Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Αρεκίπα: Μια πόλη - "μπιζού" στις Άνδεις

Οδοιπορικό στην παλιά πρωτεύουσα του Περού

Κείμενο - φωτογραφίες:
ΘΑΝΟΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ

 

Παρ' ότι η δεκαετία του 2000 ξεκίνησε με επίφοβους οιωνούς για τις οικονομίες της Νότιας Αμερικής, με τη χρεοκοπία της Αργεντινής, την τραπεζική κρίση στην Ουρουγουάη ή τους φόβους των ξένων επενδυτών πριν από τις εκλογές του 2002 στην Βραζιλία πως ο Λούλα θα κήρυττε πτώχευση, μια λατινοαμερικάνικη χώρα, το Περού, θα εμφάνιζε εντυπωσιακή ανάπτυξη και μάλιστα την ταχύτερη στον κόσμο το 2007, με ρυθμό 9%. Μια πόλη αυτής της χώρας, η Αρεκίπα, κατάφερε κάτι που σε πολλούς θα φαινόταν απίστευτο. Την περίοδο 2003 - 2008 το κατά κεφαλήν εισόδημά της αυξήθηκε κατά 66,1%, με μέσο ρυθμό μεγέθυνσης οικονομίας τη διετία 2007 - 2008 στο 9,59%.

Η οικονομική άνθιση είναι συνυφασμένη με αυτή την πόλη, στο νότιο άκρο του Περού, που υπήρξε ανά τους αιώνες σταυροδρόμι. Από εδώ ξεκινούν λεωφορεία για τη Χιλή σε μια εξάωρη διαδρομή, για τη Βολιβία επίσης με διαδρομή έξι ωρών ή ακόμη και για τις παραλίες του Ειρηνικού, μόλις δυόμισι ώρες από τη χτισμένη στις Άνδεις και υψόμετρο 2.325 μέτρων δεύτερη σημαντικότερη πόλη του Περού μετά την πρωτεύουσα Λίμα. Η γεωγραφική της θέση της έχει προσδώσει παραδοσιακή οικονομική εξωστρέφεια, καθώς διατηρεί ισχυρούς εμπορικούς δεσμούς με Χιλή, Βολιβία και Βραζιλία. Αυτή αντανακλάται και σε καθημερινότητα όπου κυριαρχούν εργασία, παραγωγή, συναλλαγές και εμπόριο, που σε συνδυασμό με την αξιοσημείωτη αισθητική που κυριαρχεί καθιστούν την Αρεκίπα πόλη που μαγνητίζει τους επισκέπτες.

Στην αρχαιότητα, ήδη πριν τους Ίνκας, οι ντόπιοι είχαν παρατήσει τη νομαδική ζωή ασχολούμενοι με την κτηνοτροφία, κυρίως εξημερώνοντας λάμα (όπως προφέρονται τα χαριτωμένα ζώα που στην Ελλάδα αναφέρουν ως «λάμα»), και τη γεωργία, η οποία αναπτύχθηκε χάρη στα εκτεταμένα αρδευτικά δίκτυα που κατασκεύασαν. Όταν έφτασαν εδώ το 1170 οι Ίνκας, λέγεται πως ο βασιλιάς τους Μαΐτα Κάπακ είπε στους στρατιώτες του «Άρι Κεπάι», που θα πει «ας μείνουμε εδώ», φράση που εξηγεί την ετυμολογία του ονόματος της πόλης, αν και υπάρχουν και διάφορες ακόμη θεωρίες. Η πόλη της Αρεκίπα ιδρύθηκε τέσσερις αιώνες αργότερα, 15 Αυγούστου 1540, από τους Ισπανούς και τον λοχαγό Γκαρσί Μανουέλ Ντε Καρμπαχάλ, ο οποίος της έδωσε το όνομα «Βίγια Ντε Λα Ασουνσιόν Ντε Νουέστρα Σενιόρα Ντελ Βάγιε Ερμόσο Ντε Αρεκίπα».

Η πόλη υποδέχθηκε πάρα πολλούς Ισπανούς και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να θεωρείται η πιο πιστή στο στέμμα πόλη του Περού, φαινόμενο που ονομάστηκε «φιντελίσμο» και υπήρξε ισπανόφιλη ώς το τέλος της αποικιοκρατίας. Αυτό εξηγείται και από το ότι υπήρξε εμπορικό σταυροδρόμι εμπορίου αργύρου, αν και παρέμεινε σταυροδρόμι και μετά την ανεξαρτησία στο εμπόριο μαλλιού. Χάρη στην τοποθεσία της, εκτός από εμπορικός κόμβος και παραγωγός αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, υπήρξε ακόμη βιομηχανικό αλλά και διοικητικό κέντρο. Μάλιστα, για μισό αιώνα, μεταξύ 1835 και 1883, υπήρξε και πρωτεύουσα του Περού.

Ξεκίνησα Φεβρουάριο μήνα το ταξίδι μου στο Περού από τα δυτικά, τη πρωτεύουσα Λίμα και τον Ειρηνικό, στις ακτές του οποίου είναι χτισμένη, με κατεύθυνση προς Ανατολάς και τη Βολιβία, διανυκτερεύοντας στις πιο ενδιαφέρουσες πόλεις και κωμοπόλεις της διαδρομής. Από τους πρώτους σταθμούς μου ήταν και η Αρεκίπα. Η θερμοκρασία νωρίς το μεσημέρι, όταν έφτασα, ήταν γύρω στους 20 βαθμούς Κελσίου, με σύννεφα που μισοέκρυβαν τον ήλιο, δηλαδή συνθήκες ιδανικές και για να περπατήσω την πόλη αλλά και να τραβήξω καλύτερες φωτογραφίες από ό,τι θα φωτογράφιζα αν είχε μεσημεριανή λιακάδα ή μουντό καιρό με ψιλόβροχο, κάτι όχι ασυνήθιστο για την Αρεκίπα. Το δε υψόμετρό της ήταν ιδανικό για προσαρμογή στα ύψη των επόμενων πόλεων που θα επισκεπτόμουν, όπως το Κούσκο των 3.500 μέτρων, το Πούνο των 3.810 μέτρων και ακόμη ένας - δύο προορισμοί μου ακόμη πάνω από τα 4.000 μέτρα.

Πλατεία Στρατού: Η καρδιά της πόλης

Την περιήγησή μου την άρχισα με στερεότυπο τρόπο, από την κεντρική πλατεία, την Πλατεία Στρατού ή Πλάζα Ντε Άρμας όπως τη λένε οι ντόπιοι, ονομασία συνηθισμένη για κεντρικές πλατείες πόλεων της ισπανόφωνης Αμερικής. Αρκετοί ταξιδιώτες την έχουν χαρακτηρίσει ως μία από τις ωραιότερες Πλάζας Ντε Άρμας που έχουν δει, όχι μόνο του Περού, αλλά ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής και σίγουρα θα ήταν ονομαστή αν δεν ήταν ταυτόχρονα και από τις μικρότερες. Δημιουργήθηκε μαζί με την πόλη το 1540 και τα κτήριά της συνδυάζουν εξαιρετικά στοιχεία από διαφορετικούς αρχιτεκτονικούς ρυθμούς. Νεογοτθικό χρώμα, νεοαναγεννησιακό, αποικιακό, με τα πιο χαρακτηριστικά από αυτά να είναι η μητρόπολη, οι κιονοστοιχίες και καμάρες των στεγασμένων πεζοδρομίων στις τρεις πλευρές της πλατείας, εκτός δηλαδή εκείνης της μητρόπολης, και το κομψό κεντρικό σιντριβάνι με το γκαζόν ολόγυρα.

Ένα άλλο ευχάριστο στοιχείο που βρήκα στην Πλάζα Ντε Άρμας ήταν τα καφέ και εστιατόρια ολόγυρά της. Τα περισσότερα έχουν τραπέζια στα μπαλκόνια από όπου απολάμβανα τη θέα από όλες τις γωνίες στην πλατεία με τα φοινικόδενδρα, το συντριβάνι και ιδίως εκείνη που είχε φόντο τον καθεδρικό με τη χιονισμένη κορυφή του Μίστι στα 5.882 μέτρα. Το ενεργό αυτό ηφαίστειο, το οποίο εξερράγη τελευταία φορά το 1985, μαζί και με τα άλλα ηφαίστεια ολόγυρα, είναι ένας από τους κυριότερους λόγους της μεγάλης γονιμότητας της περιοχής, αλλά και της καλαισθησίας αρκετών κτηρίων. Η χαρακτηριστική λευκή ηφαιστειακή πέτρα στα ηφαίστεια γύρω από την Αρεκίπα, η λεγόμενη "σιγιάρ", χρησιμοποιείται ως δομικό υλικό, κάτι στο οποίο οφείλεται και η ονομασία Σιουδάδ Μπλάνκα, που θα πει Λευκή Πόλη, της Αρεκίπα.

Γεμιστή πιπεριά και μπύρα από καλαμπόκι

Σε ένα εστιατόριο δοκίμασα μια υπέροχη τοπική συνταγή, το ροκότο ρεγιένο. Γεμιστή ντόπια κόκκινη πιπεριά. Συνήθως περιέχει κρέας, τριμμένο σφιχτό αυγό, κρεμμύδια, φυστίκα και λευκό τυρί στην κορυφή. Για καλή μου τύχη, το συγκεκριμένο εστιατόριο είχε και ροκότο ρεγιένο για χορτοφάγους, οπότε είχα την ευκαιρία να το δοκιμάσω, με την πιπεριά βυθισμένη σε πηχτό χυλό που είχε ως βάση την πατάτα, θυμίζοντας κάπως πουρέ. Και για να ολοκληρώσω την "εξωτική" γευστική εμπειρία, το συνδύασα με ντόπια μπίρα από καλαμπόκι. Καμία σχέση με αυτές που ξέρουμε στην Ευρώπη, είτε μαύρη, είτε λάγκερ, είτε "μοναστηριακή". Μου φάνηκε ελαφρά πικρή, ελαφρά στιφή, αλλά με ευχάριστη επίγευση.

Η μητρόπολη που δεσπόζει στην πλατεία θεμελιώθηκε και αυτή Δεκαπανταύγουστο του 1540, όπως και η πόλη, με τον γνωστό κονκισταδόρ Φρανσίσκο Πισάρο να στήνει στην τοποθεσία όπου θα χτιζόταν η εκκλησία έναν σταυρό. Έναν χρόνο αργότερα, στις 26 Ιουνίου 1541, καθώς πέθαινε πεσμένος και αιμόφυρτος από ξίφος που του διαπέρασε τον λαιμό, θα ζωγράφιζε έναν κόκκινο σταυρό με το αίμα του στο πάτωμα. Το 1583 ο ναός καταστράφηκε από σεισμό, όπως καταστράφηκε και τον Φεβρουάριο του 1600, λίγο πριν ολοκληρωθεί η κατασκευή του, από έκρηξη ηφαιστείου, αλλά και το 1604 από νέο σεισμό. Ο ναός υπέστη ελαφρές ζημιές σε άλλους τέσσερις σεισμούς, το 1666, το 1668, το 1687 και το 1784, για να καταστραφεί μεγάλο μέρος του σε πυρκαγιά το 1844 και σε σεισμούς το 1868 και το 2001.

Ο θρύλος του Τουρουτουτού

Χαριτωμένο αξιοθέατο της πλατείας είναι και ο Τουρουτουτού, ένα άγαλμα πάνω στο συντριβάνι στο κέντρο της Πλάζα Ντε Άρμας. Ήταν μικροσκοπικός έμπιστος του τέταρτου αυτοκράτορα των Ίνκας, του Μαΐτα Καπάκ, που βασίλεψε τέλος 13ου και αρχή 14ου αιώνα, και ήταν ο αγγελιαφόρος του. Τον ονόμασαν Τουρουτουτού από τον ήχο που έβγαζε η σάλπιγγα που χρησιμοποιούσε για να ειδοποιήσει τους Ίνκας για την άφιξη κάποιου απεσταλμένου ή και για να καλέσει τον πληθυσμό σε περιπτώσεις διανομής σπόρων ή παράδοσης μηνυμάτων, γι' αυτό και έλεγαν "Ο Τουρουτουτού φέρνει, ο Τουρουτουτού έχει, ο Τουρουτουτού εμπορεύεται". Ήταν τόσο αφοσιωμένος σύμφωνα με τον θρύλο, στη δουλειά του, ώστε πέθανε από κούραση. Και όπως λένε οι ντόπιοι, το άγαλμά του λειτουργεί ως προστάτης της πόλης.

Από τα πλέον ενδιαφέροντα κτήρια της Αρεκίπα είναι το μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης, το Μοναστέριο Ντε Σάντα Καταλίνα Ντε Σιένα. Χτίστηκε το 1579 για μοναχές του Δομινικανού Τάγματος και έχει τοίχους με έντονα χρώματα, με κυρίαρχο το κόκκινο. Στα 20.000 τετραγωνικά μέτρα του έμεναν μοναχές που, με κάποιες ελάχιστες εξαιρέσεις, προέρχονταν από την υψηλή κοινωνία των Ισπανών, οι δε οικογένειές τους πλήρωναν 2.400 ασημένια νομίσματα για να γίνουν δεκτές οι κόρες τους. Κάποτε ζούσαν σε αυτό ακόμη και 450 μοναχές, ενώ όταν το επισκέφθηκα είχαν απομείνει γύρω στις 25 και αυτές σε μόνο ένα τμήμα του μοναστηριού.

Εξίσου γοητευτική μου φάνηκε η πόλη καθώς περπατούσα στους δρόμους γύρω από το ιστορικό κέντρο της και ειδικά στους λιθόστρωτους που οδηγούσαν σε αποικιακού τύπου κατοικίες με τοίχους βαμμένους σε πολλά χρώματα και με λεπτομέρειες, από τα μεταλλικά φανάρια μέχρι τις πόρτες, να μαρτυρούν πλούτο και αισθητική.

Στη γραφική Γιαναουάρα

Σε μικρή απόσταση από την πόλη, την οποία μπορεί να τη διανύσει κάποιος και με τα πόδια, βρίσκεται η πιο γραφική συνοικία της Αρεκίπα, η Γιαναουάρα, στη δυτική πλευρά του ποταμού Τσίλι. Το πάρκο της, η εκκλησία της, τα εστιατόριά της, η πύλη με τις αψίδες, που είναι το "σήμα κατατεθέν" της, και κυρίως η υπέροχη θέα στην πόλη και στις κορυφές του Μίστι, του Τσατσάνι και του Πίτσου Πίτσου κατατάσσουν τη Γιαναουάρα στα κυριότερα αξιοθέατα της Αρεκίπα, ειδικά για τους φίλους της φωτογραφίας, οι οποίοι στήνονται στην ανατολική πλευρά του πάρκου με θέα προς το κέντρο της πόλης. Ακριβώς κάτω από το παρατηρητήριο με τη θέα στην πόλη υπάρχει το Μουσείο Οίνου και Πίσκο, του εθνικού ποτού του Περού. Άλλα αξιοθέατα της συνοικίας αυτής είναι η Πλατεία Αγίου Φραγκίσκου, με το μοναστήρι το οποίο στεγάζει άμφια και έργα τέχνης, εκκλησίες από λευκή ηφαιστειακή πέτρα, αλλά και τα γραφικά εστιατόριά της.

Η επίσκεψη στην Αρεκίπα θα είναι ημιτελής αν δεν περιλαμβάνει τουλάχιστον μία - δύο εκδρομές στις γύρω περιοχές. Παραδοσιακά χωριά, κοιλάδες, φαράγγια (όπως το περίφημο Κάλκο), πεζοπορία, ιππασία, φλαμίνγκο, τροπικά πτηνά, τοπικά ζώα όπως κόνδορες, λάμα και αλπακά, φυτείες, λίμνες σε υψόμετρο, δίνουν πλήθος επιλογών για ημερήσιες εκδρομές.

Αφήνοντας την Αρεκίπα για να συνεχίσω ανατολικότερα, ήπια ένα pisco sour "για τον δρόμο", κοκτέιλ με το τοπικό λικέρ πίσκο, χυμό λάιμ, ζάχαρη, αγκοστούρα, ασπράδι αυγού και πάγο. Ο μπάρμαν μου πρότεινε να βάλει μέσα και φύλλα κόκας. Είναι απολύτως νόμιμα στο Περού και στην Βολιβία και βοηθούν τον πληθυσμό και ακόμη περισσότερο τους επισκέπτες που δεν έχουν εμπειρία από τέτοια μέρη να αντέξουν το υψόμετρο, καθώς η διαφορά πυκνότητας οξυγόνου, ατμόσφαιρας και πίεσης μπορεί να προκαλέσει από ελαφρά ζαλάδα ή πονοκέφαλο μέχρι ναυτία.

 

 

1. Στην κλειστή αγορά

2. Τοπικές γεύσεις: Ροκότο ρεγιένο και μπίρα από καλαμπόκι

3. Στο μοναστήρι της Σάντα Καταλίνα

4. Αλπακά. Το μεταξένιο, γυαλιστερό και ανθεκτικό μαλλί αυτού του ζώου των Άνδεων, το οποίο πολλοί μπερδεύουν με το λάμα, είναι περιζήτητο στο όλο τον κόσμο

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Το "αφήγημα"

Σε κάθε περιστατικό ακροδεξιάς βίας σκάνε μύτη οι “ισαποστάκηδες”. "Πώς τολμάει και μιλάει ο ΣΥΡΙΖΑ για επιθέσεις μίσους;" αναρωτιούνται. Αυτοί δεν δίχασαν την κοινωνία στις πλατείες των...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο