Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Στα γκουλάγκ του Καζακστάν

Άουσβιτς... «Χωράφια Εκτελέσεων» Ερυθρών Χμερ... Χιροσίμα της ατομικής βόμβας... Γκορέ της διαλογής μαύρων για τις φυτείες του "Νέου Κόσμου"... Τζουφουρέ του Κούντε Κίντε και των σκλάβων του «Roots»... «Μητέρες της Πλατείας του Μαΐου» στο Μπουένος Άιρες... «Μαύρη Τρύπα» της Καλκούτας... Σφαγές του Αμριτσάρ... Μνημείο Πίτερσον και αγριότητας του Απαρτχάιντ στο Σοβέτο... «Κρανίου τόποι» από αμερικανικές ναπάλμ στη Γαλλική Ινδοκίνα... Ισοπεδωμένη από Χαφέζ Αλ Άσαντ Χομς... Τλατελόλκο αζτέκικων ανθρωποθυσιών, βασανιστηρίων των ιεροεξεταστών και χιλιάδων νεκρών διαδηλωτών του 1968... Απομεινάρια Γκέτο της Βαρσοβίας... Μουσείο Γενοκτονίας Αρμενίων στο Ερεβάν... Αυτές και δεκάδες ακόμη τοποθεσίες, ταυτισμένες με μικρές και μεγάλες καθεστωτικές αγριότητες δικτατόρων, εκλεγμένων κυβερνήσεων, χριστιανών, βουδιστών, Ευρωπαίων, Ασιατών, «πολιτισμένων» και «υπανάπτυκτων», τις οποίες είχα επισκεφθεί τα προηγούμενα χρόνια, δεν στάθηκαν ικανές να με «εθίσουν» στις απάνθρωπες πρακτικές εξουσιαστών. Έτσι, τα ίδια συναισθήματα θλίψης και οργής ένιωσα και τον Οκτώβριο του 2017 όταν επισκέφθηκα στο Καζακστάν τα περιβόητα γκουλάγκ της σταλινικής απολυταρχίας και της ηθικής ή και φυσικής εξόντωσης των αντιπάλων του "Πατερούλη".

Από ιδιοτροπία της τύχης, το δεύτερο γκουλάγκ που επισκέφθηκα στις 22 Οκτωβρίου, συνέπεσε με την πρωτοφανή σε συμμετοχή επίσκεψη - προσκύνημα Ελλήνων αριστερών την ίδια ημέρα σε ένα άλλο κολαστήριο, εκείνο της Μακρονήσου. Κάτι που μου επανεπιβεβαίωσε ότι μόνο ανιστόρητοι ταυτίζουν την καθεστωτική σκαιότητα με έθνη (είτε λέγονται Γερμανοί είτε Αμερικανοί είτε Βέλγοι), με ιδεολογικά ρεύματα (είτε λέγονται «Πολιτιστική Επανάσταση» είτε «Γ’ Ράιχ» είτε «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών») ή με θρησκεύματα (είτε πρόκειται για βουδιστές σφαγείς των μουσουλμάνων Ροχίγια στη Μιανμάρ είτε για τις φυλακίσεις χριστιανών ιεραποστόλων στην αθεϊστική Βόρεια Κορέα).

 

Αλζίρ

 

Όπως και σε άλλα ανάλογα μέρη, έτσι και στα γκουλάγκ του Καζακστάν αισθάνθηκα, όπως και οι περισσότεροι άλλωστε, στο μέτρο που μπορεί να αισθανθεί ένας απλός επισκέπτης χρόνια μετά, τι μπορεί να σημαίνει οδύνη, απόγνωση και τρόμος εν μέσω μυρωδιάς ιδρώτα και αίματος, σε θερμοκρασίες εξοντωτικές για κατάδικους καταναγκαστικών έργων και σε εξαντλητικά ωράρια εργασίας. Τα δύο στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας που επισκέφθηκα ήταν το διαβόητο γκουλάγκ Καρλάγκ στην περιοχή της Καραγκάντα και το επίσης ευρισκόμενο στο Καζακστάν στρατόπεδο εργασίας Αλζίρ, όπου φυλακίζονταν σύζυγοι αντιφρονούντων από το σταλινικό καθεστώς. Το καθεστώς αυτό επικαλούταν την «οικογενειακή ευθύνη» (κάτι που έκαναν και οι ναζί) και τιμωρούσε σε έξι με οκτώ χρόνια εγκλεισμό σε στρατόπεδα εργασίας γυναίκες οι οποίες αρνούνταν με θαυμαστή αξιοπρέπεια και υπό εξαιρετικά σκληρές συνθήκες να αποκηρύξουν δημόσια τους αντιφρονούντες συζύγους τους, όπως τους ζητούσε η εξουσία, προκειμένου να ταπεινώσει χιλιάδες οικογένειες με εκβιαστικούς ενδοοικογενειακούς «δωσιλογισμούς».

Αρχές Οκτωβρίου επισκέφθηκα την "καρδιά του τέρατος" του συμπλέγματος των γκουλάγκ του Καζακστάν, που χτυπούσε στο χωριό Ντολίνκα, μερικές δεκάδες χιλιόμετρα έξω από τη δεύτερη σε πληθυσμό πόλη της χώρας, την Καραγκάντα, που, ίσως όχι τυχαία θα μπορούσε κάλλιστα να σκεφτεί κάποιος, σημαίνει «μαύρη πόλη». Σε αυτό το χωριό, που αριθμεί μόλις 5.000 κατοίκους, βρισκόταν το διοικητήριο του Καρλάγκ, μια σύνθετη ονομασία από δύο συγκοπτόμενες λέξεις: «ΚΑΡ-αγκάντα» και "Γκου-ΛΑΓΚ" ήτοι Γκουλάγκ της Καραγκάντα, τα γκουλάγκ όχι απλώς της πόλης, αλλά της ευρύτερης αυτής περιφέρειας του Καζακστάν που πήρε το όνομα της πρωτεύουσάς της και των οποίων ο χάρτης ξεπερνά σε έκταση την Ελλάδα.

Η Καραγκάντα υπήρξε έβδομος κατά σειρά σταθμός στο ταξίδι μου στο ανατολικό τμήμα της Κεντρικής Ασίας. Έφτασα σε αυτή ξεκινώντας από την Αράλη, ακόμη έναν τόπο όπου οι Σοβιετικοί πραγματοποίησαν ένα ασύλληπτης έκτασης έγκλημα, άμεσα οικολογικής φύσης και έμμεσα κοινωνικής, προκαλώντας ανεργία και οικονομική μετανάστευση, όταν μετέτρεψαν το μεγαλύτερο μέρος της αλμυρής αυτής λίμνης σε έρημο. Για να φτάσω, όμως, χρειάστηκε να αλλάξω όχι μόνο δύο τρένα, με το δεύτερο για διαδρομή 26 ωρών, αλλά και δύο εποχές. Αναχώρησα από τον ενδιάμεσο σταθμό, την πόλη Κυζυρολντά, όπου πέρασα μια ημέρα περιμένοντας την ανταπόκριση του τρένου, με πουκάμισο στη λιακάδα και βγαίνοντας από το βαγόνι στην πλατφόρμα του σιδηροδρομικού σταθμού της Καραγκάντα βρέθηκα σε χιονοθύελλα και στους 8 βαθμούς υπό το μηδέν, με φόντο έναν κόκκινο ουρανό.

Το πρώτο που φρόντισα να κανονίσω μόλις εγκαταστάθηκα στο ξενοδοχείο ήταν να βρω ταξί και να παζαρέψω μια όσο χαμηλότερη τιμή γινόταν για δύο ώρες διαδρομή πήγαινε - έλα (αφού ταξί στην Ντολίνκα θα ήταν απίθανο να βρω) και αναμονή για όσο διάστημα θα χρειαζόμουν να περιηγηθώ στον χώρο του διοικητηρίου, το οποίο έχει μετατραπεί σε μουσείο με υλικό, ντοκουμέντα, αφηγήσεις και ιστορική παρουσίαση του γκουλάγκ.

Το χιονισμένο τοπίο σε όλη τη διαδρομή, ο καλυμμένος από πυκνά σύννεφα μουντός ουρανός, οι καπνοί από τα φουγάρα των εργοστασίων και το τσουχτερό κρύο βγαίνοντας από το ταξί ήταν η πιο «ταιριαστή» εισαγωγή στην περιήγηση που θα ακολουθούσε. Το μόνο φωτεινό στοιχείο που είδα πριν μπω στο διοικητήριο -και πλέον μουσείο- ήταν η καλά συντηρημένη λευκή πρόσοψη του κτηρίου με το χαρακτηριστικό κόκκινο αστέρι πάνω από την είσοδο.

Δεδομένου ότι στις δύο εβδομάδες που είχα ήδη περάσει στο Καζακστάν δεν είχα δει ούτε έναν Ευρωπαίο ή Αμερικανό τουρίστα, ήταν και αναμενόμενη, και καλοδεχούμενη βεβαίως, η «ιδιωτική» ξενάγηση που είχα, χάρη στην οποία αφενός είχα την ευχέρεια να κάνω ερωτήσεις που δεν θα εύρισκα την ευκαιρία να υποβάλω αν υπήρχαν κι άλλοι επισκέπτες, αλλά και να βρουν τη διάθεση και τον χρόνο οι ξεναγοί να μου εξηγήσουν αυτοβούλως κάποια πράγματα παραπάνω από αυτά που συνηθίζουν και τα οποία ομολογουμένως αποδείχθηκαν ιδιαίτερα κατατοπιστικά.

 

Στον ζόφο του Καρλάγκ

 

Μπαίνοντας στον χώρο των εκθεμάτων, με καλωσόρισε μια γιγάντια φωτογραφία του βλοσυρού Στάλιν και μπροστά του ένα μοντέλο παρατηρητηρίου - σκοπιάς. Οι συνειρμοί άρχισαν να με προϊδεάζουν για τη συνέχεια, καθώς το σχήμα του ήταν ολόιδιο με το πανύψηλο παρατηρητήριο που είχα δει τέσσερα χρόνια νωρίτερα σε μια άκρη του Άουσβιτς - Μπιρκενάου.

Τα πρώτα εκθέματα, «εισαγωγικά» θα μπορούσε να τα χαρακτηρίσει κάποιος για εκείνα που θα έπονταν, ήταν φωτογραφίες, σχέδια και στοιχεία για τον λιμό που έπληξε 36 επαρχίες της Ευρασίας, κυρίως λόγω των πολιτικών της Μόσχας την περίοδο 1919 - 1923, της οπισθοδρόμησης της αγροτικής παραγωγής και οικονομίας, του εμφυλίου πολέμου, των κατασχέσεων της άνοιξης του 1920, της καταστροφής της ιδιωτικής οικονομίας και της ξηρασίας του 1921. Σκελετωμένα παιδιά 5 και 6 χρόνων, κάποια με τυμπανισμό, πολλά ακινητοποιημένα ομαδικά σε κρεβάτια, ανίκανα να κουνηθούν, ομαδικοί τάφοι αποστεωμένων πτωμάτων με μόνη επιμέλεια των σορών έναν σλαβικό σταυρό με δύο οριζόντιες και μία διαγώνια τοποθετημένες σανίδες στερεωμένες σε μια μεγαλύτερη κάθετη, γονείς με εκφράσεις και στάσεις απόγνωσης και κάποια πεινασμένα παιδιά που, αν και ετοιμοθάνατα, σχηματίζουν αυθόρμητα αθώο χαμόγελο, αντικρίζοντας πιθανότατα για πρώτη φορά φακό φωτογραφικής μηχανής. Και σε διπλανό πίνακα οι ψυχροί αριθμοί: πάνω από 1,3 εκατομμύρια πεινασμένοι στο Καζακστάν τον Νοέμβριο του 1921 και άλλα 1,5 εκατομμύρια τον Μάρτιο του 1922, με 1 εκατομμύριο εν τέλει τους νεκρούς από τον λιμό.

Προχωρώντας στον διπλανό διάδρομο, το βλέμμα μου έπεσε σε μια χρυσαφί προτομή κάποιου άνδρα με ύφος ιεροεξεταστή, μουστάκι, υπογένειο και ασιδέρωτο γιακά. Επρόκειτο για τον πιο στυγνό διώκτη αντιφρονούντων, τον διαβόητο "Σιδερένιο Φέλιξ" (Φέλιξ Ντζερζίνσκι), πρώτο πρόεδρο της Πανρωσικής Επιτροπής Εξορίσεων και δημιουργό της υπηρεσίας ασφάλειας Τσεκά, που έμεινε γνωστή κυρίως για τις εκτελέσεις διαφωνούντων με συνοπτικές διαδικασίες. Εντύπωση μου προκάλεσε και η ασπρόμαυρη φωτογραφία του Αντρέι Γιανουάρεβιτς Βισίνσκι, του καθεστωτικού εισαγγελέα στις Δίκες της Μόσχας. Τα φαρδιά πέτα με το σταυρωτό κούμπωμα και το λευκό χιαστί σύμβολο, που αυτόματα μου προκάλεσε συνειρμό με το σύμβολο των ανοιγμένων φτερών του αετού, όπως και το βλοσυρό βλέμμα, τα σφιγμένα χείλη, το ξυρισμένο κεφάλι και οι κλάρες στους γιακάδες του γνωστού για τις απάνθρωπες πρακτικές του επίτροπου Εσωτερικών Υποθέσεων Ιβάν Ιβάνοβιτς Μασλένικοφ στη διπλανή φωτογραφία, μου θύμισαν ανάλογα στυγνά πρόσωπα και επιβλητικά φωτογραφικά στησίματα ναζιστών αξιωματούχων.

Η πρώτη φωτογραφία που μου προκάλεσε αίσθημα οργής ήταν ένας παραστρατιωτικός -αυτό συμπέρανα κρίνοντας από το πηλίκιό του-, ο οποίος φαινόταν να χτυπά με τον υποκόπανο στον ώμο έναν κρατούμενο που φέρει τον αριθμό 13367 και σε ηλικία που θα μπορούσε να έχει ο πατέρας του, προφανώς επειδή δεν έχει στοιχηθεί σωστά με τον μπροστινό του στον βηματισμό που τους επιβάλλουν οι «αναμορφωτές των εχθρών της εργατικής τάξης» ή, πιο απλά, των διαφωνούντων με το σταλινικό καθεστώς.

Εντύπωση μου προκάλεσε ένα ιδιαίτερο έκθεμα, το ημερολόγιο που κρατούσε κάποιος από τους υπό «αναμόρφωση» σκλάβους - «εχθρούς της εργατικής τάξης». Κάθε ημέρα του μήνα ξεκινούσε με έναν τεράστιο αριθμό, την ημερομηνία, σε τετραγωνισμένο πλαίσιο και με διαφορετικό για κάθε ημέρα χρώμα στο φόντο, με προσεγμένη καλλιγραφία, αλλά με γραφικό χαρακτήρα πίσω από την καλλιγραφία αυτή που ακόμη και σε έναν ερασιτέχνη χομπίστα γραφολόγο μαρτυρά απαισιοδοξία.

Επόμενο αξιοσημείωτο έκθεμα ήταν ένας στενόμακρος μεταλλικός σωλήνας τον οποίο χτυπούσαν οι δεσμοφύλακες όταν ήθελαν να συγκεντρώσουν τους έγκλειστους. Το γράμμα «γάμμα» που σχηματίζει η κάθετη μεταλλική κολώνα που καταλήγει σε οριζόντια σχηματίζοντας γωνία 90 μοιρών σε συνδυασμό και με την τριγωνική «γωνία» του μετάλλου εκεί όπου συνδέονται τα δύο σκέλη θυμίζουν αμέσως κρεμάλα. Πολύ περίεργη «σύμπτωση», για να μην αποτελεί ταυτόχρονα και όργανο υποσυνείδητου εκφοβισμού.

Ασφαλώς θα προκαλεί σοκ σε κάθε ανυποψίαστο επισκέπτη ένα τεράστιο δωμάτιο με κιτρινισμένους τοίχους, με μια σχάρα υπονόμου στο πάτωμα η οποία σκεπάζει ένα πηγάδι. Το πηγάδι αυτό, περίπου στο ύψος ενός ανθρώπου, ήταν ένα είδος απομόνωσης για απείθαρχους κρατούμενους. Όπου «απείθαρχος» εννοείτο ακόμη και κάποιος που μιλούσε εν ώρα εργασίας με τον διπλανό του. Καθώς κοιτούσα το «πηγάδι», η ξεναγός μου είπε ότι για να είναι ακόμη μεγαλύτερη η τιμωρία του «εχθρού της εργατικής τάξης», άδειαζαν πάνω του από τις τρύπες της σχάρας κουβάδες με παγωμένο νερό. Με τη θερμοκρασία στους -3 Κελσίου εκείνη την ώρα στην Καραγκάντα, ούτε που θα ήθελα να φανταστώ τι αίσθηση θα προκαλούσαν οι κουβάδες με παγωμένο νερό σε μια περιοχή όπου τον χειμώνα ο υδράργυρος πέφτει ακόμη και στους -40 Κελσίου.

Έπειτα από όλα αυτά μου φάνηκε «φυσικό» τα κρεβάτια όπου κοιμόντουσαν οι κρατούμενοι να μην ήταν ακριβώς ορισμός του πεντάστερου ξενοδοχείου. Διώροφες κουκέτες από ξύλινα παλούκια που συγκρατούσαν σανίδες πάνω στις οποίες ήταν στρωμένο άχυρο. Το ίδιο ταιριαστός με την εικόνα αυτή ήταν και ο φωτισμός του κοιτώνα, ένα πλατύ, κάπως στρογγυλό - κάπως κωνικό μέταλλο που κρεμόταν από την οροφή, μέσα στο οποίο «βίδωνε» η λάμπα.

Η φαντασία του επισκέπτη θα μπορούσε να οργιάσει με τον πιο αρρωστημένο τρόπο στη σκέψη του πως ένας διεστραμμένος σαδιστής, από αυτούς οι οποίοι έχουν όνειρο ζωής να φορέσουν μια στολή έτσι ώστε να έχουν και την νόμιμη κάλυψη και το «καθήκον» να εκδηλώνουν τα άγρια ένστικτά τους, θα χειριζόταν τις αλυσίδες με τις τεράστιες χειροπέδες που κρέμονταν από το ταβάνι ενός διπλανού θαλάμου και μια τροχαλία εγκατεστημένη και αυτή στο ταβάνι σε μισό μέτρο απόσταση.

Πραγματικά «ατμοσφαιρικός» ήταν ο «θάλαμος υποδοχής» των κρατουμένων. Ο νεοφερμένος στα στρατόπεδα εργασίας καθόταν σε ένα ξύλινο κάθισμα με την πλάτη σε ένα λευκό φόντο. Απέναντι από το κάθισμα αυτό τον «σημάδευε» μια τρίποδη κάμερα που τον φωτογράφιζε με τη νέα του ταυτότητα ή, ορθότερα, με τη νέα του ζωή χωρίς ταυτότητα. Χωρίς τα ρούχα του πολίτη πια, με έναν αριθμό στη φόρμα στο ύψος του στήθους, ήταν εξαφανισμένος από τους ανθρώπους και κανείς δεν θα μάθαινε γι’ αυτόν. Ακόμη δε και στο ενδεχόμενο να δραπέτευε από τα κολαστήρια των επιστρατευμένων στον ιερό σκοπό της «οικοδόμησης του σοσιαλισμού», όχι μόνο δεν θα μπορούσε να ζήσει ως κανονικός πολίτης με το πραγματικό του όνομα και μια νόμιμη εργασία, αλλά δεν θα μπορούσε καν να επιζήσει σε ένα απόλυτα συγκεντρωτικό σύστημα, όπου ακόμη και η εξασφάλιση του καθημερινού φαγητού βρισκόταν υπό τον έλεγχο του καθεστώτος.

 

Οι πίνακες

 

Ανάμεσα στους διωκόμενους από το σταλινικό καθεστώς περιλαμβάνονταν, όπως ήταν αναμενόμενο, και πολλοί καλλιτέχνες, διανοούμενοι και γενικότερα άνθρωποι του πνεύματος, καθώς πρόκειται για μια ιδιαίτερη ομάδα ανθρώπων που συμβιβάζεται δυσκολότερα με τη λογοκρισία, την απαίτηση των απολυταρχικών καθεστώτων για αυτολογοκρισία, το κλίμα εκφοβισμού και εν γένει την υποχρέωση να αρκούνται στην απλή επιβίωση χωρίς τη δυνατότητα για ελευθερία έκφρασης που είναι και η βασικότερη προϋπόθεση για να ασκήσουν το επάγγελμά τους. Ανάμεσά τους βρίσκονταν και αρκετοί ζωγράφοι. Παρ’ ότι οι εικαστικοί έμειναν «ανενόχλητοι» σε πολλές δικτατορίες -χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η δυναμική παρουσία των σουρεαλιστών στην Ελλάδα της μεταξικής δικτατορίας ή η ασυλία πολλών «αμφισβητιών» στην Ιταλία του Μουσολίνι-, τόσο οι ναζί όσο και οι σοβιετικοί κυνήγησαν με μανία τους ασυμβίβαστους καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων και ζωγράφους.

Μια αίθουσα στο μουσείο του Καρλάγκ είναι αφιερωμένη σε έργα ζωγράφων που τα δημιούργησαν στα σταλινικά κάτεργα. Ένας πίνακας φέρει τον τίτλο «Ο δρόμος προς την Κόλαση», όπου ένα γυναικείο πρόσωπο με έκφραση φόβου και ένα ανδρικό που εκφράζει απόγνωση απεικονίζονται να αποζητούν τη συμπόνοια του παρατηρητή, ενώ στο κάτω μέρος ένα πλάσμα, που μοιάζει λίγο με μωρό, λίγο με συμπαθητικό τερατάκι και λίγο με ξωτικό, χαμογελά. Σε άλλον απεικονίζεται μια μακρόστενη, σχεδόν λιπόσαρκη σαν ήρωες του Δομίνικου Θεοτοκόπουλου ασκητική μορφή με μυτερή γενειάδα.

 

Στο κολαστήρια της «οικογενειακής ευθύνης»

 

Μερικές εβδομάδες μετά το Καρλάγκ, επισκέφθηκα προς το τέλος του Οκτωβρίου του 2017 το γκουλάγκ Αλζίρ, το οποίο επίσης έχει μετατραπεί σε μουσείο.

Περνώντας την αυλόπορτα, στα αριστερά μου είδα ένα μικρό ξύλινο βαγόνι στο οποίο στοιβάζονταν η μία πάνω στην άλλη ακόμη και εβδομήντα γυναίκες οι οποίες μεταφέρονταν από όλες τις γωνιές της ΕΣΣΔ, από Βαλτική μέχρι Κεντρική Ασία στο στρατόπεδο, όπου έπειτα από ανάκριση και με συνοπτικές διαδικασίες τους επιβάλλονταν προαποφασισμένες ποινές, κατά κανόνα μεταξύ έξι και οκτώ χρόνων. Σε ένα μνημείο από μαύρο μάρμαρο είναι σκαλισμένα με αλφαβητική σειρά τα ονόματα των χιλιάδων γυναικών που πέρασαν από το κολαστήριο Ανζίρ. Πατατηρώντας τα ονόματα και τα βιογραφικά στοιχεία τους κάτω από τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες, μου έκανε εντύπωση ο αναλογικά μεγάλος αριθμός ποιητριών, ηθοποιών και Εβραίων. Μεγαλύτερη εντύπωση όμως μου έκαναν δύο συγκεκριμένες φωτογραφίες. Η μία ήταν κάποιας υπέργηρης «συζύγου προδότη της μητέρας πατρίδας» με τσεμπέρι και εμφανές πρόβλημα στο ένα μάτι. Αναρωτήθηκα πώς ήταν δυνατό να επιβιώσει τόσα χρόνια ένα σύστημα που έδειχνε τέτοιες παράλογες ανασφάλειες, ώστε να θεωρεί κατασκόπους, πράκτορες και κίνδυνο για το ίδιο υπέργηρες ταλαιπωρημένες επαρχιώτισσες...

Η δεύτερη φωτογραφία κρατούμενης ήταν της Λιθουανής, εβραϊκής καταγωγής ηθοποιού Ραχήλ Πλισέτσκαγια, μητέρας της κορυφαίας χορεύτριας Μάγια Πλισέτσκαγια. Ο λόγος που φυλακίστηκε ήταν πως αρνήθηκε να αποκηρύξει δημόσια ως «προδότη» τον σύζυγό της και γνωστό διπλωμάτη Μιχαήλ Πλισέτσκι, ο οποίος καταδικάστηκε και εκτελέστηκε με πραγματική αιτία, όπως πολλοί θεωρούν το ότι προσέλαβε τον γραμματέα του επίσης εκτελεσθέντος ως «προδότη» Γκριγκόρι Ζινόβιεφ.

Στα εκθέματα του Αλζίρ περιλαμβάνονται προσωπικά είδη των καταδικασμένων, από αρώματα και χειροτεχνήματά τους μέχρι μύλοι του καφέ, αργαλειοί, βαλίτσες, τσάντες, σίδερα κάρβουνου, αναπαραστάσεις θαλάμων, γραφείων ανάκρισης με κόκκινα λάβαρα, χειροπέδες, πορτρέτα ενός βλοσυρού Στάλιν και μια γραφομηχανή έτοιμη να τυπώσει την καταδικαστική ετυμηγορία, μακέτες, στατιστικά στοιχεία.

Ενδιαφέρον έχει ένας πίνακας με τις συνολικά εξήντα δύο εθνικότητες των φυλακισμένων στο Αλζίρ την περίοδο 1938 - 1953. Ρωσίδες στην πλειονότητά τους και ακολουθούσαν σε αριθμό κατά σειρά Εβραίες, Ουκρανές και Πολωνίδες, ενώ ανάμεσά τους υπήρχαν και 14 Ελληνίδες καθώς ακόμη και καταγωγές από Ιγκουσετία, Οσετία, Ασσυρία, Αμπχαζία, Νταγκεστάν, Καμπαρντινία...

Βγαίνοντας από τον χώρο του μουσείου, είδα μια παράγκα με καγκελόφραχτα παράθυρα περικυκλωμένη από συρματόπλεγμα που ξεπερνά το ανθρώπινο ανάστημα και δίπλα στην πόρτα ένα καρότσι, πιθανότατα για τις αγγαρείες των φυλακισμένων. Όπως και στο γκουλάγκ της Καραγκάντα, έτσι και στο Αλζίρ, η θερμοκρασία βρισκόταν αρκετούς βαθμούς υπό το μηδέν, παρ’ ότι βρισκόμασταν ακόμη στο μέσο του φθινοπώρου. Ταιριαστό κλίμα με τον χώρο, σκέφθηκα, καθώς δύσκολα θα μπορούσα να φανταστώ τέτοια μέρη κάτω από καλοκαιρινό ήλιο.

 

Το «Βαγόνι του Στάλιν»

 

Το 1927 άρχισε να κατασκευάζεται στην Οδησσό ένας ειδικός τύπος ξύλινου βαγονιού που θα μετέφερε φυλακισμένους. Αυτοί μεταφέρονταν από όλα τα μέρη της ΕΣΣΔ για περισσότερο από δύο μήνες. Στο συγκεκριμένο βαγόνι, το οποίο οι φυλακισμένοι στο Αλζίρ ονόμαζαν «τεπλούσκα», που θα πει “καυτό βαγόνι”, στοιβάζονταν περισσότεροι από εβδομήντα κρατούμενοι σε διώροφες κουκέτες από σανίδια, κλειδωμένοι με λουκέτο σε μια σιδερένια καγκελωτή πόρτα και με μόλις ένα μικρό παράθυρο με πέντε κάθετα κάγκελα και τρία οριζόντια στην κορυφή.

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια