Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Νυχτερινή ανάβαση στα 2.243 μέτρα!

Στην κορυφή του Αδάμ στη Σρι Λάνκα

Κείμενο - φωτογραφίες: ΘΑΝΟΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ

Οι παλιότερες παραστάσεις του Βούδα ήταν ανεικονικές - μη ανθρωπομορφικές. Αυτό δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιων απαγορεύσεων, όπως συμβαίνει λόγου χάρη στον Ιουδαϊσμό ή στο Ισλάμ, αλλά ένδειξη ότι, έχοντας περάσει ο Βούδας στη Νιρβάνα, έχει ξεφύγει και από τις ανθρώπινες μορφές. Έτσι, παριστανόταν με σύμβολα, όπως ο Τροχός του Νόμου, το δέντρο μπόντι, ο άδειος θρόνος, το παρασόλι, η στούπα (ημισφαιρικό κτίσμα που περιέχει κειμήλια βουδιστών, συνήθως την τέφρα μοναχών) και το αποτύπωμα του ποδιού. Ειδικά όσον αφορά το τελευταίο αυτό σύμβολο, πολλές παραδόσεις αναγνωρίζουν σε φυσικούς σχηματισμούς, κυρίως σε βράχους, το αποτύπωμα του ποδιού που άφησε ο ίδιος ο Βούδας όταν είχε πάρει ανθρώπινη μορφή.

Το ιερό αποτύπωμα

Σύμφωνα με την ταϊλανδική παράδοση, αποτυπώματα του Βούδα συναντάμε στο όρος Σουβαναμαλίκ, το όρος Σουβαναμπανμπότ, το όρος Σουμανακούτα, στην πόλη της Γιονακαπούρα και την όχθη του ποταμού Ναμαντανάντι. Άλλα μέρη όπου βρίσκονται αποτυπώματα του πέλματος του Βούδα είναι ο ναός Φα Μπάατ Φονσάν, 80 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της πρωτεύουσας του Λάος Βιεντιάν, η κορυφή του λόφου Πνομ Σαντούκ στην Καμπότζη και η Τσουν Φενγκ, κεντρική κορυφή του Βου Τάι Σαν, του «Βουνού με τις Πέντε Κορυφές» στην Κίνα.

Ένα μέρος όπου πιστεύεται ότι άφησε το μήκους 1,8 μέτρων αποτύπωμά του ο Βούδας βρίσκεται και στη Σρι Λάνκα και πρόκειται για το όρος Σρι Πάντα στο κέντρο του νησιού. «Σρι Πάντα» σημαίνει ακριβώς αυτό, «Ιερό Αποτύπωμα Ποδιού». Σε αντίθεση όμως με τις περισσότερες τοποθεσίες με ανάλογα αποτυπώματα ποδιού του Βούδα, το Σρι Πάντα διεκδικούν ακόμη ο Ινδουισμός, που είναι η δεύτερη θρησκεία της Σρι Λάνκα, αλλά και οι δύο μονοθεϊστικές θρησκείες, το Ισλάμ, που έχει και αυτό ισχυρή παρουσία στο νησί, και ο Χριστιανισμός. Έτσι, το ίδιο βουνό ονομάζεται και «Κορυφή του Αδάμ», αφού μουσουλμάνοι και χριστιανοί πιστεύουν πως πρόκειται για το αποτύπωμα του γενάρχη του ανθρώπινου γένους και εκεί πρωτοπάτησε μόλις εκδιώχθηκε από την Εδέμ, ορισμένοι Χριστιανοί πιστεύουν πως πρόκειται για το αποτύπωμα του Αγίου Θωμά, ενώ οι Ινδουιστές θεωρούν πως πρόκειται για το αποτύπωμα του ποδιού του θεού Σίβα και στη γλώσσα Ταμίλ το βουνό αποκαλείται Σιβανολιπάθα Μαλάι.

Με την όποια του ονομασία πάντως, καθώς ονομάζεται ακόμη στα σιναλέζικα Σαμαναλακάντα, δηλαδή «Βουνό της Πεταλούδας» (σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, η ονομασία δόθηκε προς τιμή του θεού Σαμάν, που λέγεται πως ζει στο βουνό) στα αραβικά «Αλ Ροχούν», ενώ διεθνώς γνωστό είναι με την αγγλική του ονομασία Adam’s Peak, το ύψους 2.243 μέτρων βουνό αποτελεί προσκυνηματικό τόπο των απανταχού βουδιστών.

Το Σρι Πάντα αναφέρεται για πρώτη φορά ως «Σαμανθακούτα» στο χρονικό του 4ου αιώνα Ντιπαβάμσα και ακολούθως σε ένα άλλο χρονικό του 5ου αιώνα, το Μαχαβάμσα, όπου αναφέρεται ότι ο Βούδας ανέβηκε στην κορυφή του βουνού.

10.400 σκαλιά

Ήταν περασμένες 12 τα μεσάνυχτα όταν ξεκίνησα από τη βάση του βουνού την ανάβαση, σχεδόν δύο ώρες αφότου άφησα με νοικιασμένο αυτοκίνητο την πόλη Κάντι, όπου θα επέστρεφα το επόμενο απόγευμα. Από μακριά φαινόταν ένα τεράστιο φωτεινό φίδι να ανεβαίνει στην κορυφή. Επρόκειτο για τα φανάρια των περιπτέρων, των καταστημάτων, των εστιατορίων και των ιερών που εξαπλώνονταν σε όλο το μήκος της ανηφορικής διαδρομής.

Μέσα στο σκοτάδι που περιτύλιγε αυτό το φωτεινό φίδι ήταν αδύνατο να προσδιορίσεις ακριβώς την απόσταση και την κλίση της διαδρομής. Ήξερα μόνο από τον τουριστικό οδηγό ότι επρόκειτο για μια διαδρομή που περιελάμβανε 5.200 σκαλιά, άρα σε σύνολο ανάβασης - κατάβασης 10.400 σκαλιά. Με τη διαφορά όμως ότι αυτά δεν ήταν συνεχόμενα, υπήρχαν πολλά μονοπάτια, ενώ άλλα σκαλιά ήταν τεράστια σε πλάτος και κυρίως σε μήκος και θύμιζαν διαδρόμους και άλλα, ειδικά αυτά που βρίσκονταν κοντά στην κορυφή, ήταν πολύ στενά και απότομα ανηφορικά το ένα μετά το άλλο και έπρεπε να κρατιέσαι -να τραβιέσαι στην ουσία- από μεταλλικά κάγκελα στα πλάγια για να συνεχίσεις το ανέβασμα.

Προσκυνητές από όλο τον κόσμο

Στη διαδρομή συνάντησα προσκυνητές από όλο τον κόσμο. Είδα από Κορεάτες μέχρι Ιάπωνες, είδα ηλικιωμένες να κάνουν την επίπονη αυτή διαδρομή ξυπόλητες, κάποιες άλλες τις μετέφεραν κάθε τόσο στους ώμους τους κάποιοι άνδρες, πιθανότατα οι γιοι τους, είδα γκρουπ τουριστών, κυρίως από βουδιστικές ασιατικές χώρες, περιέργως δεν πέτυχα κανέναν Δυτικό, ενώ σε κάθε ιερό ή βωμό στη διαδρομή στέκονταν προσκυνητές και προσεύχονταν. Και βέβαια, ανά μερικά μέτρα, σε κάποιο από τα εκατοντάδες καταστήματα - κιόσκια συναντούσα οδοιπόρους να ξεκουράζονται τρώγοντας ρύζι με κάρι ή πίνοντας κάποιο αναψυκτικό ή τσάι.

Έπειτα από πολλές στάσεις, μια και η διαδρομή ήταν επίπονη -αναρωτιέμαι πώς θα τολμούσε άραγε ένας μεγάλης ηλικίας καπνιστής να πάρει την απόφαση να κάνει αυτήν τη διαδρομή, εξαιρέσει των προσκυνητών, στους οποίους η πίστη λειτουργεί και ως ψυχοσωματικό τονωτικό-, έφτασα στην κορυφή λίγο πριν τις 4 τα ξημερώματα και αφού στο μεταξύ πάνω από τα κοντομάνικα Τ-shirts με τα οποία είχα ξεκινήσει την ανάβαση είχα φορέσει μακρυμάνικο πουκάμισο, καθώς η θερμοκρασία έπεφτε σταθερά όσο ανέβαινα. Ομολογώ πάντως ότι στάθηκα τυχερός, μια και κάποιος που πιθανότατα είχε κάνει την ίδια διαδρομή αντίστροφα, κατεβαίνοντας δηλαδή, πριν από μερικές ώρες είχε αφήσει δίπλα στο μονοπάτι ένα χοντρό κλαδί δένδρου που μου χρησίμευε για ορειβατικό μπαστούνι και η διαδρομή αποδείχτηκε λιγότερο επίπονη από ό,τι θα ήταν χωρίς αυτή την ανέλπιστη απόκτηση της μαγκούρας.

Στην κορυφή είχε φτάσει ήδη νωρίτερα εκατοντάδες ακόμη κόσμος, ενώ ο μεγάλος όγκος προσκυνητών βρισκόταν ακόμη πίσω μου μια και ήθελε ώρα για να ξημερώσει.

Πρωινή λειτουργία στην κορυφή του βουνού

Με το που άρχισε να ανατέλλει ο ήλιος, το θέαμα ήταν μαγευτικό και η αίσθηση μοναδική, παρ’ ότι το μέρος ήταν γεμάτο από κόσμο. Άλλωστε, βρισκόμασταν στην κορύφωση της προσκυνηματικής περιόδου στο Σρι Πάντα, η οποία διαρκεί από τον Δεκέμβριο ενός έτους έως τον Απρίλιο του επομένου. Η αίσθηση της κατάκτησης μιας κορυφής -ειδικά αν δεν είσαι συνηθισμένος σε ορειβασίες, και ότι βρίσκεσαι σε κάποιον ιερό προσκυνηματικό τόπο, όπως μαρτυρά άλλωστε και το ίδιο το όνομα του βουνού, το πανδαιμόνιο ήχων από τις δύο καμπάνες στην κορυφή και τα μουσικά όργανα που χαιρετούσαν τελετουργικά την ανατολή του ήλιου στην πρωινή λειτουργία «πουτζάβα», με τα κεφάλια των μουσικών τυλιγμένα σε λευκά τουρμπάνια, η πεδιάδα χαμένη κάτω από τα σύννεφα που ένιωθες να περιτυλίγουν τον κόσμο στην κορυφή αλλά και τον καθένα ξεχωριστά σε κάποια σημεία αποτέλεσαν μια εμπειρία μοναδική. Πιο δίπλα, προσκυνητές προσεύχονταν στο «Λυχνάρι των 12 μηνών», μοναχοί με πορτοκαλί ρόμπες διαλογίζονταν κοιτώντας προς τον ήλιο, ιερείς πήγαιναν και έρχονταν ανάμεσα σε πιστούς.

Θα περίμενε κανείς ότι η κατάβαση, όταν μάλιστα αυτή γινόταν με το φως της ημέρας, θα ήταν πιο εύκολη. Κι όμως, το κατέβασμα των απότομων μικρών σκαλιών στην κορυφή και των μονότονων μεγάλων σκαλιών που απαιτούσαν μεγάλο άνοιγμα των ποδιών στη συνέχεια καταπονούσαν για ώρα τα γόνατα όσων κατέβαιναν. Το ευχάριστο πάντως που με έκανε να ξεχνώ την κούραση ήταν η θέα και τα ουκ ολίγα αξιοθέατα που συνάντησα, από ινδουιστικούς βωμούς και αγάλματα με ξαπλωμένους Βούδες μέχρι ναούς του θεού Σαμάν, του Σαμάν Ντεβίγιο. «Σαμάν» θα πει «Ανατέλλων Ήλιος» και ο Μάχα Σουμάνα Σαμάν, όπως αναφέρεται, ο οποίος απεικονίζεται εστεμμένος με κοσμήματα να κρατά έναν λωτό στο δεξί του χέρι και με συντροφιά έναν λευκό ελέφαντα, θεωρείται ένας από τους προστάτες της Σρι Λάνκα και του Βουδισμού στη χώρα.

Έπειτα από αρκετές στάσεις για φωτογραφίες, μια και η πρωινή ώρα ενδεικνυόταν γι’ αυτές, για να απολαύσω το θέαμα, καθώς επίσης για τσάι και κάποιο ελαφρύ γεύμα, έφτασα στους πρόποδες του βουνού λίγο μετά τις 12 το μεσημέρι. Ακριβώς 12 ώρες αφότου ξεκίνησα την ανάβαση.

Πιστεύω ότι, όσα χρόνια και να περάσουν, αυτή η ανατολή του ήλιου θα μου είναι μία από τις ελάχιστες αξέχαστες της ζωής μου.

Και παρά την κούραση και το επίπονο ανέβα - κατέβα 10.400 σκαλιών και κάμποσων χιλιομέτρων, ευχαρίστως, πιστός στο αξίωμα «no pain, no gain», θα ξαναέκανα αυτή τη διαδρομή.

Επιστροφή στο Κάντι

Στον γυρισμό για το Κάντι άρχισα να ξεφυλλίζω ένα βιβλίο που αγόρασα σε κάποιο από τα δεκάδες καταστήματα με αναμνηστικά που βρίσκονταν στους πρόποδες του βουνού. Έπεσα πάνω στο σημείο όπου αναφερόταν στο Σρι Πάντα ο Μάρκο Πόλο, στους μουσουλμάνους που πήγαιναν να δουν τον τάφο του Αδάμ και τους βουδιστές που πήγαιναν να προσκυνήσουν τον τάφο του Βούδα το 1298, περνώντας προφανώς το γιγάντιο αποτύπωμα ποδιού για τάφο, αφού πιθανότατα κάποιοι φαντασιόπληκτοι ντόπιοι της εποχής θα τον είχαν πληροφορήσει πως όντως επρόκειτο για τάφο και όχι για αποτύπωμα. Και για να το αναφέρει ως τάφο, παρ’ ότι θα ήταν εύκολο να αντιληφθεί πως επρόκειτο για αποτύπωμα πέλματος, προφανώς θα ζύγιασε την απόσταση, θα υπολόγισε την κόπωση αν και ήταν ακόμη 44 ετών και θα σκέφτηκε πως θα ήταν καλύτερο να εμπιστευτεί τις περιγραφές και διηγήσεις των ντόπιων αντί να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι περί τίνος επρόκειτο. Αντίθετα δηλαδή με τον Άραβα περιηγητή Ιμπν Μπατούτα, ο οποίος σε ανάλογη ηλικία, στα 40 του, τόλμησε την ανάβαση στο βουνό, το οποίο ανέφερε ως Σαραντίμπ το 1344, περιγράφοντας μάλιστα τα σκαλιά και τα σιδερένια κάγκελα.

Αφήνοντας την περιοχή για να επιστρέψω στο Κάντι, στάθηκα να θαυμάσω και να φωτογραφίσω το κωνικό βουνό των 2.243 μέτρων και αισθάνθηκα μια πρωτόγνωρη ικανοποίηση για τον ορειβατικό μου άθλο.

Δείτε όλα τα σχόλια