Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Οι Σούφι, ο Αλέξανδρος και το "Κέντρο του Σατανά"

Όχι μόνο οι άνθρωποι, αλλά και οι τόποι έχουν φωτεινή και σκοτεινή πλευρά. Αυτή η "σκοτεινή πλευρά" των τόπων είναι που γοητεύει κάποιους ταξιδιώτες. Δεν δημοσιεύονται τυχαία άλλωστε ταξιδιωτικοί κατάλογοι όπως «The world’s scariest places», «Haunted cities» ή «Spooky buildings». Το «Νησί με τις κούκλες» με μαριονέτες και κούκλες να κρέμονται στα δένδρα του Χοτσιμίλκo με είχε γοητεύσει στην Πόλη του Μεξικού, όπως και το "στοιχειωμένο" σπίτι του Χέιστιγκς στην Καλκούτα. Τέτοια μέρη προσελκύουν επισκέπτες για τους σκοτεινούς θρύλους που τα περιβάλλουν.

Σε κάποιες τουριστικές ατραξιόν, ακόμη και η αίσθηση ότι «αναπνέεις» την μυστηριώδη αύρα τους, σε συναρπάζει όσο και ένα διάσημο μνημείο. Σχεδιάζοντας επί χάρτου τη διαδρομή μου στο Πακιστάν εντόπισα ένα τέτοιο μέρος και θα ξεκινούσα το οδοιπορικό από αυτό. Και δεν ήταν άλλο από το Μουλτάν.

 

 

Σχεδόν 24 ώρες από το check in στο αεροδρόμιο της Αθήνας, βρισκόμουν στην κεντρική οδό του Μουλτάν, την Κάτσερι Ρόουντ. Υποθέτω πως ο δρόμος πήρε το όνομά του από κάποιο δικαστήριο που βρισκόταν εδώ. «Κάτσερι» σήμαινε αρχικά «δικαστήριο» και «κυβερνείο» γι' αυτό η ίδια ονομασία δόθηκε σε οδούς ινδικών πόλεων όπου υπήρχαν δικαστήρια και κυβερνεία. Από εκεί πήρε το όνομά της και η διοργάνωση συναυλιών καρνατικής μουσικής «Κάτσερι», χαρακτηριστικό είδος του ινδικού Νότου.

Οφειλόταν στο ότι πριν από μερικούς αιώνες καλλιτέχνες, μουσικοί και χορευτές (πολλοί από τους οποίους έπαιζαν και αυτήν τη μουσική) έδιναν παραστάσεις έξω από το κυβερνείο της Θαντζαβούρ, έδρα της δυναστείας των Μαράτα, «Μαικήνων» της εποχής.

 

Ο τραυματισμός του Αλέξανδρου


Εδώ στο Μουλτάν, το 326 π.Χ., τραυματίστηκε ο Αλέξανδρος από βέλος στον πνεύμονα πολιορκώντας τους Μαλλάβα -ή Μαλλούς εξελληνισμένα- παρότι ο μάντης Δημοφών τον είχε προειδοποιήσει να εγκαταλείψει την πολιορκία αφού οι οιωνοί ήταν κακοί και προέβλεπαν σοβαρό τραυματισμό του, που για κάποιους σύγχρονους ιστορικούς πιθανώς ήταν η αιτία θανάτου του.

Εδώ είχε γραφτεί πριν από 33 (κατ’ άλλους πριν από 38) αιώνες, το πρώτο βιβλίο των Ινδοευρωπαίων, η Ριγκ Βέδα, συλλογή 1.028 ύμνων και 10.600 στίχων οργανωμένων σε 10 βιβλία «Μάνταλα». Και βέβαια δεν θα μπορούσε να λείπει ο μεταφυσικός θρύλος: μια παράδοση λέει πως στο Μουλ Σατάν, που σημαίνει «Κέντρο του Σατανά» -εξ ου και Μουλτάν-, εξορίστηκε μετά την Πτώση ο Διάβολος.

 

Η πόλη των 4 «G»

 

Πρωτίστως όμως είναι γνωστό ως η πόλη των 4 «G»: Gard, Gada, Gurma, Goristan («Σκόνη, Καύσωνες, Ζητιάνοι και Τάφοι» στην γλώσσα Φαρσί), για τα οποία «ευθύνονται» η έρημος ολόγυρα και τα δεκάδες μαυσωλεία του. Πάντως, οι ντόπιοι προτιμούν, αντί για τα 4 «G», να την ονομάζουν «Πόλη των Σούφι» και «Πόλη των Αγίων».

Βγαίνοντας από το ξενοδοχείο για την πόλη, κοίταξα το θερμόμετρο στην πρόσοψή του: 52C°. Άδειασα στο μπουκάλι με το νερό δύο φακελάκια με καταλύτες σε σκόνη για να αναπληρώσω τα άλατα και μέταλλα που θα έχανα ιδρώνοντας.

Πρώτος σταθμός στην πρώτη μου ημέρα στο Μουλτάν ήταν ο πιο κοντινός στον χάρτη προορισμός μου, που βρισκόταν ακριβώς απέναντί μου και στα ανατολικά: η «Μπαμπ ουλ Κασίμ», απομεινάρι του τείχους του «Κίλα» (φρουρίου) Κόχνα Κασίμ Μπαγκ που ισοπέδωσαν οι Άγγλοι το 1849, όταν ο στρατός της Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών κατέλαβε μετά από εννεάμηνη πολιορκία την πόλη.

 

Μπαμπ και Μπαγκ


Η κατάληψη, η λεηλασία και οι αρπαγές που ακολούθησαν, καθώς και η σφαγή αδιακρίτως στρατιωτών και άμαχων πολιτών από τον στρατό της East India Company ήλθαν ως αντίποινα για την εξέγερση των Σιχ. Αυτή ακολούθησε τον φόνο του πράκτορα της εταιρείας Πάτρικ Αλεξάντερ Βανς Άγκνιου από τους άνδρες του τοπικού κυβερνήτη των Σιχ, Ντιβάν Μουλράτζ, όταν ο πρώτος απαίτησε για λογαριασμό της εταιρείας να του παραδώσει ο Μουλράτζ την πόλη.

Έως τότε υπήρχαν τέσσερις πύλες του φρουρίου Κόχνα στις τέσσερις γωνίες του. Εκτός της διασωθείσας Κασίμ (ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του Μουχάμαντ Ίμπνε Κασίμ, ο οποίος κατέλαβε το φρούριο το 712 μ.Χ.), υπήρχαν και οι πύλες Χίζι, Σίχι και Ρέρι. Πρόκειται για το φρούριο -αν και ανακατασκευασμένο αρκετές φορές ανά τους αιώνες- το οποίο προσπάθησε να καταλάβει και ο Αλέξανδρος όταν τραυματίστηκε από βέλος στον πνεύμονα.

Ψάχνοντας την «Μπαμπ ουλ Κασίμ» και το «Κόχνα Κασίμ Μπαγκ» δεν χρειάστηκε καν να αναρωτηθώ τι σημαίνουν αυτές οι δύο ονομασίες «Μπαμπ» και «Μπαγκ». Από την «Μπαμπ ελ Μάρσα» της Εσσαουΐρα στο Μαρόκο, που στέκεται από τον 18ο αιώνα λίγα μέτρα από τον Ατλαντικό μέχρι εδώ, στη Νότια Ασία η πανάρχαια σημιτική λέξη «Μπαμπ» σημαίνει «Πύλη» (σημειωτέον ότι από αυτήν την λέξη προέρχεται και η ονομασία «Βαβυλών» εκ του Ακκαδικού Μπαμπ Ιλάνι: «Πύλη των θεών»), αν και στην υποήπειρο -όπως και στο Ιράν- χρησιμοποιείται συνήθως η ούρντου λέξη «νταρβάζα», προφανώς συγγενής της αντίστοιχης χίντι «ντβάρ».

Όσο δε για τον άλλον μου προορισμό, σχεδόν σε όλη την επικράτεια του Ισλάμ, είναι διαδεδομένη η περσική λέξη «μπαγκ», που σημαίνει κήπος.


Στο τριώροφο Μαυσωλείο

 

Είχε μεσημεριάσει καθώς ανέβαινα το δημαρχείο του Μουλτάν και στη συνέχεια την «Μπαμπ ουλ Κασίμ». Στην συνέχεια άφησα την οδό Κατσέρι και έμπαινα στο «Κασίμ Μπαγκ», όπου κάποτε ορθωνόταν το φρούριο του Μουλτάν. Παρότι σήμερα δεν έχει απομείνει κάτι άλλο πέραν της πύλης Κασίμ και ένα μέρος του εξωτερικού τείχους, είναι προφανές -δεν χρειαζόταν και πολλή φαντασία- ότι το φρούριο θα ήταν, το λιγότερο, επιβλητικό.

Μόνο η περίμετρός του μου έφαγε γύρω στη μισή ώρα περπάτημα και γύρω στο μισό χιλιόμετρο ήταν η απόσταση που είχαν μεταξύ τους οι τέσσερις πύλες με τους δύο πυργίσκους δεξιά και αριστερά της η καθεμιά και με δεκάδες πολεμίστρες ολόγυρα στο εξωτερικό τείχος. Παρά ταύτα, τα τείχη αυτά δεν προστάτεψαν από τις σφαγές και τις λεηλασίες τον πληθυσμό ούτε από τον στρατό του Αλεξάνδρου ούτε από τον στρατό της Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών.

Το πρώτο μνημείο που συνάντησα περπατώντας στο φρούριο με την φορά του ρολογιού ήταν ένα εντυπωσιακό τριώροφο κτήριο ύψους 35 μέτρων, το μαυσωλείο του Ρουκν-ε-Άλαμ, που θα πει «Πύλη του Κόσμου» και αποτελεί κάτι σαν το «σήμα κατατεθέν» της πόλης. Έτσι, με αυτό το όνομα (Σαχ Ρουκν-ε-Άλαμ), έγινε γνωστός ο «πολιούχος» του Μουλτάν, ο Σεΐχ Ρουκνουντίν Αμπούλ Φατέχ, πνευματικός ηγέτης του Σούφι τάγματος των Σουχραβαρντίγια.

Διάβασα ό,τι μπόρεσα να βρω για το τάγμα αυτό, εκείνο όμως που εν τέλει συγκράτησα ήταν -σε αντίθεση με άλλους Σούφι- η αποδοχή της άνετης και πολυτελούς ζωής, της ιδιοκτησίας και του πλούτου, η μόρφωση και η παρουσία τους κοντά σε βασιλείς και κυβερνήτες που εμφανίζονταν πιστοί.

Ο ίδιος ο Σαχ Ρουκν-ε-Άλαμ πρέσβευε ότι ο σεΐχης όφειλε να είναι πλούσιος για να εξασφαλίσει τη μόρφωση του ίδιου και των γύρω του. Εν τέλει, λίγο - πολύ, κάθε θρησκευτικό δόγμα, χριστιανισμός, βουδισμός, ισλάμ κ.λπ. ενσωματώνει και αυτήν την θεωρητική αντίθεση ασκητισμού - υλικών ανέσεων και πλούτου.

Παρατηρώντας το μαυσωλείο διαπίστωσα πως επρόκειτο για ένα αρχιτεκτονικό αριστούργημα με αξιοσημείωτες αναφορές, όχι μόνο στην αισθητική, αλλά ακόμη και σε μεγέθη και σε παλαιότητα. Ο εντυπωσιακός λευκός τρούλος του με τα μπλε ψηφιδωτά εθεωρείτο ο δεύτερος μεγαλύτερος στον κόσμο μετά από εκείνον του κυκλοτερούς μαυσωλείου Γκολ Γκουμπάζ στη Βιτζαπούρα της Ινδίας. Ταυτόχρονα, πρόκειται για έναν από τους παλαιότερους κανονικούς θόλους σε ολόκληρη της υποήπειρο, μιας και αυτούς τους εισήγαγαν οι Άραβες κατακτητές.

Οι επαρχίες του Μουλτάν και του Σιντ ήταν οι πρώτες που εξισλαμίστηκαν το 711, όταν κατακτήθηκαν για λογαριασμό των Ομμεϋαδών από έναν 16χρονο στρατηγό, τον Μουχάμαντ Ίμπνε Κασίμ. Ο θόλος μαζί με τον οκτάγωνο τοίχο από κόκκινα τούβλα μαρτυρούν αρχιτεκτονική της περιόδου των Τουγκλούκ, δυναστείας Τουρκικής καταγωγής, που με έδρα το Δελχί κυβέρνησε μεταξύ 1320 και 1414 ένα σουλτανάτο στου οποίου την επικράτεια περιλαμβάνονταν εδάφη που σήμερα ανήκουν σε Ινδία, Πακιστάν, Νεπάλ και Μπαγκλαντές.

Θα έλεγε κανείς, βλέποντας μία προς μία τις λεπτομέρειες του μαυσωλείου πως αποτελεί ένα αμάλγαμα αρχιτεκτονικής που θυμίζει Περσία, Ινδία, Ουζμπεκιστάν και Αφγανιστάν.

Το άψογα συντηρημένο μαυσωλείο χτίστηκε το 1320 επί Γκιασουντίν Τουγκλάκ προορισμένο να «φιλοξενήσει» τη δυναστεία του, όμως ο γιος του, ο Μουχάμαντ μπιν Τουγκλούκ, το παραχώρησε στους απογόνους του σούφι Σαχ Ρουκν-ε-Άλαμ για να ταφεί το 1335, οπότε πέθανε σε ηλικία 84 ετών. Έκτοτε, σχεδόν επί επτά αιώνες, αποτελεί προσκυνηματικό τόπο, όπου ακόμη προσέρχονται κάθε χρόνο δεκάδες χιλιάδες πιστοί για τα «Μανάτ»: τα πολύχρωμα τάματα που αφήνουν δεμένα για παρακλήσεις στον άγιο και τα οποία τα λύνουν όταν πραγματοποιηθεί η ευχή.

Το τοπίο απέπνεε γαλήνη και ηρεμία, όπως άλλωστε και το εσωτερικό του μαυσωλείου, το οποίο δεν ήθελε εισιτήριο εισόδου, ατυχώς όμως δεν υπήρχε κάποιο σκιερό μέρος ολόγυρα και η αφόρητη ζέστη δεν βοηθούσε στο να παρατείνω τη βόλτα μου γύρω από το κτήριο, το οποίο όντας στην κορυφή ενός μικρού λόφου πρόσφερε πανοραμική άποψη της πόλης. Ως εμπειρία όμως ήταν μοναδική, καθώς είχα την ευκαιρία να φανταστώ πώς θα ήταν η πόλη πριν από αιώνες, τον καιρό του Σαχ Ρουκν-ε-Άλαμ.

Δίπλα μου δυο οικογένειες, που έδειχναν δέος και θαυμασμό για την ιερότητα του μέρους, φεύγοντας άρχισαν να ταΐζουν τα εκατοντάδες περιστέρια που παράτησαν τα σκιερά μέρη γνωρίζοντας προφανώς πως το προαύλιο του μαυσωλείου είναι συνηθισμένος τόπος ταΐσματός τους.

 

Αποπνικτικός καύσωνας

 

Βγαίνοντας, μετά από λίγο περπάτημα, ο καύσωνας είχε γίνει πια ανυπόφορος. Πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα ιδρωμένα ακόμη και τα βλέφαρά μου! Το δε λευκό μου t-shirt είχε γίνει κατάμαυρο. Δεν ήξερα τι να υποθέσω. Μόλις πριν από μιάμιση ώρα είχα κάνει μπάνιο στο ξενοδοχείο. Υποθέτω πως η μαυρίλα θα ήλθε ή από το καυσαέριο της Αθήνας, το οποίο σε μια πόλη - σάουνα όπως το Μουλτάν έβγαινε από τους ορθάνοικτους λόγω της ζέστης πόρους του δέρματος ή από τη σκόνη μιας πόλης μεταξύ δύο ερήμων, Κολιστάν και Ταρ, με πιθανότερη εξήγηση την πρώτη.

Παρά ταύτα, συνέχισα την περιήγησή μου. Προχωρώντας για τα μαυσωλεία του θαυματοποιού Χαζράτ Σαμσουντίν Σαμπζβάρι Μουλτάνι και του Σαΐχ Μπαχαουντίν Ζακαρία (του παππού του Ρουκν-ε-Άλαμ) για τζαμιά, για παζάρια και τα άλλα αξιοθέατα, είδα εκατοντάδες ντόπιους να δροσίζονται κάτω από σκιερά δέντρα στο πάρκο χαζεύοντας έναν ξένο ζωσμένο με σακίδιο να τραβά φωτογραφίες εν μέσω αποπνικτικού καύσωνα.

Επόμενος σταθμός ήταν ένα ακόμη μαυσωλείο, λίγο παραπέρα, αλλά πάντα στο κέντρο της πόλης, του Μπαχαουντίν Ζακαρία. Συνειδητοποίησα με όλα αυτά τα δεκάδες μαυσωλεία ολόγυρα ότι η ονομασία «Μαντίνατ ουλ Αουλίγια», που θα πει «Πόλη των Αγίων» δεν ήταν καθόλου υπερβολική.

Το μαυσωλείο του Μπαχαουντίν Ζακαρία, από τον οποίο πήρε και το όνομά του ένα από τα πανεπιστήμια της πόλης, αποτελεί δείγμα της αρχιτεκτονικής των Τουγκλούκ. Ο Ζακαρία ήταν ένας Σούφι άγιος ο οποίος έζησε μεταξύ 1170 και 1267 και το ηλικίας 7,5 αιώνων μαυσωλείο του είναι τετράγωνου σχήματος μήκους 15,77 μέτρων στη βάση και καταλήγει επάνω οκταγωνικό με ημισφαιρικό θόλο στην κορυφή. Καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά στην πολιορκία από τους Βρετανούς το 1848 αλλά επισκευάστηκε σύντομα και στις μέρες μας προσελκύει πιστούς από ολόκληρο το Πακιστάν.

 

Στον σταθμό του Μουλτάν

Πρωί, λίγο πριν από τις 8.30. Περιμένοντας το τρένο για Λαχώρη, δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω από το να χαζεύω την κίνηση στον σιδηροδρομικό σταθμό του Μουλτάν.

Ο σιδηροδρομικός σταθμός ακόμη και μιας άσημης επαρχιακής κωμόπολης παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από οποιοδήποτε σύγχρονο αεροδρόμιο. Οι σταθμοί έχουν «προσωπικότητα», σε αντίθεση με τα αεροδρόμια, που είναι ομογενοποιημένα και αποστειρωμένα.

Από το λευκό - πράσινο βικτωριανό κτήριο που σχεδίασε ο Γουσταύος Άιφελ για το Caminho de Ferro do Mocambique του Μαπούτο με τα χαρακτηριστικά τόξα και τους κίονες μέχρι τον Grand Central Terminal της Νέας Υόρκης με τα εκατομμύρια τουρίστες που τον επισκέπτονται κάθε χρόνο να θαυμάσουν την εντυπωσιακή πρόσοψη, τον εσωτερικό σχεδιασμό του ή τις 44 πλατφόρμες του, οι σταθμοί αποτελούν αξιοθέατο.

Μπορώ να θυμηθώ πλήθος «καλλιτεχνικές» φωτογραφίες, τουριστικές καρτ ποστάλ και «vintage posters» με θέμα σιδηροδρομικούς σταθμούς, αλλά δεν μου ήλθε ποτέ στο μυαλό τίποτε ανάλογο με θέμα από αεροδρόμια.

Ειδικά ο σταθμός του Μουλτάν, εξωτερικά, με τις κούπολες, τα τόξα, τις καμπύλες, τα αψιδωτά παράθυρα, είχε αν μην τι άλλο χαρακτήρα και «άποψη».

Εκτός από τα κτήρια, όμως, την αισθητική και την αρχιτεκτονική, υπάρχει και το ανθρώπινο στοιχείο αναφοράς ως μέτρο σύγκρισης.

Ο κόσμος στα αεροδρόμια υποβάλλεται, λόγω ενός πλήθους εκνευριστικών κανόνων, σε μια ομογενοποιημένη συμπεριφορά που, αν μη τι άλλο, δεν είναι ο παράγοντας εκείνος που θα σου φτιάξει τη διάθεση στο ταξίδι. Ειδικά στα διεθνή αεροδρόμια αναγκάζεσαι να συμπεριφέρεσαι σαν να βρίσκεσαι σε κάτι ανάμεσα σε νοσοκομείο, τράπεζα, mall και στρατόπεδο.

Στήσου δύο και τρεις ώρες νωρίτερα, κάτσε στην ουρά του check in, δείξε διαβατήριο, ζύγισε βαλίτσα, δείξε χειραποσκευή, πέρνα της την ετικέτα, πέρασε τον έλεγχο, δείξε το εισιτήριο, ξαναδείξε διαβατήριο, άδειασε τις τσέπες, βγάλε τη ζώνη, βγάλε και το γιλέκο, ξαναπέρνα από το μηχάνημα γιατί ξέχασες κάτι κέρματα στην τσέπη, απάντησε στην ερώτηση «τι είναι αυτό το μπουκάλι στην αποσκευή σας;», δείξε κάρτα επιβίβασης για να ψωνίσεις στα duty free, ξαναστήσου στην ουρά για επιβίβαση, δείξε boarding pass για να μπεις στο αεροπλάνο, περίμενε να γεμίσει το λεωφορειάκι που θα σε πάει στο αεροσκάφος, δείξε το εισιτήριο στην αεροσυνοδό μπαίνοντας, στριμώξου στο κάθισμα που κάθε χρόνο γίνεται όλο και πιο άβολο, κλείσε το κινητό, προσδέσου...

Πώς να μην προτιμάς λοιπόν τους σιδηροδρομικούς σταθμούς; Εδώ δεν είναι προβλέψιμο ούτε καν το τι θα δεις όπως στα αεροδρόμια.

Δίπλα μου πέρασε ένας πιτσιρίκος με μια επαναλαμβανόμενη φράση που κατά το ήμισυ τη φώναζε και κατά το ήμισυ την τραγουδούσε (αν και το «έψελνε» θα ταίριαζε περισσότερο ως ρήμα, αφού ο τόνος και η μουσικότητα με την οποία διαλαλούσε το εμπόρευμά του περισσότερο θύμιζε επαναλαμβανόμενο «μάντραμ») κρατώντας ένα τεράστιο ταψί. Σε σύγκριση με το μπόι του φάνταζε ακόμη μεγαλύτερο και μέσα είχε κάτι ψημένα καλαμπόκια, τακτοποιημένα στη σειρά για να δελεάσουν και οπτικά τον υποψήφιο πελάτη.

Στα πέντε μέτρα ένα σόι αποχαιρετούσε κάποιον νεαρό. Άγνωστο αν μετανάστευε, αν πέρασε σε κάποιο πανεπιστήμιο και έφευγε για σπουδές ή ακόμη αν πήγαινε φαντάρος. Από τις εκφράσεις και τα χαμόγελα υπέθεσα μάλλον το δεύτερο...

Περπατώντας στην αποβάθρα, πρώτα το βλέμμα μου και ελάχιστα δευτερόλεπτα μετά και ο φακός της μηχανής εστίασαν σε έναν πλανόδιο κουρέα. Καθισμένος σε ένα πολύ χαμηλό κάθισμα στερεωμένο στη βάση μιας κολώνας και απέναντί του, σχεδόν ένα με το έδαφος, καθιστός και ο πελάτης.

Παρ' ότι επρόκειτο για ένα φωτογραφικό θέμα - κλισέ -δεν θυμάμαι καν πόσες δεκάδες φωτογραφίες έχω δει μετά από τουριστικά ταξίδια σε Νότια και Ανατολική Ασία με υπαίθριους κουρείς-, δεν έπαυε το θέαμα αυτό να μου φαίνεται φωτογραφικά ελκυστικό. Όχι τόσο για την «εξωτική γραφικότητά» του όσο για το διαφορετικό σκηνικό κάθε φορά και την όλη «τελετουργία».

Δύο πράγματα με εντυπωσιάζουν σε μπαρμπέρηδες και κουρείς, όχι μόνο στο Πακιστάν, αλλά και σε άλλες χώρες της Ανατολής: ότι διατηρείται μέσα στον χρόνο το επάγγελμα του «πλανόδιου κουρέα», όπως και το ότι ο κουρέας κάνει αυτό που λέει η λέξη: «κούρα». Δεν αρκείται σε ψαλίδι, πινέλο, ξυράφι, αλλά τελειώνει με ελαφρύ μασάζ στη βάση του κεφαλιού, κρέμα στα μάγουλα και στους κροτάφους του πελάτη και κολόνια για να δείχνει -αλλά και να νιώθει- φρέσκος. Και κάθε φορά το βλέμμα του επαγγελματία ή οι κινήσεις του, είναι διαφορετικές.

Ξανάνοιξα το κουτί με τα χαλβαδάκια με γεύσεις τριαντάφυλλο, φιστίκι, κάρδαμο και αμύγδαλο που είχα αγοράσει το προηγούμενο βράδυ. Προτού τελειώσω το κουτί ακούστηκε η αναγγελία άφιξης του τρένου. Επόμενος σταθμός, Λαχώρη.

Η αμαξοστοιχία που πήρα ήταν το Τέζγκαμ. Από όλα τα τρένα που περνούσαν για Λαχώρη, το Τέζγκαμ, το Σάλιμαρ Εξπρές, το Καράτσι Εξπρές και το Τζαφάρ Εξπρές, το Τέζγκαμ ήταν το πιο αργό, παρά το όνομά του που σημαίνει «ταχεία», αλλά αυτό το μάθαμε μόνο αφότου είχαμε ήδη καλύψει σχεδόν τη μισή διαδρομή.

Πιάνοντας κουβέντα με τον ελεγκτή, μου πρότεινε να κατέβω στον επόμενο σταθμό και με το ίδιο εισιτήριο να πάρω το Σάλιμαρ Εξπρές, που θα περνούσε λίγο αργότερα και το οποίο θα συνέχιζε κατόπιν χωρίς στάση έως τη Λαχώρη. Έτσι έφθασα νωρίς το βράδυ αντί για μεσάνυχτα.

 

 

ΛΕΖΑΝΤΕΣ

Μπροστά στο μαυσωλείο του Ρουκν-ε-Αλάμ ("Στύλος του Κόσμου")

Ο τρούλος ήταν κάποτε ο δεύτερος μεγαλύτερος του κόσμου

Η κορυφογραμμή του Μουλτάν

Πακιστανική πιτσιρικαρία

Η Μπαμπ (πύλη) ουλ Κασίμ, ό,τι απέμεινε από το Κίλα (φρούριο) Κόχνα Κασίμ Μπαγκ που ισοπέδωσαν το 1849 οι Βρετανοί

Το μνημείο του λοχαγού Πάτρικ Αλεξάντερ Βανς Άγκνιου. Η δολοφονία του πράκτορα της Βρετανικής Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών ήταν η αφορμή για τη λεηλασία και τη σφαγή των κατοίκων της πόλης το 1849

Υπαίθριος κουρέας στην πλατφόρμα του σιδηροδρομικού σταθμού του Μουλτάν

Στους 52°C υπό σκιάν

 

Το "Γκάντα Γκαρ", το "Ρολόι" του Μουλτάν, χτίστηκε από τους Βρετανούς το 1884, με υλικά από την πολυτελή έπαυλη του Άχμαντ Χαν Σαντοζάι όταν ισοπέδωσαν την πόλη. Χρησιμοποιήθηκε ως αίθουσα συναντήσεων των επισήμων της πόλης και για πολιτιστικές εκδηλώσεις, για να αποφασιστεί εν τέλει να μετατραπεί σε μουσείο

Δείτε όλα τα σχόλια