάχιστες μέρες όμως ο αριθμός διογκώθηκε από τα δυτικά ΜΜΕ στον τερατώδη αριθμό των 50.000, με αποτέλεσμα η λέξη “γενοκτονία” να αρχίσει να ακούγεται όλο και πιο συχνά μέχρι τους “λυτρωτικούς” ΝΑΤΟϊκούς βομβαρδισμούς που επακολούθησαν.

Άλλα δημοσιεύματα ήθελαν τον λιβυκό στρατό να δίνει στους άνδρες του ναρκωτικά και βιάγκρα έτσι ώστε να μπαίνουν λυσσασμένοι στις πόλεις και να βιάζουν ό,τι βρίσκουν μπροστά τους. Στη σχετική “είδηση” θα μπορούσε ίσως κανείς να αναζητήσει έναν προπομπό του “χημικού πολέμου” των ημερών μας. Δεκαπέντε χρόνια είχαν άλλωστε ήδη περάσει από το άφαντο οπλοστάσιο του Σαντάμ.

Έτσι, ο όρος “όπλα μαζικής καταστροφής” ανασύρθηκε ανερυθρίαστα από τα συρτάρια τον προηγούμενο μήνα από τη συνένοχη για το σφαγείο του Ιράκ Βρετανία. Το “όπλο μαζικής καταστροφής” ήταν αυτή τη φορά μια μυστηριώδης νευροτοξική ουσία ρωσικής κατασκευής που χρησιμοποιήθηκε εναντίον πρώην πράκτορα της Μόσχας που είχε αυτομολήσει στη χώρα. Η υπόθεση Σκριπάλ στάθηκε αφορμή για τη ραγδαία επιδείνωση των σχέσεων της Δύσης με τη Ρωσία.

Η “θαυματουργή ανάρρωση” του πράκτορα τις προηγούμενες μέρες πέρασε στα ψιλά των εφημερίδων οι οποίες είχαν μέχρι τότε στρέψει το ενδιαφέρον τους στο τελευταίο κρούσμα “χημικού πολέμου” και το “κτήνος” της Δαμασκού που δηλητηριάζει με σαδιστική ευχαρίστηση τον λαό του, όπως έγραψε και ο Τραμπ. Δεν ήταν φυσικά η πρώτη φορά που το καθεστώς Άσαντ αντιμετώπιζε αυτή την κατηγορία.

Καλό είναι επομένως να ανατρέξουμε στις μέρες του Αυγούστου 2013, όταν η ανθρωπότητα κρατούσε και πάλι την ανάσα της περιμένοντας μια γενικότερη ανάφλεξη στη Συρία καθώς η Ουάσιγκτον και οι σύμμαχοί της υποστήριζαν -όπως και σήμερα- ότι “μια κόκκινη γραμμή είχε παραβιαστεί”.

Σύμφωνα με την εκδοχή που τότε κυριαρχούσε στα μεγάλα δυτικά ΜΜΕ, ο στρατός της Συρίας είχε χρησιμοποιήσει το φονικό αέριο “σαρίν” για να επιτεθεί σε προάστιο της Δαμασκού που ελεγχόταν από τους αντάρτες. Εικόνες με πτώματα καλυμμένα με σεντόνια άρχισαν να πλημμυρίζουν τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και το Διαδίκτυο. Η ξένη επέμβαση αποφεύχθηκε τελικά την τελευταία στιγμή.

Τι γνωρίζουμε σήμερα για τις επιθέσεις του 2013; Ο Σέιμουρ Χερς, ένας εξαιρετικά έγκριτος Αμερικανός δημοσιογράφος που έγινε γνωστός στην υφήλιο το 1969 αποκαλύπτοντας τη σφαγή του Μάι Λάι στη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ, υποστήριζε σε ένα ιδιαίτερα τεκμηριωμένο ρεπορτάζ του ένα χρόνο αργότερα (The Red line and the Rat line, “London Review of Books”, 17 Απριλίου 2014) ότι η επίθεση ήταν στην πραγματικότητα έργο τζιχαντιστών που δρούσαν σε συνεργασία με τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες. Στόχος της επίθεσης ήταν η πρόκληση αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης που θα ανέτρεπε το καθεστώς Ασαντ.

Όλα αυτά κέρδισαν όμως ελάχιστη διεθνή δημοσιότητα, με αποτέλεσμα το χαρτί των “χημικών όπλων” να συνεχίσει να παίζεται. Έτσι, τον περσινό Απρίλιο, μια ακόμη τέτοια επίθεση -αυτή τη φορά στο χωρίο Χαν Σεϊκούν- έδωσε την αφορμή στον Τραμπ να διατάξει πυραυλική επίθεση σε αεροδρόμιο της συριακής πολεμικής αεροπορίας. Αν πιστέψει κανείς και πάλι τον Χερς (Trump’s Red Line, “Die Welt”, 25 Ιουνίου 2017), ο Αμερικανός στρατός γνώριζε ότι επρόκειτο για επίθεση με συμβατικά και όχι χημικά όπλα που δεν στόχευε αμάχους αλλά μια βάση τζιχαντιστών.

“Η αξιολόγηση ζημιών βομβαρδισμού (ΒDA) του αμερικανικού στρατού έκρινε αργότερα ότι η θερμότητα και η ισχύς της συριακής βόμβας πυροδότησε μια σειρά δευτερογενείς εκρήξεις που θα μπορούσαν να έχουν δημιουργήσει ένα τεράστιο τοξικό σύννεφο πάνω από την πόλη, ένα σύννεφο σχηματισμένο από τις εκλύσεις παρασιτοκτόνων, απολυμαντικών υγρών και άλλων προϊόντων που είχαν αποθηκευτεί στα υπόγεια του κτηρίου” σημείωνε.

Γιατί τα δεδομένα να είναι τόσο διαφορετικά σήμερα; Εκτός αν θεωρεί κανείς ότι, εκτός από αδίστακτος και εξουσιομανής, ο Μπασάρ Αλ Άσαντ είναι και τόσο αυτοκτονικός ώστε να προκαλέσει σκόπιμα μια διεθνή επέμβαση εναντίον του, τη στιγμή μάλιστα που ο στρατός του κατελάμβανε το τελευταίο σημαντικό προπύργιο των αντιπάλων του έξω από τη Δαμασκό.

Δείτε όλα τα σχόλια