Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Υεμένη: Στην παγίδα των περιφερειακών ανταγωνισμών

Περισσότεροι από 8 εκατομμύρια Υεμενίτες -σχεδόν το 30% του πληθυσμού- βρίσκονται στα όρια του λιμού σύμφωνα με τον ΟΗΕ. Είναι όλοι θύματα μιας καταστροφής που ξεκίνησε ως ανταγωνισμός για την εξουσία στην Υεμένη πριν από τρία χρόνια και εξελίχθηκε σε ένα πόλεμο διά αντιπροσώπων μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράν

Των Νασέρ Αλ Σακάφ και Άντριου Ίνγκλαντ

Για μια δεκαετία, ο Μοχάμεντ Χασάν αισθανόταν ασφαλής στη δουλειά του. Επιθεωρούσε και ξεφόρτωνε αγαθά, όπως τρόφιμα, καύσιμα και φάρμακα, στο λιμάνι Χοντέιντα της Ερυθράς Θάλασσας. Το μεγαλύτερο εμπορικό λιμάνι της Υεμένης αποτελούσε τη βασική αρτηρία ανεφοδιασμού της χώρας και ο Χασάν πίστευε ότι τα πλοία θα συνέχιζαν να καταπλέουν εκεί ακόμα κι όταν ο πόλεμος άρχισε να διαλύει τη χώρα του. Αλλά τον περασμένο Νοέμβριο, ο υπό σαουδαραβική ηγεσία συνασπισμός που υποστηρίζει την εξόριστη κυβέρνηση στον εμφύλιο πόλεμο με του αντάρτες Χούθι, οι οποίοι στηρίζονται από το Ιράν, ενίσχυσε τον θαλάσσιο αποκλεισμό της χώρας.

Οι επιπτώσεις ήταν άμεσες. Ο Χασάν και άλλοι λιμενεργάτες έχασαν τις δουλειές τους. Οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν πάνω από 30% και οι τιμές των καυσίμων διπλασιάστηκαν. Πατέρας τεσσάρων παιδιών, που φαίνεται μεγαλύτερος από τα 35 χρόνια του, ο Χασάν έβγαλε τρία από παιδιά του από το σχολείο -το μεγαλύτερο 9 ετών- για να δουλέψουν στους δρόμους της Χοντέιντα. «Δεν ήθελα να σταματήσουν τα παιδιά μου το σχολείο, αλλά οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν τόσο πολύ, που δεν μπορώ να θρέψω την οικογένειά μου» λέει. «Έπρεπε να διαλέξω. Ή θα πουλάνε γλυκά μαζί μου στον δρόμο ή θα πεινάσουν. Διάλεξα το πρώτο».

Όλη η οικογένεια βγάζει τώρα μεροκάματο 1.000 ριάλ (4 δολάρια), το μισό από όσα κέρδιζε τη μέρα o Χασάν στο λιμάνι. Αλλά βρίσκονται σε καλύτερη θέση από πολλούς συμπατριώτες τους. Περισσότεροι από 8 εκατομμύρια Υεμενίτες -σχεδόν το 30% του πληθυσμού- βρίσκονται στα όρια του λιμού σύμφωνα με τον ΟΗΕ. Είναι όλοι θύματα μιας καταστροφής που ξεκίνησε ως ανταγωνισμός για την εξουσία στην Υεμένη πριν από τρία χρόνια και εξελίχθηκε σε ένα πόλεμο διά αντιπροσώπων μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράν, στον οποίο έχουν σκοτωθεί χιλιάδες άνθρωποι και έχουν τραυματιστεί πολύ περισσότεροι.

Καθώς οι δύο περιφερειακές δυνάμεις κλιμακώνουν τη σύγκρουσή τους -με τις ΗΠΑ του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να ρίχνουν το βάρος υπέρ του Ριάντ για να αντιμετωπίσουν την Ισλαμική Δημοκρατία-, ο πόλεμος της Υεμένης αποτελεί το βασικό θέατρο των επιχειρήσεων. Έχει προκαλέσει μια ανθρωπιστική καταστροφή και κινδυνεύει να εξαπλωθεί πέρα από τα σύνορα της Υεμένης.

Η κατάληψη των λιμανιών που ελέγχουν οι αντάρτες, ειδικά της Χοντέιντα, είναι ζωτικής σημασίας για τον υπό σαουδαραβική ηγεσία συνασπισμό προκειμένου να πιέσει τον ελεγχόμενο από τους Χούθι Βορρά και να σταματήσει ο εξοπλισμός των ανταρτών, όπως ισχυρίζεται, από το Ιράν και τη Χεζμπολάχ, τη λιβανέζικη οργάνωση η οποία υποστηρίζεται από την Τεχεράνη.

Υπό τη διεθνή πίεση, ο συνασπισμός χαλάρωσε τον αποκλεισμό της Χοντέιντα τον περασμένο μήνα, αναφέροντας ότι θα επιτρέψει τη μεταφορά μέσω του λιμανιού βοήθειας και αγαθών για τριάντα ημέρες. Αλλά έχει κάνει ελάχιστα για να σταματήσει τα δεινά της πόλης όπου τα παιδιά ζητιανεύουν σχεδόν σε κάθε γωνιά και τα νοσοκομεία δεν έχουν τα στοιχειώδη για να περιθάλψουν σκελετωμένα βρέφη.

Ο πληθυσμός φοβάται ότι η Χοντέιντα θα γίνει το επόμενο μεγάλο πεδίο μάχης, καθώς οι φιλοκυβερνητικές δυνάμεις, με την υποστήριξη αεροπορικών επιδρομών από τη Σαουδική Αραβία, έχουν εξαπολύσει επίθεση από τον Νότο για να καταλάβουν το λιμάνι και να περικυκλώσουν τη Σαναά, την πρωτεύουσα που ελέγχεται από τους Χούθι. «Αν φτάσει ο πόλεμος στη Χοντέιντα, θα πεθάνουμε όλοι μέσα στα σπίτια μας» λέει ο Ισλάμ Μοντασέρ, ένας τεχνίτης που επίσης έχει στείλει τα παιδιά του να ζητιανεύουν στο λιμάνι.

Η επίθεση εξαπολύθηκε όταν οι Χούθι σκότωσαν τον Αλί Αμπντούλ Σαλέχ, τον πρώην έμπιστο συνεργάτη τους και πρώην Πρόεδρο, ο οποίος είχε κυβερνήσει την Υεμένη μετά την ένωση του Βορρά με τον Νότο κατά τη δεκαετία του 1990. Ο θάνατός του επηρέασε τη δυναμική του πολέμου και πυροδότησε ένα νέο κύμα αιματοχυσίας.

Ο συνασπισμός είχε προσπαθήσει να δελεάσει τον Σαλέχ και να τον πάρει στο πλευρό του ώστε να διασπάσει τις δυνάμεις των ανταρτών. Οι Χούθι μυρίστηκαν την προδοσία και σκότωσαν τον Σαλέχ μετά από πολυήμερες συγκρούσεις στη Σαναά. Έκτοτε ενίσχυσαν τον έλεγχό τους στην πόλη, συλλαμβάνοντας και εκτελώντας συμμάχους του πρώην Προέδρου. Αλλά απώλεσαν την πολιτική κάλυψη που του προσέφερε η τετραετής συμμαχία με τον Σαλέχ και το κόμμα του, το Γενικό Λαϊκό Κογκρέσο. Το Ριάντ αντέδρασε κλιμακώνοντας τους βομβαρδισμούς στις περιοχές που ελέγχουν οι Χούθι.

«Με τον θάνατο του Σαλέχ έκλεισε ένα αιματηρό κεφάλαιο και άνοιξε ένα άλλο αιματηρό κεφάλαιο» λέει ο Φαρία Αλ Μουσλίμι, συνιδρυτής του Κέντρου Στρατηγικών Μελετών της Σαναά. «Εκείνοι που πιέζουν για μια στρατιωτική λύση έχουν το πάνω χέρι. Αλλά δεν υπάρχει στρατιωτική λύση, η πολιτική παραμερίζεται και βρίσκεται σε αναμονή, ενώ η σύγκρουση κλιμακώνεται και χειροτερεύει σε περιφερειακό επίπεδο».

Οι κυβερνήσεις της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων θεωρούν πως οι Χούθι, μέλη της αίρεσης Ζαΐντι του σιιτικού Ισλάμ, είναι μαριονέτες της Τεχεράνης. Οι δυνάμεις του Κόλπου παρουσιάζουν τον πόλεμο σαν ένα παράδειγμα της πολιτικής της Τεχεράνης που αποσκοπεί στη δημιουργία συγκρούσεων στη γειτονιά τους. Ο αποκλεισμός του λιμανιού Χοντέιντα επιβλήθηκε μετά την εκτόξευση ενός πυραύλου κατά του Ριάντ από τους Χούθι. Η Σαουδική Αραβία υποστηρίζει ότι οι Χούθι προμηθεύτηκαν τον πύραυλο από το Ιράν.

Η Τεχεράνη αρνείται ότι εξοπλίζει τους Χούθι, ενώ αναλυτές περιγράφουν την οργάνωση περισσότερο ως σύμμαχο, παρά ως ενεργούμενο του Ιράν. Ωστόσο, εξυπηρετεί τα συμφέροντα του Ιράν, καθώς οι αντίπαλοί του έχουν εμπλακεί σε έναν δαπανηρό και καταστροφικό πόλεμο με περιορισμένο κόστος για την Τεχεράνη, προσθέτουν οι ίδιοι αναλυτές.

«Η προπαγάνδα των Χούθι λέει ότι η Υεμένη δέχεται επίθεση από μια συνωμοσία Σαουδαράβων, Αμερικανών και Ισραηλινών» σημείωσε ο Μπρους Ρίντελ, πρώην αναλυτής της CIA και διευθυντής του Brookings Intelligence Project. «Μία από τις σημαντικές συνέπειες του πολέμου είναι ότι έφερε ακόμα πιο κοντά τους Χούθι, το Ιράν και τη Χεζμπολάχ».

Το αφήγημα των Σαουδαράβων

Ο υπουργός Εξωτερικών της Υεμένης Αμπντουλμαλίκ Αλ Μεκλάφι λέει ότι η κατάληψη του λιμανιού Χοντέιντα και των περιχώρων της Σαναά είναι ζωτικής σημασίας ώστε να εξαναγκαστούν οι Χούθι να προσέλθουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. «Πρέπει να αποκτήσουμε τον έλεγχο της Χοντέιντα γιατί ήταν και παραμένει ο δρόμος μέσα από τον οποίο μεταφέρεται ιρανικός οπλισμός» λέει. «Αποτελεί τη βασική πηγή εσόδων (μέσω δασμών) για τους Χούθι και θέλουμε να τους τον στερήσουμε». Ο ίδιος επιμένει ότι η βοήθεια μπορεί να προέλθει από λιμάνια του Νότου, τα οποία ελέγχει η κυβέρνηση που υποστηρίζεται από τη Σαουδική Αραβία και έχει την έδρα της στο Άντεν. Αλλά σχεδόν το 80% των εισαγωγών περνούν από τη Χοντέιντα και το γειτονικό λιμάνι Σαλεέφ σύμφωνα με τον ΟΗΕ. Σε μια έκθεσή τους τον περασμένο Νοέμβριο, τα Ηνωμένα Έθνη ανέφεραν ότι, παρά τις ζημιές που έχουν προκληθεί στη Χοντέιντα από τον πόλεμο, «δεν υπάρχει εναλλακτική, βιώσιμη λύση από αυτό το λιμάνι τόσο σε επίπεδο υποδομών όσο και προσβασιμότητας για τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα της Υεμένης». Ο ΥΠΕΞ της Υεμένης λέει ότι η κριτική για τον αποκλεισμό της Χοντέιντα έχει «πολιτικοποιηθεί». Επίσης, θέτει το ερώτημα αν η διεθνής κοινότητα μπορεί να εγγυηθεί ότι τα όπλα δεν θα ξαναπεράσουν από εκεί και πως οι Χούθι δεν θα συνεχίσουν να κερδίζουν χρήματα.

Το αφήγημα ταιριάζει με εκείνο των Σαουδαράβων υποστηρικτών της εξόριστης κυβέρνησης της Υεμένης. Ο πρίγκηπας διάδοχος Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν, ο οποίος ως υπουργός Άμυνας ενορχήστρωσε τη στρατιωτική επέμβαση του βασιλείου τον Μάρτιο του 2015, περιέγραψε την πυραυλική επίθεση κατά του Ριάντ ως «πράξη πολέμου». Η αιφνιδιαστική «παραίτηση» του Λιβανέζου πρωθυπουργού Σαάντ Χαρίρι, ενώ βρισκόταν προφανώς υπό κράτηση στη Σαουδική Αραβία, τον περασμένο Νοέμβριο, θεωρήθηκε ως έμμεση πίεση προς τη Χεζμπολάχ που συμμετέχει στην κυβέρνηση του Λιβάνου και φέρεται ως υποστηρικτής των Χούθι. Τρεις εβδομάδες αργότερα -κι ενώ ο Σαάντ Χαρίρι είχε επιστρέψει στη Βηρυτό και ανακαλέσει την παραίτησή του-, οι Χούθι εξαπέλυσαν ακόμα μια πυραυλική επίθεση κατά του Ριάντ. Η αεράμυνα της Σαουδικής Αραβίας αναχαίτισε τους πυραύλους, αλλά επρόκειτο για μια επικίνδυνη κλιμάκωση.

Μερικές ημέρες πριν από τη δεύτερη επίθεση, οι ΗΠΑ παρουσίασαν αυτό που ισχυρίστηκαν πως ήταν αποδεικτικά στοιχεία για τον εξοπλισμό των Χούθι από την Τεχεράνη. Σε αυτά περιλαμβάνονταν υπολείμματα ενός ιρανικής κατασκευής πυραύλου που εκτοξεύθηκε κατά του Ριάντ τον Νοέμβριο, όπως υποστήριξε το αμερικανικό Πεντάγωνο. «Θα δείτε ότι θα συγκροτήσουμε έναν συνασπισμό που αληθινά θα απωθήσει το Ιράν και όλα όσα κάνει» δήλωσε η πρεσβευτής των ΗΠΑ στον ΟΗΕ Νίκι Χάλεϊ.

Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Μοχάμεντ Ζαβάντ Ζαρίφ απάντησε μέσω Twitter: «Ενώ το Ιράν καλεί για εκεχειρία, βοήθεια και διάλογο στην Υεμένη από την πρώτη ημέρα, οι ΗΠΑ έχουν πουλήσει στους συμμάχους τους όπλα με τα οποία σκοτώνουν αμάχους και επιβάλλουν την πείνα. Κανένα εναλλακτικό γεγονός και καμιά εναλλακτική απόδειξη δεν μπορεί να συγκαλύψει τη συνενοχή των ΗΠΑ σε εγκλήματα πολέμου».

Θύματα ενός «παράλογου» πολέμου

Ο Ιρανός υπουργός αναφερόταν στις επικρίσεις που έχουν δεχτεί οι ΗΠΑ και η Βρετανία για τη χορήγηση στη Σαουδική Αραβία οπλισμού με τον οποίο βομβαρδίζει την Υεμένη, αγορές, νοσοκομεία και σπίτια. Περισσότεροι από 2.300 άμαχοι έχουν σκοτωθεί από τον υπό σαουδαραβική ηγεσία συνασπισμό μεταξύ Μαρτίου 2015 και Αυγούστου 2017 σύμφωνα με έκθεση του ΟΗΕ.

Μετά τον θάνατο 68 ανθρώπων από αεροπορικές επιδρομές στις 26 Δεκεμβρίου, ανάμεσά τους 14 μέλη της ίδιας οικογένειας στην επαρχία της Χοντέιντα, ο συντονιστής των ανθρωπιστικών επιχειρήσεων του ΟΗΕ στην Υεμένη Τζέιμι ΜακΓκόλντρικ δήλωσε ότι οι βομβαρδισμοί «αποδεικνύουν την παντελή αδιαφορία για την ανθρώπινη ζωή που εξακολουθούν να δείχνουν όλες οι πλευρές, συμπεριλαμβανομένου του σαουδαραβικού συνασπισμού, σε αυτό τον παράλογο πόλεμο».

Στις πόλεις και στα χωριά όπου δεν γίνονται χερσαίες συγκρούσεις, όπως στη Σαναά, επιφανειακά η ζωή μοιάζει σχεδόν φυσιολογική. Αλλά οι κάτοικοι ζουν μέσα στον φόβο, καθώς ακούγονται τα αεροπλάνα πάνω από τα κεφάλια τους. Στις περιοχές που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του μετώπου, όπως η Ταΐζ, που έχει βομβαρδιστεί από τα αεροπλάνα του συνασπισμού και από το πυροβολικό των Χούθι, ο πληθυσμός ζει μέσα στη μιζέρια, δεν ξέρει πώς θα βρει ένα πιάτο φαγητό και φοβάται τις επιδημίες όπως η χολέρα.

Στην άλλοτε ευημερούσα Ταΐζ, χιλιάδες άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Εκείνοι που φεύγουν αναγκάζονται να πάνε από τα βουνά για να αποφύγουν τις μάχες και να παρακάμψουν τα μπλόκα μυριάδων ενόπλων οργανώσεων. Η Αλ Κάιντα στην Αραβική Χερσόνησο, που θεωρείται από τις πιο επικίνδυνες τρομοκρατικές οργανώσεις, έχει εκμεταλλευτεί το χάος, αυξάνοντας την επιρροή της στις ερημικές περιοχές στα νότια και τα δυτικά.

Καθώς μεγαλώνει ο απολογισμός των θυμάτων, οι δυνάμεις υπό τη Σαουδική Αραβία προσπαθούν να κερδίσουν έδαφος σε βάρος των Χούθι, μιας σκληροτράχηλης και εμπειροπόλεμης οργάνωσης, που ξεκίνησε από τα βουνά της βόρειας Υεμένης και έκανε έξι πολέμους κατά του καθεστώτος Σαλέχ τη δεκαετία του 2000.

«Ο τρόπος με τον οποίο εκτελέστηκε η εκστρατεία από τον συνασπισμό ήταν πολύ κακός» λέει ο Ραφάτ Αλ Ακάλι, αναλυτής και πρώην υπουργός της Υεμένης. «Η αποκαλούμενη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση, η οποία είναι πολύ αδύναμη, έχει στους κόλπους της μεγάλη διαφθορά και είναι πολυδιασπασμένη. Οι αεροπορικές επιδρομές σε αστικές περιοχές έχουν χειροτερέψει τα πράγματα και ο κόσμος δεν θέλει βοήθεια από τη Σαουδική Αραβία». Ο ίδιος επέστρεψε στη χώρα στη διάρκεια της Αραβικής Άνοιξης του 2011, έχοντας σπουδάσει στον Καναδά και γεμάτος ελπίδα. Η επανάσταση έβαλε τέλος στη 33χρονη εξουσία του Σαλέχ, ο οποίος αναγκάστηκε να παραιτηθεί το 2012 και αντικαταστάθηκε από τον τότε αντιπρόεδρό του Αμπντ-Ραμπού Μανσούρ Χάντι. Καθώς επιδεινωνόταν η οικονομική κίση στη φτωχότερη χώρα της Μέσης Ανατολής, οι αντάρτες Χούθι μπήκαν στη Σαναά στα τέλη του 2014 υποσχόμενοι ότι θα εξαλείψουν τη διαφθορά, ένα μήνυμα που είχε απήχηση στους Υεμενίτες, όπως λέει ο Ραφάτ Αλ Ακάλι.

Λίγο μετά ξέσπασε ο πόλεμος και ο Μανσούρ Χάντι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα και να καταφύγει στην Υεμένη. Για πολλούς κατοίκους της χώρας, ο Χάντι είναι μια εξόριστη φιγούρα που προεδρεύει σε μια κυβέρνηση η οποία εξαρτάται από την πολεμική αεροπορία της Σαουδικής Αραβίας, από τις ειδικές δυνάμεις των Εμιράτων και από μια χαλαρή συμμαχία ανάμεσα στους υπερσυντηρητικούς σαλαφιστές, τους αυτονομιστές του Νότου και ορισμένους φύλαρχους. Το κόμμα του Σαλέχ είναι αδύναμο και διασπασμένο, καθώς οι δυνάμεις και τα μέλη του έχουν μοιραστεί ανάμεσα στην κυβέρνηση και στους αντάρτες.

«Υπάρχει ένας πλήρης κατακερματισμένος των πάντων, της κοινωνίας, του κράτους. Υπάρχουν διάφορες οργανώσεις που ανταγωνίζονται για την εξουσία και κάθε ομάδα διασπάται σε ακόμα μικρότερες» λέει ο Ραφάτ Αλ Ακάλι. «Αυτό αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση ακόμα και μετά τον τερματισμό του πολέμου». Ο ίδιος ελπίζει πως μπορεί να επιτευχθεί μια πολιτική λύση εφόσον υπάρξει μια σοβαρή διεθνής προσπάθεια για τον τερματισμό της σύγκρουσης. «Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι το πρόβλημα μπορεί να επιλυθεί. Αυτό που ακούμε συχνά είναι ότι 'δεν είναι Συρία, ούτε Λιβύη'» προσθέτει. «Οι παίκτες είναι γνωστοί, αλλά όσο περνά ο καιρός το πρόβλημα γίνεται ολοένα πιο περίπλοκο».

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Κατάντια...

Είναι προφανές ότι η συμμετοχή του Αλέξη Τσίπρα στο συνέδριο του SPD, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η παρέμβασή του, πόνεσε πολλούς. Η παρουσία του στο Παρίσι, επίσης. Και ακόμα πιο...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο