Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μια μέρα στην "Παγόδα των Αρωμάτων"

Κείμενο - φωτογραφίες:

ΘΑΝΟΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ

 

13 Μαρτίου. Όπως και όλη αυτήν την εβδομάδα που βρίσκομαι στο Ανόι, το οποίο μου χρησίμευσε επί μία εβδομάδα ως κέντρο μονοήμερων ή και διήμερων διακοπών στα βόρεια του Βιετνάμ, όπως για παράδειγμα στον Κόλπο Χαλόνγκ απ’ όπου επέστρεψα χθες, ξυπνώ και σήμερα από τα μεγάφωνα της πόλης. Μεγάφωνα που μεταδίδουν κάθε πρωί κατά τις 6.30 στη διαπασών μουσική που περισσότερο θυμίζει εμβατήριο, με μια γυναικεία φωνή να ανακοινώνει από ειδήσεις για κάποιες νέες κυβερνητικές αποφάσεις και τον καιρό μέχρι την υπενθύμιση πως οι πολίτες οφείλουν να διατηρούν την πόλη καθαρή ή να εμβολιάζουν τα κατοικίδιά τους.

«Hanoi Hanna»...

Κάθε δημοτικό διαμέρισμα διαθέτει τα δικά του μεγάφωνα, όμως εγώ είχα την τύχη ή την ατυχία να πιάσω δωμάτιο σ’ ένα ξενοδοχείο δίπλα στα μεγάφωνα. Δεν παραπονιέμαι όμως. Πρόκειται για μια ακουστική εμπειρία που σε ελάχιστα σημεία του κόσμου μπορεί να την έχει κάποιος. Βγάζω το κινητό μου έξω από το παράθυρο και ηχογραφώ τη δυνατή φωνή και τα γρήγορα, σαν προστάγματα, λεγόμενα της εκφωνήτριας, η οποία μου θυμίζει την ιστορία της υπέργηρης σήμερα «Hanoi Hanna», όπως ήταν γνωστή η Τρινχ Θι Νγκο που στον πόλεμο μετέδιδε, στις συχνότητες που έπιαναν οι Αμερικανοί στρατιώτες, προπαγανδιστικές εκπομπές με μουσική και ειδήσεις για τις αντιπολεμικές διαδηλώσεις στις ΗΠΑ ή ακόμα και καταλόγους με τους νεκρούς και συλληφθέντες Αμερικανούς στις μάχες.

Προτελευταία ημέρα στο Βιετνάμ

Προτελευταία μου ημέρα στο Βιετνάμ, το οποίο γύρισα ερχόμενος από την Καμπότζη και αρχίζοντας την εξερεύνησή του από τον Νότο και το Χο Τσι Μινχ, όπως ονομάζεται πια η Σαϊγκόν, με σταθερή κατεύθυνση τον Βορρά και επόμενο σταθμό το Λάος. Έχοντας χρησιμοποιήσει ώς τώρα στη χώρα αεροπλάνο, ταξί, μηχανή, φέρυ, λεωφορείο και τραίνο, ολοκληρώνω σήμερα (αφού την αυριανή μέρα θα την αφιερώσω χαλαρά σε σουβενίρ, φωτογραφίσεις και επίσκεψη στο Μαυσωλείο του Χο Τσι Μινχ) τις εμπειρίες μου με τα μέσα μεταφοράς της χώρας με μίνι βαν, βάρκα και τελεφερίκ που θα χρησιμοποιήσω για να φτάσω σε 2,5 ώρες στον προορισμό μου. Αυτός βρίσκεται 70 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της πρωτεύουσας και δεν είναι άλλος από την Τσούα Χουόνγκ, τη γνωστή σε όλον τον κόσμο με την ονομασία «Παγόδα των Αρωμάτων», έναν από τους ιερότερους προσκυνηματικούς τόπους του Βιετνάμ. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται μόνο για μία αλλά για αρκετές παγόδες χτισμένες σε ένα συγκρότημα στην ορεινή περιοχή του Χουόνγκ Σον της επαρχίας Χα Τάυ.

Η Τσούα Χουόνγκ είναι διάσημη για το ετήσιο προσκύνημα των πιστών Βουδιστών, το οποίο πραγματοποιείται από το μέσον του πρώτου μήνα έως το μέσον του τρίτου του σεληνιακού έτους, δηλαδή κάπου μεταξύ των τελευταίων εβδομάδων του χειμώνα και των πρώτων εβδομάδων της άνοιξης. Δεδομένου ότι η χρονιά που διάλεξα να ταξιδέψω ξεκίνησε πριν ένα μήνα, στο μέσον του Φεβρουαρίου, βρισκόμαστε ακόμη στη μέση της προσκυνηματικής περιόδου. Αυτό έχει ένα καλό και ένα κακό. Το κακό είναι ότι θα βρεθώ ανάμεσα σε πλήθος κόσμου, κάτι που φαντάζομαι πως θα με δυσκολέψει αρκετά να δω από κοντά κάποιες λεπτομέρειες ή να φωτογραφίσω παγόδες, σπηλιές και ιερά χωρίς πολυκοσμία στο κάδρο.

Αξημέρωτα ξεκινούν οι προσκυνητές

Απ’ ό,τι έμαθα την προηγούμενη ημέρα από ντόπιους, πολλοί Βιετναμέζοι προσκυνητές ξυπνούν από τις 4 τα χαράματα για να ετοιμαστούν, ώστε να βρίσκονται στην παγόδα ακριβώς την ώρα που ανοίγει, στις 8 το πρωί, και να περάσουν όλη την ημέρα τους στον προσκυνηματικό αυτόν τόπο. Το καλό όμως το θεωρώ πολύ πιο σημαντικό, καθώς θα έχω την ευκαιρία να δω τον σημαντικό αυτόν ιερό βουδιστικό τόπο στο αποκορύφωμα της προσκυνηματικής περιόδου.

Το βανάκι που θα με μεταφέρει είναι ακριβώς στην ώρα του έξω από το ξενοδοχείο. Η διαδρομή βγαίνοντας από τα όρια της πόλης μπορεί να μην είναι συναρπαστική, δεν είναι όμως ούτε και ανιαρή. Όσοι ταξιδεύουν από Βορρά προς Νότο την βρίσκουν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, καθώς το Ανόι είναι ο πρώτος τους σταθμός και αυτή είναι η πρώτη τους γνωριμία με τη βιετναμέζικη εξοχή. Αντίθετα, για ταξιδιώτες όπως εγώ, που κάναμε τη λιγότερο συνηθισμένη αντίθετη πορεία, από τον Νότο προς τον Βορρά, όσο ιδιαίτερη και αν είναι η βιετναμέζικη φύση, την έχουμε δει αρκετές φορές στις διαδρομές που έχουμε κάνει με αυτοκίνητο, πούλμαν ή τραίνο. Χωράφια, ορυζώνες, χωριά, παγόδες, κόκκινα πανώ με συνθήματα και εικόνες για να κρατούν υψηλό το φρόνημα του πληθυσμού. Μετά από δύο ώρες και μια στάση για σνακ και αναψυκτικά, βρίσκομαι στην προκυμαία Μπεν.

Βαρκάδα ανάμεσα σε βουνά και ορυζώνες

Παρ’ ότι από εδώ ξεκινά ένας δρόμος που οδηγεί στη βάση του συγκροτήματος της Παγόδας των Αρωμάτων, επιλέγω να συνεχίσω με βάρκα, αφού οι φωτογραφίες στις διαφημιστικές μπροσούρες των τουριστικών γραφείων και οι ταξιδιωτικοί οδηγοί αναφέρουν και δείχνουν με σαφήνεια πως η βαρκάδα είναι το ομορφότερο μέρος της διαδρομής.

Χιλιάδες βάρκες είναι παραταγμένες, έτοιμες να υποδεχτούν επιβάτες. Η διαδρομή στον ποταμό Γιεν Βι είναι μαγευτική. Στα δεξιά μου, καθώς διαπλέουμε με τη στενόμακρη βάρκα τον ποταμό, βλέπω οικισμούς, εστιατόρια με μικρές πλαστικές καρέκλες που τα ξεχωρίζεις εύκολα από απόσταση χάρη στις διαφημιστικές πινακίδες και τις ομπρέλες των πιο γνωστών παγκοσμίως αναψυκτικών, βάρκες να φορτώνουν και να ξεφορτώνουν αγρότες. Στα αριστερά μου, το τοπίο είναι εντελώς διαφορετικό. Πυκνή βλάστηση παντού, ορυζώνες και στο βάθος δεσπόζει ένα φόντο από διαδοχικές βουνοκορφές.

Την ίδια ώρα, εκατοντάδες βάρκες είναι ορατές στο βάθος του ποταμού μπρος και πίσω, ενώ σε κάποια σημεία το πλάτος του επιτρέπει να παρατάσσονται σχεδόν οριζόντια παραταγμένες και έξι και επτά βάρκες, βαμμένες οι περισσότερες με κόκκινο χρώμα και με στενά σανίδια για καθίσματα, εκτός από κάποιες λίγες που είδα στην προκυμαία με μπλε και με κόκκινα πλαστικά καθίσματα. Μου προξενεί εντύπωση ότι σε αρκετές από αυτές (όπως και στη δική μου) ο «γονδολιέρης» που τραβά τα κουπιά είναι γυναίκα και όλες φορούν τα χαρακτηριστικά πλατιά κωνικά καπέλα. Η βαρκάδα είναι μια υπέροχη παρένθεση γαλήνης μετά την πολύβουη πρωτεύουσα και αισθάνομαι να βρίσκομαι στο πραγματικό Βιετνάμ.

Έπειτα από τρία τέταρτα μιας διαδρομής ανάμεσα σε ψηλά βουνά, το Βουνό του φοίνικα, το Ντόι Τσέο, το Μπουνγκ και το Βόι στα αριστερά και το Nγκου Νσανκ στα δεξιά με τον ναό Τρινχ στην κορυφή, όπου οι προσκυνητές κάνουν μια στάση για να κάψουν αρώματα προς τιμήν του θεού του Βουνού, φτάνω στον προορισμό μου. Στη συνέχεια, φαίνονται τα βουνά Ντέο και Φονγκ Σου, τα σπήλαια Σον Θούη, Χούου Τινχ και Τράου και η γέφυρα Χόι, καθώς και η κοιλάδα Ντάου. Κατευθύνομαι αμέσως στο σημείο διαπίστευσης, το Ντεν Τρινχ, παραλαμβάνω το χαρτάκι εισόδου και εισέρχομαι στον χώρο. Μια πινακίδα με την επιγραφή «No Short Clothes Please» (από τις ελάχιστες αγγλόγλωσσες επιγραφές) και με ένα εύγλωττο σκίτσο εξηγεί ότι απαγορεύονται οι μίνι φούστες για τις γυναίκες και οι βερμούδες για τους άνδρες.

Στάση για φαγητό

Πρώτη στάση στην περιήγηση στον χώρο, σε ένα εστιατόριο με μακρόστενα τραπέζια με μεταλλικές καρέκλες, δεκάδες ανεμιστήρες να δουλεύουν συνεχώς, άλλους τόσους προσκυνητές να κοιμούνται πάνω σε στρωμένα με ψάθες τραπέζια στην ίδια τεράστια αίθουσα που τρώγαμε οι υπόλοιποι. Παραγγέλνω ρύζι, νουντλς και μπύρα. Δεν είναι άσχημα. Κάθε άλλο, θα έλεγα. Τελειώνοντας το χορταστικό γεύμα, αντικρίζω ένα κτίσμα που μου προκαλεί ενδιαφέρον με την κομψότητά του, είναι μια παγόδα του 18ου αιώνα, ο ναός Τιέν Τρου ή «Ουράνια Κουζίνα», που πήρε το όνομά του από τους βράχους της περιοχής οι οποίοι (με κάποια ισχυρή δόση φαντασίας είναι αλήθεια) θυμίζουν μαγείρους εν ώρα εργασίας. Η παγόδα είναι ακόμη γνωστή και για τον πύργο Τούι Τιέν, έναν μονόλιθο από γρανίτη.

Στα δεξιά της παγόδας βρίσκεται το ιερό σπήλαιο Τιέν Σον, γνωστό για τα πέντε γρανιτένια αγάλματα. Η πύλη και το κωδωνοστάσιο υπέστησαν ζημιές κατά τους πολέμους εναντίον των Γάλλων και των Αμερικανών αλλά επιδιορθώθηκαν το 1986 και το 1994 αντίστοιχα. Από εδώ ώς την κυρίως παγόδα μεσολαβούν 3 χιλιόμετρα ανηφόρα με 1.670 στενά σκαλιά. Επιλέγω την εύκολη λύση: να ανέβω με το τελεφερίκ και να κατέβω μετά με τα πόδια. Το ίδιο κάνουν οι περισσότεροι, με αποτέλεσμα να σχηματιστεί ουρά για τα εισιτήρια. Μάλιστα, σε κάποια στιγμή, από το βαγόνι που μας μεταφέρει μπορώ να δω άλλα έξι βαγόνια που βρίσκονται σε κίνηση, ενώ η θέα δεξιά και αριστερά είναι εκπληκτική.

Στα Σαγόνια του Δράκου

Βγαίνοντας από το τελεφερίκ κατευθύνομαι προς την «ατραξιόν» της περιοχής, το Ντονγκ Χουόνγκ Τιτς, το «Σπήλαιο Χουόνγκ» ή «Εσώτερο Ναό». Κατεβαίνω περισσότερα από 120 στενά πέτρινα σκαλιά για να εισέλθω. Ο θρύλος λέει ότι το σπήλαιο ανακαλύφθηκε πριν από 2.000 χρόνια, ενώ μαρτυρίες υπάρχουν από τον 15ο αιώνα. Το θέαμα της σπηλιάς, που μοιάζει με σαγόνια δράκου, είναι υποβλητικό. Παρά τον διακριτικό φωτισμό, διακρίνονται δεκάδες χιλιάδες χρωματιστοί σταλακτίτες και σταλαγμίτες σε σχήματα και χρώματα από τα οποία ο καθένας πήρε και το όνομά του: Χρυσό Δένδρο, Ασημένιο Δένδρο, Μητρικό Γάλα, Ορυζώνας κ.λπ. Ειδικά ο σταλακτίτης Rice Grotto στο κέντρο μοιάζει με τη γλώσσα στο στόμα του δράκου.

Παραδίπλα βρίσκονται ακόμη μια καμπάνα, αγάλματα και διάφορα γλυπτά και ένα άγαλμα, της Κουάμ Αμ, του «θηλυκού Βούδα» όπως -λανθασμένα- έχει γίνει γνωστή στη Δύση, μιας και πρόκειται για Μποτισάτβα (πλάσμα το οποίο έχει αφιερωθεί στην ανακούφιση των θνητών από τον πόνο και τη θλίψη και που στα βιετναμικά ονομάζεται Μπο Τατ) της Συμπόνοιας, την οποία στο Βιετνάμ τη λατρεύουν και την επικαλούνται για προστασία, καθοδήγηση και γονιμότητα. Ιδιαίτερα εντυπωσιακά είναι τα σχήματα των σταλακτιτών που ξεπηδούν από το έδαφος στο βάθος, που μοιάζουν με γουρούνια, με μικρά γουρουνάκια, με φράουλες, με γκραίηπφρουτ...

Στα αριστερά του σπηλαίου βρίσκεται η μικρή παγόδα Γκιάι Οάν (“Παγόδα της Συγχώρεσης”), η οποία χτίστηκε το 1735.Συνεχίζω την ανάβαση με τα πόδια. Ο κόσμος εδώ είναι πολύ αραιός και σε μερικά σημεία δεν φαίνεται ψυχή, καθώς σχεδόν όλοι οι προσκυνητές έπαιρναν μετά το σπήλαιο και τον «Εσώτερο Ναό» τον δρόμο της επιστροφής. Από εδώ, μακριά από τον θόρυβο, τον κόσμο και την κίνηση, νιώθω να ηρεμώ. Σε αυτό βοηθά και η μαγευτική θέα. Κατεβαίνοντας συναντώ και άλλες παγόδες, ενώ σταματώ στις πλατφόρμες για να θαυμάσω τη θέα με τα βουνά και τα δάση.

Συνεχίζοντας την κατάβαση (η οποία είναι μεν πιο εύκολη από την ανάβαση, άλλωστε αυτός είναι ο λόγος που οι περισσότεροι επισκέπτες ανεβαίνουν με το τελεφερίκ και κατεβαίνουν με τα πόδια, όμως η ζεστή απογευματινή υγρασία είναι ακόμη μία αίσθηση για την οποία πρέπει να μείνεις αδιάφορος προκειμένου να απολαύσεις ακόμη περισσότερο το τοπίο) περνάω από πλήθος καταστημάτων, των οποίων τις οροφές από λαμαρίνα έβλεπα πριν λίγη ώρα από ψηλά σαν μεταλλικό φίδι που ακολουθούσε το μονοπάτι για την είσοδο 2-3 χιλιόμετρα χαμηλότερα. Βιετναμέζικη κουζίνα, πωλητές τροπικών φρούτων όπως μπανάνες και μάνγκο, πάγκοι με παιχνίδια, βεντάλιες, χτένες, μικρομάγαζα με t-shirts, καπέλα, πουκάμισα, παιχνίδια, κούπες, χαϊμαλιά, κάδρα, άλλα που απευθύνονται στους προσκυνητές με τάματα, αφιερώματα κάθε είδους, από αρωματικά στικς μέχρι κούκλες και αντίγραφα τυχερών νομισμάτων σε όλα τα μεγέθη, με σχεδόν όλη αυτήν την αναθηματική πραμάτεια σε χρυσαφί και κόκκινο χρώμα.

Από τον κόσμο που συνάντησα στην πολύωρη παραμονή μου στον χώρο, μπόρεσα να ξεχωρίσω πέντε βασικές κατηγορίες επισκεπτών: πιστοί προσκυνητές που θεωρούν την επίσκεψή τους, έστω και μία φορά στη ζωή τους, θρησκευτική και ηθική υποχρέωση, οικογένειες που το βλέπουν και αυτοί ως ηθική υποχρέωση και μέρος για την παρουσίαση στα παιδιά της πολιτιστικής τους κληρονομιάς συνδυασμένη με την ευκαιρία μιας εκδρομής (με τα παιδιά, όπως συμβαίνει σε όλον τον κόσμο να ενδιαφέρονται για σέλφι και παγωτό), νεαρά ζευγάρια, κυρίως νιόπαντρα, που ενδιαφέρονται για το ειδυλλιακό θέαμα και ατμόσφαιρα, γκρουπ τουριστών που ακολουθούν τους ξεναγούς ακούγοντας και ρωτώντας συχνά τις πιο άσχετες, παιδαριώδεις και περιττές ερωτήσεις, αφού μπορούν να βρουν στο google τις απαντήσεις, και, τέλος, τους ταξιδιώτες που ενδιαφέρονται για την ιστορία, τον πνευματικό πλούτο, τα έθιμα, τους μύθους και συχνά τις γωνίες εκείνες που τους προσφέρουν τις καλύτερες λήψεις φωτογραφιών.

Τα κρεοπωλεία που σοκάρουν

Παίρνοντας τον δρόμο για τη βάρκα που με έφερε, περνάω από διάφορα καταστήματα. Μεταξύ αυτών που μου προκαλούν εντύπωση, ένα κρεοπωλείο με ψωμιά σε σχήμα βατράχων και καβουριών και μερικά κρεοπωλεία με γδαρμένα σκυλιά και άλλα ζώα, που προκαλούν φρίκη και αποστροφή σε οποιονδήποτε Δυτικό, να κρέμονται έξω από τσιγκέλια. Η επιστροφή με τη βάρκα είναι πιο ευχάριστη απ’ ό,τι όταν ερχόμνουν, καθώς ο ήλιος όχι μόνο δεν με χτυπά όπως το μεσημέρι, αλλά οδεύοντας προς τη δύση του βάφει τον ορίζοντα στο βάθος του ποταμού κόκκινο.

Η εμπειρία της εκδρομής στην Παγόδα των Αρωμάτων θα μου μείνει αξέχαστη: το πλήθος κόσμου, ο θόρυβος που έκαναν, τα πολυάριθμα μικρά καταστήματα με σνακς, φαγητό, αναψυκτικά, σουβενίρ, που μαζί με τις παγόδες, τις βάρκες στο ποτάμι και τα βουνά ολόγυρα ανταποκρίνονται πλήρως στις πιο γραφικές εξωτικές εικόνες που μπορεί να φανταστεί κάποιος για το Βιετνάμ. Χωρίς αμφιβολία, η Παγόδα των Αρωμάτων είναι μια τουριστική ατραξιόν που δεν πρέπει να χάσει κανένας τουρίστας, είτε διαλέξει να πραγματοποιήσει μόνος του την εκδρομή είτε διαλέξει να πληρώσει ένα όχι ιδιαίτερα μεγάλο ποσό, κάπου γύρω στα 30 ευρώ το άτομο, για επισκεφθεί το μέρος οργανωμένα μέσω κάποιου από τα αρκετά τουριστικά γραφεία που λειτουργούν στο παλιό τμήμα του Ανόι.

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια