Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ο Τραμπ, ο Πούτιν και η τέχνη της διαπραγμάτευσης

Οι δηλώσεις του κυρίου Τραμπ συχνά προκαλούν σύγχυση και είναι αντιφατικές. Αλλά στο θέμα της Ρωσίας ήταν σχετικά σταθερός και ξεκάθαρος. Θεωρεί τον κύριο Πούτιν ως έναν ισχυρό ηγέτη, άξιο θαυμασμού και θέλει να δει μια απότομη βελτίωση των αμερικανορωσικών σχέσεων

Του Gideon Rachman

Τι τρέχει με τον Βλαντίμιρ Πούτιν και τον Ντόναλντ Τραμπ; Αυτό το ερώτημα πλανιόταν πάνω από τις αμερικανικές εκλογές. Τώρα που ο κύριος Τραμπ κέρδισε την προεδρία, το ερώτημα της σχέσης του με τον Ρώσο ηγέτη αποκτά παγκόσμια σημασία.

Οι δηλώσεις του κυρίου Τραμπ συχνά προκαλούν σύγχυση και είναι αντιφατικές. Αλλά στο θέμα της Ρωσίας ήταν σχετικά σταθερός και ξεκάθαρος. Θεωρεί τον κύριο Πούτιν ως έναν ισχυρό ηγέτη, άξιο θαυμασμού και θέλει να δει μια απότομη βελτίωση των αμερικανορωσικών σχέσεων. Όπως το έθεσε πρόσφατα ο κύριος Τραμπ: «Δεν θα ήταν υπέροχο αν τα πηγαίναμε καλά με τη Ρωσία;».

Είναι σαφές ότι η Αμερική του κυρίου Τραμπ θα προσπαθήσει να πετύχει μια συμφωνία με τη Ρωσία του κυρίου Πούτιν. Αλλά με τι θα έμοιαζε αυτή η συμφωνία; Ιδού λοιπόν ποια είναι η καλύτερη πρόβλεψή μου.

Οι ΗΠΑ θα σταματήσουν την αντίθεσή τους στην προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία. Αν και η Αμερική ίσως δεν θα συμφωνήσει στην επίσημη προσάρτηση της Κριμαίας, θα αποδεχτεί ότι πρόκειται για τετελεσμένο γεγονός. Κατόπιν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα άρουν τις οικονομικές κυρώσεις. Οι Αμερικανοί θα παραιτηθούν επίσης από οποιαδήποτε υπόθεση ένταξης της Ουκρανίας και της Γεωργίας στο ΝΑΤΟ. Η ενίσχυση των στρατευμάτων του ΝΑΤΟ στις χώρες της Βαλτικής θα καθυστερήσει ή θα σταματήσει.

Σε αντάλλαγμα για αυτές τις μεγάλες παραχωρήσεις θα αναμένεται από τη Ρωσία να μειώσει την επιθετικότητά της στην ανατολική Ουκρανία και να μην επιχειρήσει να αποκομίσει εκεί μεγαλύτερα εδαφικά κέρδη. Η ρωσική πίεση και οι απειλές εναντίον των βαλτικών κρατών Εσθονίας, Λετονίας και Λιθουανίας θα σταματήσουν. Η στρατιωτική ένταση στη γραμμή της αντιπαράθεσης μεταξύ του ΝΑΤΟ και της Ρωσίας θα αποκλιμακωθεί.

Όταν υποχωρήσει η ένταση στην ανατολική Ευρώπη, οι ΗΠΑ και η Ρωσία θα βάλουν κοινούς στόχους στη Μέση Ανατολή. Οι ΗΠΑ θα παραιτηθούν από τη δέσμευσή τους για την ανατροπή του Μπασάρ Αλ Άσαντ στη Συρία και θα ενωθούν με τη Ρωσία σε μια επίθεση κατά της οργάνωσης Ισλαμικό Κράτος.

Από την οπτική γωνία του κυρίου Τραμπ είναι προφανές το δέλεαρ για μια συμφωνία αυτού του είδους. Εάν λειτουργήσει, θα εκτονώσει τον αυξανόμενο κίνδυνο για μια σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας. Στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του ο κύριος Τραμπ κατηγόρησε τη Χίλαρι Κλίντον ότι ρίσκαρε έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο, μια αναφορά στην επιθυμία της να κηρύξει μια «ζώνη απαγόρευσης πτήσεων» πάνω από τη Συρία, η οποία ίσως θα οδηγούσε σε αναμέτρηση μεταξύ των αμερικανικών και των ρωσικών αεροπορικών δυνάμεων.

Η εγκατάλειψη του στόχου της κυβέρνησης Ομπάμα για ανατροπή του προέδρου Άσαντ θα έλυνε επίσης τη μακροχρόνια αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής στη Συρία, η οποία έμοιαζε ορισμένες φορές σαν να τοποθετούσε την Αμερική και στις δύο πλευρές ενός εμφυλίου πολέμου.

Η μείωση της έντασης στην ανατολική Ευρώπη θα αποτελούσε επίσης ένα σημαντικό έπαθλο δεδομένου ότι η Ρωσία μετέφερε πρόσφατα πυρηνικά όπλα μέσα στον θύλακο του Καλίνινγκραντ που βρίσκεται ανάμεσα στην Πολωνία και τη Λιθουανία. Τελικά η άρση των κυρώσεων και η επανάληψη των εμπορικών συναλλαγών θα άρμοζε στην επιχειρηματική πλευρά του κυρίου Τραμπ.

Το δέλεαρ μιας τέτοιας συμφωνίας είναι προφανές, αλλά υπάρχουν τεράστιες παγίδες. Πρώτον, η συμμαχία με τους χασάπηδες του Χαλεπιού θα απαιτούσε ένα επίπεδο αμοραλισμού που θα εξήγειρε πολλούς στην Αμερική και στην Ευρώπη. Δεύτερον, προϋποθέτει μεγάλη εμπιστοσύνη προς τον κύριο Πούτιν ότι θα τηρήσει τους όρους της συμφωνίας που τον αφορούν και ότι δεν θα «βάλει στην τσέπη» τις δυτικές παραχωρήσεις για να επανέλθει ζητώντας περισσότερα, ίσως στις χώρες της Βαλτικής. Ο Νιούτ Γκίνγκριτς, πρώην πρόεδρος της Βουλής, ο οποίος πιθανώς θα αναλάβει ανώτερη κυβερνητική θέση υπό τον κύριο Τραμπ, δήλωσε πρόσφατα ότι η Εσθονία βρίσκεται στα «προάστια της Αγίας Πετρούπολης», κάτι που κάθε άλλο παρά αποτελεί κατηγορηματική δέσμευση για την ανεξαρτησία αυτής της χώρας.

Ο αμοραλισμός της δημιουργίας κοινών στόχων με τους προέδρους Άσαντ και Πούτιν μάλλον δεν θα προβληματίσει τον κύριο Τραμπ. Όταν ρωτήθηκε προεκλογικά για τη φερόμενη ως συνήθεια του κυρίου Πούτιν να σκοτώνει δημοσιογράφους, ο κύριος Τραμπ απάντησε: «Και η δική μας χώρα κάνει πολλούς σκοτωμούς». Επίσης ο κύριος Τραμπ έχει εγκρίνει τα βασανιστήρια, άρα μάλλον δεν θα κάνει εμετό για μια ντε φάκτο συμμαχία με το καθεστώς του Άσαντ.

Ακόμη κι έτσι όμως θα ήταν ένα μεγάλο ρίσκο για τον νέο πρόεδρο των ΗΠΑ να εμπιστευθεί τον πανούργο, έμπειρο Ρώσο ομόλογό του. Εάν δεν τηρήσει τις υποσχέσεις του ο κύριος Πούτιν, ο κύριος Τραμπ θα φανεί σαν κούτσουρο, και δεν το θέλει, είναι αυτό που μισεί.

Εν τέλει πολλά ίσως θα εξαρτηθούν από τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ και οι σύμβουλοί του θα αξιολογήσουν τα ρωσικά κίνητρα. Το μεγαλύτερο μέρος του κατεστημένου της εξωτερικής πολιτικής της Ουάσιγκτον θα προειδοποιήσει τον κύριο Τραμπ να είναι εξαιρετικά φιλύποπτος με τον κύριο Πούτιν και θα υποστηρίξει ότι οποιαδήποτε αμερικανική παραχώρηση θα θεωρηθεί ως αδυναμία και θα ενθαρρύνει περαιτέρω ρωσική επιθετικότητα.

Αλλά μια αντίπαλη σχολή σκέψης υποστηρίζει ότι αυτό που θέλει ο κύριος Πούτιν, πάνω απ' όλα, είναι ο σεβασμός. Αυτή η σχολή σκέψης πιστεύει ότι, εάν η Ουάσιγκτον αντιμετωπίσει τη Μόσχα ως ίση και καταστήσει σαφές ότι η Αμερική δεν σκοπεύει να ενθαρρύνει τη ρωσική φιλελεύθερη αντιπολίτευση, τότε είναι εφικτή μια «νέα συμφωνία» με τη Ρωσία.

Μια συμφωνία που θα συγκροτούνταν πάνω σε αυτές τις γραμμές θα αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια επιστροφή στην προσέγγιση τύπου Νίξον προς τη Μόσχα, με τον Λευκό Οίκο να επιχειρεί ένα νέο είδος ύφεσης με το Κρεμλίνο. Είναι πιθανό ότι ο 93χρονος Χένρι Κίσινγκερ, ο οποίος υπήρξε υπουργός Εξωτερικών του προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον, θα μπορούσε να παίξει έναν ρόλο ως σύμβουλος ή ως μεσολαβητής. Ο κύριος Κίσινγκερ εξακολουθεί να ταξιδεύει πολύ και έχει προσκληθεί αυτόν τον μήνα στη Μόσχα.

Ωστόσο, κατά τη δεκαετία του 1970, ο κύριος Κίσινγκερ αντιμετώπιζε μια αρτηριοσκληρωτική Σοβιετική Ένωση την οποία κυβερνούσε ο σχετικά προσεκτικός Λεονίντ Μπρέζνιεφ. Ένα εγχείρημα για μια νέα προσέγγιση με τον επιθετικό και τολμηρό κύριο Πούτιν είναι μια διαφορετική πρόταση και έχει πολύ μεγαλύτερο ρίσκο.

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια